Η ελληνική οικονομία προσφέρει ένα ιδιαίτερα καθαρό παράδειγμα της απόστασης που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στη μακροοικονομική βελτίωση και στην κοινωνική εμπειρία της ίδιας οικονομίας. Τον Ιούλιο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε στο 2,7%, από 4,9% τον Μάιο και 3,9% τον Ιούνιο, ενώ τον Ιούλιο του 2025 βρισκόταν στο 3,7%. Η μεταβολή είναι ουσιαστική: ο ρυθμός με τον οποίο αυξάνονται συνολικά οι τιμές έχει επιβραδυνθεί αισθητά. Δεν προκύπτει όμως από αυτήν ότι το κόστος ζωής επέστρεψε στα επίπεδα πριν από το μεγάλο πληθωριστικό κύμα. Η διάκριση ανάμεσα στον ρυθμό μεταβολής των τιμών και στο επίπεδο στο οποίο έχουν ήδη φθάσει είναι η αφετηρία για την κατανόηση ενός από τα μεγαλύτερα επικοινωνιακά και πολιτικά προβλήματα της περιόδου.
Ο πληθωρισμός μετρά πόσο γρήγορα μεταβάλλεται το γενικό επίπεδο των τιμών. Δεν μετρά πόσο «ακριβή» είναι μια οικονομία σε σχέση με μια παλαιότερη χρονική στιγμή. Εάν ένα αγαθό που κόστιζε 100 ευρώ αυξηθεί μέσα σε δύο χρόνια στα 120 και στη συνέχεια ο ετήσιος πληθωρισμός περιοριστεί σχεδόν στο μηδέν, το αγαθό δεν επιστρέφει στα 100. Παραμένει κοντά στα 120, απλώς παύει να ακριβαίνει με τον προηγούμενο ρυθμό. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι συνεπώς επιτυχία σταθεροποίησης του ρυθμού μεταβολής, όχι αντιστροφή της σωρευτικής ανατίμησης που έχει προηγηθεί.
Η διαφορά αυτή αποκτά πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία μετά από ένα έντονο και πολυετές πληθωριστικό σοκ. Ο πολίτης δεν συγκρίνει πάντοτε το σημερινό καλάθι με εκείνο του ακριβώς προηγούμενου Ιουλίου, όπως κάνει ο ετήσιος δείκτης. Διατηρεί περισσότερο μακροχρόνια σημεία αναφοράς. Θυμάται το ενοίκιο πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, την τιμή συγκεκριμένων τροφίμων, τον λογαριασμό ενέργειας, το κόστος μιας εξόδου, ενός ταξιδιού ή μιας οικογενειακής αγοράς. Το οικονομικό του σημείο αναφοράς είναι ιστορικό και προσωπικό, ενώ ο επίσημος δείκτης είναι ετήσιος και στατιστικός. Έτσι μπορεί να είναι απολύτως ακριβές ότι «ο πληθωρισμός μειώθηκε» και ταυτόχρονα απολύτως εύλογο ο πολίτης να απαντά ότι «η ακρίβεια δεν μειώθηκε».
Η πολιτική δυσκολία αρχίζει όταν οι δύο προτάσεις παρουσιάζονται σαν να αλληλοαναιρούνται. Η κυβέρνηση έχει εύλογο λόγο να επισημαίνει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, διότι η σταθεροποίηση των τιμών αποτελεί σημαντικό οικονομικό αποτέλεσμα. Η αντιπολίτευση έχει εξίσου εύλογο λόγο να επισημαίνει ότι η σωρευτική αύξηση του κόστους ζωής εξακολουθεί να συμπιέζει τα νοικοκυριά. Η σύγκρουση γίνεται προβληματική όταν η πρώτη πλευρά χρησιμοποιεί τη μείωση του ετήσιου ρυθμού για να υποβαθμίσει το σωρευτικό κόστος και η δεύτερη χρησιμοποιεί την παραμονή υψηλών τιμών για να ισχυριστεί ότι δεν υπήρξε καμία αποκλιμάκωση. Τότε μια σχετικά απλή οικονομική διάκριση μετατρέπεται σε πολιτικό πόλεμο επί δύο διαφορετικών αλλά συμβατών πραγματικοτήτων.
