Η οικονομική εμπειρία μιας κοινωνίας δεν αποτελεί απλή αντανάκλαση ενός γενικού δείκτη τιμών. Κανένα πραγματικό νοικοκυριό δεν αγοράζει ακριβώς το στατιστικό «μέσο καλάθι», δεν διαθέτει την ίδια κατοικία, δεν καταναλώνει την ίδια ποσότητα ενέργειας, δεν έχει τον ίδιο αριθμό παιδιών, δεν χρησιμοποιεί τις ίδιες μεταφορές και δεν αφιερώνει το ίδιο ποσοστό του εισοδήματός του σε τρόφιμα. Η επίσημη στατιστική χρειάζεται έναν γενικό δείκτη για να περιγράψει την οικονομία συνολικά. Ο πολίτης όμως βιώνει μια προσωπική κατανομή δαπανών. Η σύγκρουση για την ακρίβεια αρχίζει όταν το πρώτο παρουσιάζεται σαν να ακυρώνει το δεύτερο ή όταν το δεύτερο παρουσιάζεται σαν απόδειξη ότι η επίσημη μέτρηση είναι ψευδής.

Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ και ο εναρμονισμένος δείκτης της Eurostat είναι απαραίτητα εργαλεία οικονομικής γνώσης. Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει συστηματικά τον εθνικό ΔΤΚ και τους υποδείκτες ανά κατηγορία κατανάλωσης, ενώ η Eurostat χρησιμοποιεί κοινή μεθοδολογία για τη συγκρισιμότητα των κρατών της Ένωσης. Η ύπαρξη ενός μέσου δείκτη, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε κοινωνική ομάδα αντιμετωπίζει τον ίδιο «προσωπικό πληθωρισμό». Το στατιστικό μέσο είναι αναγκαία αφαίρεση από εκατομμύρια διαφορετικές πραγματικότητες.

Ένα χαμηλότερο εισοδηματικό νοικοκυριό δαπανά μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός του σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση. Ένα υψηλότερου εισοδήματος νοικοκυριό μπορεί να διαθέτει πολύ μεγαλύτερη απόλυτη κατανάλωση, αλλά μικρότερο ποσοστό του εισοδήματός του στις ίδιες ανελαστικές ανάγκες. Αν τα βασικά είδη ακριβαίνουν περισσότερο από τον γενικό δείκτη, οι δύο οικογένειες δεν βιώνουν την ίδια οικονομική πίεση ακόμη κι αν εμφανίζονται στον ίδιο πληθωρισμό. Η κοινωνική σημασία της ακρίβειας καθορίζεται επομένως όχι μόνο από την ποσοστιαία αύξηση μιας τιμής αλλά και από τη θέση που καταλαμβάνει αυτή η δαπάνη μέσα στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η κατοικία δημιουργεί ίσως την καθαρότερη διαφοροποίηση. Ένας ιδιοκτήτης κύριας κατοικίας χωρίς στεγαστικό δάνειο και ένας νέος εργαζόμενος που καταβάλλει μεγάλο μέρος του καθαρού μισθού του σε ενοίκιο δεν ζουν την ίδια οικονομία, ακόμη αν έχουν παρόμοιο εισόδημα. Η αύξηση των ενοικίων επιβαρύνει τον δεύτερο άμεσα και επαναλαμβανόμενα, ενώ μπορεί ταυτόχρονα να αυξάνει την αξία περιουσίας του πρώτου. Η ίδια μεταβολή της αγοράς παράγει κόστος για μία κοινωνική κατηγορία και περιουσιακό όφελος για άλλη. Ο γενικός δείκτης δεν σχεδιάστηκε για να αποδώσει αυτή την πολιτική σύγκρουση.

Το ίδιο ισχύει για τη γεωγραφία. Το πραγματικό κόστος διαβίωσης σε τουριστικό νησί, περιφερειακή πόλη, κέντρο της Αθήνας ή αγροτική περιοχή μπορεί να διαφέρει ουσιωδώς. Η στέγη, οι μεταφορές, η πρόσβαση σε υπηρεσίες, η ανάγκη χρήσης αυτοκινήτου, το ενεργειακό κόστος και η εποχικότητα της αγοράς δημιουργούν διαφορετικά καταναλωτικά περιβάλλοντα. Η φράση «ο πληθωρισμός στην Ελλάδα είναι Χ» είναι ακριβής σε εθνικό στατιστικό επίπεδο, αλλά πολιτικά ελλιπής όταν χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πώς ζουν όλες οι κοινωνικές ομάδες.

