Η τριμερής Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου συνδέει δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μια μεγάλη αραβική και αφρικανική χώρα, σε μια γεωγραφική περιοχή όπου οι ευρωπαϊκοί, αραβικοί, αφρικανικοί και μεσογειακοί χώροι αλληλεπικαλύπτονται.
Αυτή η ασυμμετρία μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή ιδιαίτερης διπλωματικής προστιθέμενης αξίας, αλλά όχι αυτομάτως. Η διαφορετικότητα παράγει ισχύ μόνο όταν οι διαφορετικές δυνατότητες είναι συμπληρωματικές. Αν τα συμφέροντα αποκλίνουν υπερβολικά, η ασυμμετρία γίνεται πηγή αδυναμίας. Αν όμως τα κράτη μπορούν να αξιοποιούν τη διαφορετική θεσμική και γεωπολιτική τους θέση για την εξυπηρέτηση κοινών στόχων, τότε η συνεργασία αποκτά αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «συνδυαστική διπλωματική ισχύς»: κάθε μέλος καθιστά προσβάσιμους στους άλλους χώρους στους οποίους εκείνοι έχουν μικρότερη άμεση επιρροή.
Η Ελλάδα και η Κύπρος συμμετέχουν σε ένα ιδιαίτερα θεσμοποιημένο ευρωπαϊκό σύστημα. Η ιδιότητά τους αυτή δεν αποτελεί απλώς νομικό χαρακτηριστικό. Παρέχει πρόσβαση σε μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, κανονιστικά πλαίσια, πολιτικές συμμαχίες, δίκτυα διοίκησης και διαδικασίες διαμόρφωσης της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής της Ένωσης. Η επιρροή ενός κράτους-μέλους δεν είναι απεριόριστη και δεν μπορεί να ταυτίζεται με την πολιτική της ίδιας της Ένωσης. Μπορεί όμως να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ένα περιφερειακό πρόβλημα ορίζεται, εισέρχεται στην ευρωπαϊκή ατζέντα και συνδέεται με ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μικρότερα κράτη. Η ισχύς τους σπάνια προκύπτει από την ικανότητα μονομερούς εξαναγκασμού. Προκύπτει συχνότερα από θεσμική πρόσβαση, εξειδικευμένη γνώση, διαμόρφωση της ατζέντας και ικανότητα να παρουσιάζουν ένα εθνικό ή περιφερειακό ζήτημα ως μέρος ενός ευρύτερου συλλογικού συμφέροντος. Η σχετική αρθρογραφία του PoliticalThoughts έχει ήδη υποστηρίξει ότι ένα μικρό κράτος αυξάνει την επιρροή του όταν κατορθώνει να μετατρέψει τη γεωγραφία, την τοπική γνώση ή τις υποδομές του σε υπηρεσία που οι εταίροι θεωρούν χρήσιμη για το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον.
Η Κύπρος διαθέτει σε αυτό το πλαίσιο μια ιδιόμορφη γεωπολιτική θέση. Είναι μικρό κράτος της Ένωσης, αλλά βρίσκεται γεωγραφικά βαθιά στην Ανατολική Μεσόγειο, πολύ πλησιέστερα σε κρίσιμες περιοχές της νότιας και ανατολικής μεσογειακής περιφέρειας από τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Η αξία της δεν πρέπει να υπερτιμάται σε όρους συμβατικής ισχύος· είναι όμως σημαντική σε όρους γεωγραφικής εγγύτητας, τοπικής γνώσης, δικτύων επικοινωνίας και δυνατότητας να λειτουργεί ως σημείο σύνδεσης μεταξύ ευρωπαϊκών διαδικασιών και περιφερειακών πραγματικοτήτων.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική κλίμακα. Διαθέτει μεγαλύτερο οικονομικό, στρατιωτικό, ναυτιλιακό και διπλωματικό βάρος, βαθύτερη διασύνδεση με τα Βαλκάνια και την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, καθώς και μεγαλύτερη ικανότητα να συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με ευρύτερες ευρωπαϊκές πολιτικές μεταφορών, ενέργειας, εμπορίου και ασφάλειας. Η γεωγραφική της θέση λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ Μεσογείου, νοτιοανατολικής Ευρώπης και ευρωπαϊκού ηπειρωτικού χώρου.