Η επιστροφή των ονομαστικών τιμών στα προηγούμενα επίπεδα δεν αποτελεί άλλωστε τον κανονικό στόχο της οικονομικής πολιτικής. Για να συμβεί γενικευμένα θα χρειαζόταν περίοδος αρνητικού πληθωρισμού, δηλαδή γενικής πτώσης τιμών. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να φαίνεται ελκυστική από την οπτική του καταναλωτή που επιθυμεί φθηνότερα αγαθά, αλλά μια παρατεταμένη γενικευμένη πτώση τιμών μπορεί να συνδέεται με εξαιρετικά προβληματικές οικονομικές δυναμικές: αναβολή κατανάλωσης και επενδύσεων, πίεση επιχειρηματικών εσόδων, δυσκολότερη προσαρμογή μισθών, αύξηση του πραγματικού βάρους χρεών και ενδεχόμενη αποδυνάμωση της απασχόλησης. Η σταθερότητα των τιμών στις σύγχρονες οικονομίες σημαίνει χαμηλό και σχετικά προβλέψιμο θετικό πληθωρισμό, όχι προσπάθεια επαναφοράς κάθε τιμής στο σημείο όπου βρισκόταν πριν από ένα προηγούμενο σοκ.
Γι’ αυτό η ουσιαστική κοινωνική αποκατάσταση μετά από πληθωριστικό κύμα δεν μπορεί να βασιστεί στην προσδοκία ότι ολόκληρο το επίπεδο τιμών θα γυρίσει προς τα πίσω. Πρέπει να συντελεστεί κυρίως από την πλευρά των εισοδημάτων, της παραγωγικότητας, του ανταγωνισμού και της προσφοράς. Το διαθέσιμο εισόδημα πρέπει να ανακτήσει μέρος της αγοραστικής δύναμης που έχασε, ενώ οι συγκεκριμένες αγορές στις οποίες παρατηρούνται δυσλειτουργίες χρειάζονται διαφορετικού τύπου παρεμβάσεις.
Η πολιτική αντιπαράθεση για τον πληθωρισμό γίνεται έτσι στην πραγματικότητα αντιπαράθεση για την αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης. Αυτό είναι διαφορετικό πρόβλημα από την αποκλιμάκωση του δείκτη. Η πρώτη φάση της αντιμετώπισης ενός πληθωριστικού σοκ απαιτεί να σταματήσει η επιτάχυνση. Η δεύτερη απαιτεί να μπορούν τα εισοδήματα να προσεγγίσουν ξανά το πραγματικό επίπεδο κατανάλωσης που είχαν πριν από τη διάβρωση της αγοραστικής τους δύναμης. Η αποτυχία διάκρισης των δύο φάσεων δημιουργεί συχνά υπερβολικές πολιτικές προσδοκίες. Ο πολίτης ακούει ότι «ο πληθωρισμός αντιμετωπίζεται» και μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι θα δει το συνολικό του κόστος να μειώνεται. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η ορθή μακροοικονομική πληροφορία μεταφράζεται σε πολιτική απογοήτευση.
Υπάρχει επιπλέον μια σημαντική ασυμμετρία στον χρόνο. Οι ανατιμήσεις γίνονται άμεσα αντιληπτές. Η αποκατάσταση του πραγματικού εισοδήματος είναι συνήθως πολύ πιο αργή. Μια απότομη αύξηση του ενεργειακού ή διατροφικού κόστους μπορεί να αλλάξει μέσα σε λίγους μήνες τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η αύξηση των μισθών, η αναδιοργάνωση της αγοράς, η ενίσχυση παραγωγικότητας ή η κατασκευή περισσότερων κατοικιών απαιτούν χρόνια. Ο πληθωρισμός μπορεί επομένως να αποκλιμακωθεί γρηγορότερα από όσο επουλώνεται η κοινωνική του συνέπεια. Η κοινωνική μνήμη του πληθωρισμού είναι μεγαλύτερη από τη διάρκεια του ίδιου του πληθωριστικού επεισοδίου.