Η αντίληψη της ακρίβειας επηρεάζεται επιπλέον από τη συχνότητα της αγοράς. Ο πολίτης έρχεται σε επαφή με το ψωμί, τον καφέ, τα τρόφιμα, τα καύσιμα και το σούπερ μάρκετ πολύ συχνότερα από ό,τι με ένα ηλεκτρονικό προϊόν που ενδεχομένως έχει γίνει φθηνότερο ή ποιοτικότερο. Οι συχνές συναλλαγές έχουν μεγαλύτερη ψυχολογική παρουσία. Μια αύξηση στο καλάθι που αγοράζεται δύο φορές την εβδομάδα επαναβεβαιώνει συνεχώς την αίσθηση ακρίβειας, ενώ μια πτώση τιμής σε αγαθό που αγοράζεται κάθε τέσσερα χρόνια έχει μικρή επίδραση στην καθημερινή αντίληψη.

Αυτό δεν αποτελεί «λάθος» του πολίτη. Αποτελεί διαφορετικό τρόπο μέτρησης της οικονομικής πραγματικότητας. Η στατιστική ενδιαφέρεται για το σταθμισμένο σύνολο της κατανάλωσης. Το νοικοκυριό ενδιαφέρεται για τη δυνατότητα να καλύψει τις επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις του. Η πολιτική ενδιαφέρεται αναγκαστικά και για τα δύο, επειδή η κοινωνική αποδοχή της οικονομικής πολιτικής δεν διαμορφώνεται μέσα από τον μέσο δείκτη αλλά μέσα από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία κατανάλωσης.

Η ανθρώπινη αντίληψη διαθέτει επίσης σημείο αναφοράς. Η απώλεια αγοραστικής δύναμης γίνεται αισθητή πολύ εντονότερα από μια μεταγενέστερη σταδιακή αποκατάσταση. Όταν μια οικογένεια αναγκάζεται να αφαιρέσει μια δραστηριότητα, να αλλάξει ποιότητα προϊόντων ή να περιορίσει αποταμίευση, η αλλαγή εγγράφεται ως υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου. Ακόμη κι αν το εισόδημα αργότερα αυξηθεί, η προηγούμενη αίσθηση ασφάλειας δεν επανέρχεται αυτομάτως. Η ακρίβεια παράγει επομένως όχι μόνο οικονομικό κόστος αλλά και αίσθηση μειωμένου ελέγχου πάνω στη ζωή.

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει εδώ ένα δύσκολο πολιτικό πρόβλημα. Αν απαντά στην κοινωνική πίεση μόνο με γενικά μεγέθη ανάπτυξης, ανεργίας ή πληθωρισμού, κινδυνεύει να εμφανίζεται σαν να αμφισβητεί την εμπειρία του πολίτη. Η επίκληση στατιστικών στοιχείων, ακόμη και απολύτως ορθών, μπορεί τότε να έχει αντίστροφο πολιτικό αποτέλεσμα. Ο πολίτης δεν ακούει «η οικονομία βελτιώθηκε με βάση αυτόν τον δείκτη». Ακούει «αυτό που ζεις δεν είναι αληθινό».

Η αντιπολίτευση μπορεί να πέσει στην αντίθετη παγίδα. Η επίκληση πραγματικών δυσκολιών συγκεκριμένων νοικοκυριών δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι οικονομικοί δείκτες είναι πλασματικοί ούτε ότι καμία πραγματική βελτίωση δεν έχει συμβεί. Η πολιτική χρήση της ακρίβειας γίνεται λαϊκιστική όταν κάθε αριθμητική βελτίωση παρουσιάζεται ως προπαγάνδα και κάθε μεμονωμένη ανατίμηση ως αντιπροσωπευτική ολόκληρης της οικονομίας. Η κοινωνική εμπειρία είναι κρίσιμο στοιχείο της πραγματικότητας, αλλά δεν υποκαθιστά τη συστηματική μέτρηση.

Η ουσιαστική λύση είναι η πλουσιότερη μέτρηση. Αντί για αποκλειστική προσήλωση σε έναν εθνικό μέσο δείκτη, η δημόσια συζήτηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει συστηματικότερη παρουσίαση κόστους ζωής ανά εισοδηματικό κλιμάκιο, σύνθεση νοικοκυριού, ιδιοκτησιακή κατάσταση κατοικίας, ηλικία και περιοχή. Ένας ενοικιαστής κάτω των 35 ετών με ένα παιδί δεν έχει το ίδιο καλάθι με ένα ζευγάρι συνταξιούχων που κατοικεί σε ιδιόκτητη κατοικία. Η γνώση της διαφοράς δεν καταργεί τον ΔΤΚ· τον συμπληρώνει με την κοινωνική κατανομή των συνεπειών του.

