Οι φυσικές καταστροφές αποκαλύπτουν μια διαφορετική διάσταση της κρατικής ισχύος: πόσο γρήγορα το κράτος μπορεί να απορροφήσει ένα ισχυρό σοκ χωρίς να χάσει τις βασικές λειτουργίες πάνω στις οποίες στηρίζονται όλες οι υπόλοιπες μορφές ισχύος του. Ένα κράτος με ισχυρό στρατό αλλά εύθραυστο ηλεκτρικό δίκτυο, συγκεντρωμένα λιμάνια χωρίς εναλλακτικές, ανεπαρκή νοσοκομεία και τηλεπικοινωνίες που καταρρέουν σε σεισμό διαθέτει μεγαλύτερη ονομαστική ισχύ από πραγματική στρατηγική αντοχή.

Ο πρόσφατος σεισμός στην Ινδονησία αποτελεί χαρακτηριστική υπενθύμιση. Η καταστροφή δεν επηρεάζει μόνο κατοικίες. Η επίσημη ινδονησιακή απόκριση χρειάστηκε να κινητοποιήσει κεντρικά υπουργεία, BNPB, ένοπλες δυνάμεις, αστυνομία, υγειονομικούς φορείς και περιφερειακούς μηχανισμούς, ενώ η πραγματική δυνατότητα του κράτους να φθάσει στους πληγέντες εξαρτήθηκε από την επιμελητεία, τα δίκτυα και τη λειτουργικότητα των περιφερειακών υποδομών. Η ικανότητα ανάκαμψης είναι συνεπώς περισσότερο από κοινωνική πολιτική. Είναι στρατηγική υποδομή του κράτους.

Η έννοια της ανθεκτικότητας περιλαμβάνει τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ικανότητες. Η πρώτη είναι η αντίσταση: πόσο δύσκολα καταρρέει μια υποδομή όταν δεχθεί σοκ. Η δεύτερη είναι η απορρόφηση: αν ένα τμήμα καταρρεύσει, πόσο καλά το υπόλοιπο σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί. Η τρίτη είναι η ανάκαμψη: πόσο γρήγορα αποκαθίσταται η πλήρης ή επαρκής λειτουργία. Ένα κράτος μπορεί να είναι αδύναμο στην πρώτη και ισχυρό στη δεύτερη· μπορεί, για παράδειγμα, να υποστεί ζημιές σε ηλεκτρικούς υποσταθμούς αλλά να διαθέτει τέτοιο πλεονασμό ώστε η παροχή να αναδρομολογείται.

Η στρατηγική σημασία βρίσκεται κυρίως στις διασυνδέσεις. Το σύγχρονο κράτος λειτουργεί ως σύστημα συστημάτων. Η ηλεκτρική ενέργεια τροφοδοτεί τις τηλεπικοινωνίες, οι τηλεπικοινωνίες επιτρέπουν τη διοίκηση των μεταφορών, οι μεταφορές τροφοδοτούν τα νοσοκομεία, τα ψηφιακά δίκτυα επιτρέπουν τις πληρωμές, οι πληρωμές διατηρούν τις αλυσίδες εφοδιασμού. Η αποτυχία ενός κρίσιμου κόμβου μπορεί να προκαλέσει cascading failure πολύ μεγαλύτερη από τη φυσική ζημία στο σημείο όπου ξεκίνησε η κρίση. Η UNDRR αντιμετωπίζει ακριβώς αυτού του είδους τις διακλαδώσεις ως κεντρικό χαρακτηριστικό του systemic risk.

Αυτό μεταβάλλει και την έννοια της εθνικής ασφάλειας. Το κράτος δεν χρειάζεται μόνο να προστατεύει τα σύνορά του από στρατιωτική επίθεση. Χρειάζεται να διατηρεί continuity of national function απέναντι σε διαφορετικού τύπου σοκ: σεισμούς, ακραία καιρικά φαινόμενα, κυβερνοεπιθέσεις, πανδημίες ή μεγάλες ενεργειακές διακοπές. Τα αίτια διαφέρουν, αλλά το στρατηγικό ερώτημα είναι συχνά κοινό: πόσες κρίσιμες λειτουργίες μπορούν να χαθούν ταυτόχρονα πριν αρχίσει να αποσυντίθεται η συνολική κρατική ικανότητα;

Η ανθεκτικότητα γίνεται έτσι μετρήσιμη μορφή λανθάνουσας ισχύος. Δεν φαίνεται όταν όλα λειτουργούν. Αποκαλύπτεται όταν το σύστημα πιέζεται. Δύο κράτη με παρόμοιο ΑΕΠ μπορεί να διαθέτουν εντελώς διαφορετική πραγματική ικανότητα αν το πρώτο χρειάζεται εβδομάδες για να αποκαταστήσει λιμάνια και ηλεκτρισμό ενώ το δεύτερο ώρες ή ημέρες.