Η εμπειρία αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα λόγω του χρονικού σημείου στο οποίο εμφανίστηκε η διεθνής πληθωριστική κρίση. Η χώρα είχε προηγουμένως περάσει από μία δεκαετία με βαθιά μείωση εισοδημάτων, υψηλή ανεργία και περιορισμένη οικονομική ασφάλεια. Έτσι το νέο κόστος ζωής δεν προστέθηκε σε οικονομία που είχε ήδη ολοκληρώσει την αποκατάσταση των εισοδημάτων της προ κρίσης περιόδου. Προστέθηκε σε κοινωνία όπου σημαντικό μέρος των νοικοκυριών είχε ήδη χαμηλότερα περιθώρια αποταμίευσης, υψηλή εξάρτηση από οικογενειακή αλληλοϋποστήριξη και μεγάλη ευαισθησία σε βασικές ανελαστικές δαπάνες.
Αυτό εξηγεί και γιατί η πολιτική επικοινωνία γύρω από τον πληθωρισμό χρειάζεται μεγαλύτερη ακρίβεια. Η φράση «οι τιμές πέφτουν» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται όταν αυτό που πέφτει είναι ο ρυθμός αύξησής τους. Η φράση «η ακρίβεια τελείωσε» δεν περιγράφει μια κοινωνία στην οποία το επίπεδο των τιμών παραμένει σημαντικά υψηλότερο από εκείνο που είχε πριν από το σοκ. Αντίστοιχα, όμως, η διαπίστωση ότι οι τιμές δεν επέστρεψαν πίσω δεν πρέπει να οδηγεί στην άρνηση ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι πραγματική και οικονομικά σημαντική.
Μια ώριμη οικονομική πολιτική χρειάζεται να λέει ταυτόχρονα δύο πράγματα: ότι η σταθεροποίηση του πληθωρισμού είναι αναγκαία επιτυχία και ότι δεν επαρκεί για την αποκατάσταση της ευημερίας. Η πρώτη επιτυχία προστατεύει τα εισοδήματα από περαιτέρω ταχεία διάβρωση. Η δεύτερη χρειάζεται αυξήσεις πραγματικών αποδοχών, καλύτερη λειτουργία του ανταγωνισμού, αύξηση παραγωγικότητας, στοχευμένη φορολογική ανακούφιση, μεγαλύτερη προσφορά στέγης και ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες που μειώνουν τις ιδιωτικές υποχρεωτικές δαπάνες των νοικοκυριών.
Η πολιτική δυσκολία της σημερινής περιόδου βρίσκεται ακριβώς στη μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη φάση. Η επιβράδυνση του πληθωρισμού είναι μετρήσιμη και σχετικά γρήγορη. Η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης είναι βραδύτερη, άνιση και πολύ πιο απαιτητική. Η κυβέρνηση μπορεί να κερδίσει τη μάχη του δείκτη και να εξακολουθεί να χάνει μέρος της μάχης της καθημερινής εμπειρίας. Η αντιπολίτευση μπορεί να καταγράφει σωστά αυτή την καθημερινή πίεση αλλά να μην διαθέτει αξιόπιστη λύση αν υπόσχεται απλώς επιστροφή των τιμών σε ένα παρελθόν που δεν μπορεί να ανακατασκευαστεί διοικητικά.
Η οικονομική κανονικότητα μετά τον πληθωρισμό δεν θα κριθεί επομένως από το αν ο δείκτης επιστρέψει κοντά στο 2%. Θα κριθεί από το αν, μέσα σε περιβάλλον σταθερότερων τιμών, η πραγματική αύξηση των εισοδημάτων γίνει αρκετά ισχυρή και αρκετά ευρεία ώστε τα νοικοκυριά να πάψουν να οργανώνουν τη ζωή τους γύρω από την απώλεια που προκάλεσε το προηγούμενο πληθωριστικό κύμα.
Πρόσφατα σχόλια