Ακόμη πιο χρήσιμος πολιτικά θα ήταν ένας δείκτης του εισοδήματος που απομένει μετά τις βασικές ανελαστικές δαπάνες. Δύο νοικοκυριά με ίσο καθαρό εισόδημα μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική πραγματική οικονομική ελευθερία αν το ένα δαπανά 20% και το άλλο 50% για κατοικία. Το διαθέσιμο εισόδημα πριν από τη στέγη δεν αποτυπώνει πλήρως αυτή τη διαφορά. Η οικονομική ασφάλεια εξαρτάται από το «υπόλοιπο επιλογής» που απομένει αφού πληρωθούν κατοικία, ενέργεια, τρόφιμα, μεταφορές και βασικές οικογενειακές υποχρεώσεις.

Η πολιτική οικονομία της ακρίβειας είναι επομένως και πολιτική οικονομία της κατανομής. Το κεντρικό ζήτημα δεν είναι μόνο αν οι τιμές αυξάνονται κατά 2,7%, 3% ή 4%. Είναι ποια αγαθά ακριβαίνουν, ποιος τα καταναλώνει, ποιο ποσοστό του εισοδήματός του απορροφούν και πόσο εύκολα μπορεί να τα υποκαταστήσει. Η αύξηση 10% σε μια προαιρετική δαπάνη υψηλού εισοδήματος δεν είναι κοινωνικά ισοδύναμη με αύξηση 10% σε ανελαστική δαπάνη ενός χαμηλού εισοδήματος.

Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να σχεδιάζονται οι πολιτικές. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις είναι πολιτικά εύκολες αλλά συχνά ακριβές και ανεπαρκώς στοχευμένες. Οι αυστηρά στοχευμένες παρεμβάσεις είναι δημοσιονομικά αποτελεσματικότερες αλλά μπορεί να αφήνουν εκτός μεγάλα τμήματα της πιεζόμενης μεσαίας τάξης που δεν θεωρούνται «ευάλωτα» με τα τυπικά εισοδηματικά όρια. Η διαμόρφωση πολιτικής απέναντι στην ακρίβεια απαιτεί συνεπώς καλύτερη χαρτογράφηση των πραγματικών κοινωνικών βαρών και όχι απλώς επιλογή ανάμεσα σε «επίδομα» και «αγορά».

Η εμπιστοσύνη αποτελεί το τελευταίο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο. Όταν ο πολίτης εμπιστεύεται ότι οι επίσημες μετρήσεις είναι αμερόληπτες, μπορεί να αποδεχθεί ότι ο προσωπικός του πληθωρισμός διαφέρει από τον γενικό δείκτη. Όταν όμως η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι χαμηλή, η διαφορά ανάμεσα στη στατιστική και στην εμπειρία γίνεται εύκολα θεωρία χειραγώγησης. Η ποιότητα της οικονομικής πληροφόρησης γίνεται έτσι ζήτημα δημοκρατικής ποιότητας.

Η ώριμη πολιτική θέση δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στον δείκτη και στον πολίτη. Είναι να κατανοήσει ότι περιγράφουν διαφορετικές κλίμακες του ίδιου φαινομένου. Η στατιστική λέει τι συμβαίνει κατά μέσο όρο στην οικονομία. Η κοινωνική εμπειρία λέει πώς κατανέμεται αυτό που συμβαίνει. Η πρώτη χωρίς τη δεύτερη παράγει τεχνοκρατική τύφλωση. Η δεύτερη χωρίς την πρώτη παράγει πολιτική αυθαιρεσία.

Η ακρίβεια γίνεται γι’ αυτό σύγκρουση αντίληψης ακριβώς όταν το πολιτικό σύστημα αποτυγχάνει να συνδέσει το μακροοικονομικό με το κοινωνικό επίπεδο. Μια σοβαρή δημόσια πολιτική χρειάζεται να αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα μπορεί ταυτόχρονα να εμφανίζει καλύτερους δείκτες και να διαθέτει σημαντικά τμήματα της κοινωνίας που εξακολουθούν να βιώνουν ισχυρή οικονομική πίεση