Η οικονομική έρευνα ενισχύει αυτή την αντίληψη. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι η επένδυση σε ανθεκτικές υποδομές μπορεί να αποφέρει κατά μέσο όρο περίπου τέσσερις φορές το αρχικό κόστος μέσω αποφυγής ζημιών και διακοπών υπηρεσιών. Η σημασία της επένδυσης, όμως, γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν ληφθούν υπόψη οι γεωπολιτικές εξωτερικότητες: ένα λιμάνι που λειτουργεί μετά από σεισμό δεν διατηρεί μόνο το εμπόριο αλλά μπορεί να υποστηρίζει στρατιωτική και ανθρωπιστική επιμελητεία· ένα ανθεκτικό ηλεκτρικό δίκτυο δεν προστατεύει μόνο νοικοκυριά αλλά και τηλεπικοινωνίες, κρατικές υπηρεσίες και αμυντικές εγκαταστάσεις.

Αυτό καθιστά την πλεονασματικότητα στρατηγικό αγαθό. Η συμβατική οικονομική αποδοτικότητα τείνει να ευνοεί τη συγκέντρωση: ένα μεγάλο λιμάνι αντί δύο μικρότερων, ένας κεντρικός data center αντί πολλών, μια εξαιρετικά αποδοτική εφοδιαστική αλυσίδα με περιορισμένα αποθέματα. Η στρατηγική ανθεκτικότητα προτιμά κάποιον βαθμό σκόπιμης «αναποτελεσματικότητας»: εφεδρικούς κόμβους, περισσότερες διαδρομές, αποθέματα και δυνατότητα λειτουργίας όταν ο βέλτιστος καθημερινός μηχανισμός καταρρεύσει.

Το κράτος βρίσκεται επομένως μπροστά σε ένα σημαντικό πολιτικοοικονομικό trade-off. Efficiency optimizes for normality· resilience optimizes for disruption. Η πρώτη μειώνει το καθημερινό κόστος. Η δεύτερη μειώνει το κόστος του σπάνιου αλλά συστημικού σοκ. Η υπερβολική μετατόπιση προς την αποδοτικότητα μπορεί να δημιουργεί εύθραυστα συστήματα των οποίων η φθηνή λειτουργία σε κανονικούς χρόνους αποκρύπτει τεράστια ενδεχόμενη υποχρέωση.

Η Κολομβία προσφέρει διαφορετική όψη του ίδιου προβλήματος. Μετά τον σεισμό της 10ης Αυγούστου, η UNGRD χρειάστηκε να συνδυάσει τοπικές αναφορές με διεθνή δορυφορική υποστήριξη, έχοντας μέχρι τις 13 Αυγούστου επεξεργαστεί 166 δορυφορικές εικόνες και οργανώσει εναέρια αξιολόγηση σε δεκάδες δήμους ώστε να χαρτογραφηθούν ζημιές σε κατοικίες, δρόμους και βασικές υπηρεσίες. Η κρατική ισχύς εδώ εμφανίζεται ως ικανότητα παραγωγής επίγνωσης του ίδιου του εθνικού εδάφους υπό κρίση. Κράτος που δεν γνωρίζει γρήγορα ποιο τμήμα του δικτύου του λειτουργεί δεν μπορεί να κατανείμει ορθολογικά ούτε τους διαθέσιμους πόρους του.

Η ανθεκτικότητα συνδέεται γι’ αυτό και με την κυριαρχία επί της πληροφορίας. Δορυφόροι, σεισμολογικά δίκτυα, GIS, εφεδρικές επικοινωνίες και κοινά κέντρα επιχειρήσεων δεν είναι απλώς τεχνολογίες πολιτικής προστασίας. Μειώνουν τον χρόνο μεταξύ γεγονότος και κρατικής γνώσης του γεγονότος. Όσο μικρότερος ο χρόνος αυτός, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα του κράτους να διατηρήσει την πρωτοβουλία.