Η Αίγυπτος προσθέτει ένα εντελώς διαφορετικό είδος ισχύος. Το μέγεθος του πληθυσμού της, η ιστορική και πολιτική της θέση στον αραβικό κόσμο, η αφρικανική της διάσταση, η γεωγραφική της θέση μεταξύ Μεσογείου και Ερυθράς Θάλασσας, οι ενεργειακές και μεταφορικές της υποδομές και η σημασία της για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής την καθιστούν δρώντα άλλης κλίμακας. Η ελληνική διπλωματία αντιμετωπίζει επισήμως την Αίγυπτο ως παράγοντα ιδιαίτερου στρατηγικού βάρους στη Μέση Ανατολή και στον αραβικό κόσμο και έχει εντάξει την τριμερή συνεργασία σε μια πολύ ευρύτερη σχέση πολιτικής, ενεργειακής, οικονομικής και αμυντικής συνεργασίας.
Ακριβώς επειδή οι τρεις γεωπολιτικές ταυτότητες είναι διαφορετικές, η συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει ένα είδος «θεσμικής διαμεσολάβησης». Η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να μεταφέρουν προς το ευρωπαϊκό επίπεδο προβλήματα, προτεραιότητες και προτάσεις που αφορούν τη νότια Μεσόγειο. Η Αίγυπτος, από την άλλη πλευρά, μπορεί να προσφέρει βαθύτερη πρόσβαση στις αντιλήψεις, τις προτεραιότητες και τις πολιτικές ισορροπίες του αραβικού και αφρικανικού χώρου. Η αξία δεν βρίσκεται στο ότι ένα μέρος «εκπροσωπεί» το άλλο — κάτι τέτοιο θα ήταν αναλυτικά και πολιτικά λανθασμένο. Βρίσκεται στο ότι κάθε κράτος εισάγει στο κοινό τραπέζι πληροφορίες, θεσμικές δυνατότητες και δίκτυα στα οποία τα άλλα δύο έχουν διαφορετικό βαθμό πρόσβασης.
Αυτό μπορεί να ονομαστεί «μεταφραστική διπλωματία». Στις διεθνείς σχέσεις, μεγάλο μέρος των αποτυχιών δεν προκύπτει επειδή οι δρώντες δεν έχουν συμφέρον να συνεργαστούν, αλλά επειδή αντιλαμβάνονται διαφορετικά το ίδιο πρόβλημα. Η ευρωπαϊκή γραφειοκρατική γλώσσα της ρυθμιστικής πολιτικής, της χρηματοδότησης και της θεσμικής αιρεσιμότητας δεν είναι ταυτόσημη με την πολιτική γλώσσα ασφάλειας, κρατικής ανθεκτικότητας και περιφερειακής ισορροπίας που συχνά κυριαρχεί στη νότια Μεσόγειο. Ένα σχήμα που περιλαμβάνει κράτη και από τους δύο θεσμικούς χώρους μπορεί να μειώνει το κόστος αυτής της ασυμβατότητας.
Η ήδη βαθιά εταιρική σχέση ΕΕ–Αιγύπτου δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για μια τέτοια λειτουργία. Η σχέση έχει πλέον οργανωθεί σε έξι πυλώνες — πολιτικές σχέσεις, οικονομική σταθερότητα, εμπόριο και επενδύσεις, μετανάστευση και κινητικότητα, ασφάλεια, δημογραφία και ανθρώπινο κεφάλαιο — και έχει συνδεθεί με το ευρύτερο Σύμφωνο για τη Μεσόγειο. Η τριμερής δεν χρειάζεται να υποκαταστήσει αυτή τη σχέση. Μπορεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεσο επίπεδο, όπου συγκεκριμένα προβλήματα και έργα αποκτούν πολιτική ωριμότητα πριν μεταφερθούν σε ευρύτερα θεσμικά σχήματα.
Εδώ βρίσκεται μια πρώτη ιδιαίτερη διπλωματική αξία: η τριμερής μπορεί να παράγει «προ-συναίνεση». Τρία κράτη με διαφορετικές γεωπολιτικές εντάξεις μπορούν να δοκιμάζουν διατυπώσεις, προτεραιότητες και προτάσεις σε μικρότερο σχήμα προτού αυτές χρειαστεί να υποστηριχθούν σε πολυμερείς οργανισμούς με πολύ μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων. Το μικρό μέγεθος μειώνει το κόστος διαπραγμάτευσης. Η ετερογένεια, αντίθετα, αυξάνει τη χρησιμότητα της συναίνεσης όταν αυτή τελικά επιτυγχάνεται.
Αν τρία σχεδόν ταυτόσημα κράτη συμφωνήσουν, η συμφωνία τους μπορεί να είναι πολιτικά αναμενόμενη. Αν όμως δύο ευρωπαϊκά κράτη και μια μεγάλη αραβική χώρα διαμορφώσουν κοινή θέση σε ζήτημα θαλάσσιας τάξης, ενεργειακής συνδεσιμότητας, μεταναστευτικής διακυβέρνησης ή περιφερειακής σταθερότητας, η συμφωνία διαθέτει διαφορετική αποδεικτική αξία. Υποδηλώνει ότι το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να περιγραφεί με τρόπο που υπερβαίνει μια στενή γεωγραφική ή θεσμική οπτική.
Η Κοινή Διακήρυξη του Ελ Αλαμέιν είναι ενδεικτική αυτής της διεύρυνσης. Η τριμερής δεν περιορίζεται σε έναν ενιαίο τομέα, αλλά συνδέει πολιτικό συντονισμό, οικονομία, ιδιωτικές επενδύσεις, ενεργειακές υποδομές, θαλάσσια ζητήματα, κινητικότητα εργαζομένων και σειρά περιφερειακών προκλήσεων. Παράλληλα, προβλέπει συστηματικότερη παρακολούθηση εφαρμογής και μεγαλύτερη σύνδεση κυβερνήσεων, θεσμών και ιδιωτικού τομέα. Η διαφοροποίηση της ατζέντας σημαίνει ότι η τριμερής μπορεί να παράγει περισσότερα από κοινές πολιτικές δηλώσεις: μπορεί να διασταυρώνει διαφορετικούς θεσμικούς κόσμους.
Η δεύτερη προστιθέμενη αξία αφορά τη «δικτυακή ισχύ». Η παραδοσιακή μέτρηση ισχύος επικεντρώνεται σε στρατιωτικό μέγεθος, οικονομία, πληθυσμό και τεχνολογία. Σε ένα πυκνό διεθνές σύστημα, όμως, αξία έχει και η θέση μέσα στα δίκτυα. Κράτος που συνδέει διαφορετικές πολιτικές κοινότητες μπορεί να διαθέτει μεγαλύτερη σημασία από όση υποδηλώνει το ακαθάριστο μέγεθός του. Δεν χρειάζεται να είναι ισχυρότερο από τους εταίρους του. Αρκεί να αποτελεί κόμβο τον οποίο οι άλλοι θεωρούν χρήσιμο για πρόσβαση σε τρίτους.
Η Ελλάδα και η Κύπρος αυξάνουν τη χρησιμότητά τους προς την Αίγυπτο όταν μπορούν να συνδέουν κοινές προτεραιότητες με ευρωπαϊκά κανονιστικά, χρηματοδοτικά και πολιτικά εργαλεία. Η Αίγυπτος αυξάνει αντιστοίχως τη χρησιμότητά της προς τις δύο άλλες χώρες όταν παρέχει πολιτική πρόσβαση, γνώση και διαύλους που διευκολύνουν την κατανόηση εξελίξεων στον αραβικό και αφρικανικό χώρο. Η αλληλεξάρτηση δεν είναι πλήρως συμμετρική, αλλά δεν χρειάζεται να είναι. Αρκεί κάθε πλευρά να διαθέτει κάτι που οι άλλες δεν μπορούν να αναπαράγουν εξίσου εύκολα μόνες τους.