Υπάρχει και διεθνής διάσταση. Κράτος που ανακάμπτει γρήγορα έχει μικρότερη ανάγκη εξωτερικής επείγουσας βοήθειας, περιορίζει τη δημοσιονομική του έκθεση και διατηρεί περισσότερο χώρο για αυτόνομες επιλογές. Κράτος του οποίου η βασική υποδομή καταρρέει μπορεί να εξαρτηθεί από ξένα κεφάλαια, τεχνικές δυνατότητες, στρατιωτικές μεταφορές ή έκτακτη χρηματοδότηση. Η ανθεκτικότητα συνδέεται έτσι με στρατηγική αυτονομία.

Δεν προκύπτει από αυτό ότι κάθε κράτος πρέπει να μετατρέψει την πολιτική προστασία σε στρατιωτική πολιτική. Το αντίθετο: η αποτελεσματικότερη ανθεκτικότητα παράγεται συνήθως από πολιτικά συστήματα υγείας, ενέργειας, μεταφορών, αυτοδιοίκησης και κοινωνικής προστασίας. Η σημασία της για την εθνική ασφάλεια δεν απαιτεί τη στρατιωτικοποίησή της. Απαιτεί την αναγνώριση ότι τα υποτιθέμενα «πολιτικά» δίκτυα αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να λειτουργήσει και η στρατιωτική ισχύς.

Το Sendai Framework τοποθετεί ήδη τις επενδύσεις ανθεκτικότητας στον πυρήνα της μείωσης του κινδύνου, ενώ το GAR 2025 της UNDRR αντιμετωπίζει τη χρηματοδότηση της ανθεκτικότητας ως απαραίτητη για τη διατήρηση της οικονομικής και αναπτυξιακής σταθερότητας. Η γεωπολιτική συνέπεια αυτής της λογικής είναι σημαντική: η ανθεκτικότητα μπορεί να θεωρηθεί προϋπόθεση διατηρήσιμης ισχύος.

Αυτό αλλάζει και το τι πρέπει να μετρά ένας σοβαρός δείκτης κρατικής ισχύος. Η καταμέτρηση μαχητικών αεροσκαφών, ΑΕΠ ή ενεργειακών αποθεμάτων λέει λίγα αν δεν γνωρίζουμε πόσο ανθεκτικά είναι τα δίκτυα που τα υποστηρίζουν. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσο γρήγορα μπορεί να αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση, πόσοι εναλλακτικοί λιμένες υπάρχουν, αν τα νοσοκομεία λειτουργούν χωρίς κεντρικό δίκτυο, αν υπάρχουν αποκεντρωμένα data backups, αν το κράτος μπορεί να μεταφέρει επιμελητεία όταν ο βασικός οδικός άξονας καταρρεύσει.

Υπό αυτή την έννοια, ένα μέρος της πραγματικής ισχύος βρίσκεται σε εκείνα που δεν χρησιμοποιούνται στις κανονικές ημέρες: στην εφεδρική γεννήτρια, στον δεύτερο διάδρομο μεταφοράς, στο εναλλακτικό κέντρο δεδομένων, στη δεύτερη γέφυρα, στα προτοποθετημένα αποθέματα, στις εφεδρικές επικοινωνίες. Δεν είναι θεαματικά στοιχεία εθνικής ισχύος. Είναι όμως όσα επιτρέπουν στα θεαματικά στοιχεία να εξακολουθούν να υπάρχουν μετά το σοκ.

Η μεγάλη καταστροφή λειτουργεί έτσι ως γεωπολιτικό stress test. Δεν μετρά μόνο πόσα κατέχει ένα κράτος. Μετρά πόσο από αυτό που κατέχει εξακολουθεί να μπορεί να το χρησιμοποιεί όταν το σύστημα βρίσκεται υπό πίεση. Και σε έναν κόσμο αυξανόμενων αλληλεξαρτήσεων, αυτή η διαφορά γίνεται σταδιακά τόσο σημαντική όσο οι περισσότερο παραδοσιακοί δείκτες ισχύος.