Αυτού του τύπου η συνεργασία μπορεί επίσης να αυξήσει την «αξιοπιστία γεφύρωσης». Ένα κράτος που εμφανίζεται μόνο του ως μεσολαβητής μεταξύ διαφορετικών θεσμικών χώρων μπορεί να θεωρηθεί ότι προωθεί τη δική του ατζέντα. Ένα σταθερό πολυμερές σχήμα που έχει λειτουργήσει επί χρόνια αποκτά μεγαλύτερη θεσμική συνέχεια. Η σχέση δεν ενεργοποιείται μόνο όταν ξεσπά κρίση. Υπάρχει ήδη πριν από την κρίση.
Αυτό είναι σημαντικό, διότι η αποτελεσματική διπλωματική διαμεσολάβηση βασίζεται λιγότερο στη στιγμή της δημόσιας παρέμβασης και περισσότερο στην προϋπάρχουσα πυκνότητα σχέσεων. Η εμπιστοσύνη δεν κατασκευάζεται σε λίγες ημέρες. Προκύπτει από επαναλαμβανόμενες επαφές, προβλεψιμότητα συμπεριφοράς και γνώση των περιορισμών της άλλης πλευράς.
Η τρίτη προστιθέμενη αξία αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική της Μεσογείου. Η Ένωση έχει επιδιώξει εκ νέου να οργανώσει τη σχέση με τη νότια Μεσόγειο μέσα από ένα «Κοινό Μεσογειακό Χώρο», με έμφαση σε ανθρώπινες διασυνδέσεις, ολοκληρωμένες οικονομίες, ασφάλεια, ετοιμότητα και διαχείριση μετανάστευσης. Η τριμερής μπορεί να λειτουργήσει ως μικρότερη κλίμακα δοκιμής αυτού του μοντέλου. Δύο μέλη της Ένωσης και ένας σημαντικός νότιος εταίρος μπορούν να αποδείξουν αν η έννοια της «συνιδιοκτησίας» ευρωμεσογειακών πολιτικών είναι πραγματική ή παραμένει ευρωπαϊκή πολιτική που απλώς εφαρμόζεται προς τον Νότο.
Η συμμετοχή της Αιγύπτου είναι κρίσιμη εδώ. Μια πραγματική μεσογειακή αρχιτεκτονική δεν μπορεί να δομηθεί αποκλειστικά από ευρωπαϊκά κράτη και να θεωρεί τον νότιο χώρο αντικείμενο πολιτικής. Χρειάζεται συμπαραγωγή προτεραιοτήτων. Η τριμερής, ακριβώς λόγω της σύνθεσής της, μπορεί να επιτρέπει αυτή τη διαδικασία σε μικρότερη κλίμακα.
Η τέταρτη αξία αφορά την αποφυγή των άκαμπτων στρατοπέδων. Η τριμερής δεν απαιτεί από τα μέλη της πλήρη ευθυγράμμιση σε κάθε διεθνές ζήτημα. Ούτε θα ήταν ρεαλιστικό να την απαιτεί. Οι διαφορετικές γεωπολιτικές ταυτότητες σημαίνουν ότι τα τρία κράτη έχουν διαφορετικές σχέσεις με μεγάλες δυνάμεις, διαφορετικές περιφερειακές προτεραιότητες και διαφορετικούς εσωτερικούς περιορισμούς.
Αυτό, αντί να θεωρηθεί δομικό μειονέκτημα, μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο σταθερότητας αν η συνεργασία οργανώνεται γύρω από συγκεκριμένες επικαλύψεις συμφερόντων. Δεν χρειάζεται να παραχθεί κοινή εξωτερική πολιτική στο σύνολό της. Χρειάζεται να διαμορφώνεται προβλέψιμη συνεργασία στα πεδία όπου οι τρεις πλευρές πράγματι συγκλίνουν.
Η συγκεκριμένη λογική είναι περισσότερο συμβατή με τη σημερινή πολυκεντρική διεθνή τάξη από μια προσπάθεια δημιουργίας άκαμπτης συμμαχικής ταυτότητας. Τα μεσαία και μικρότερα κράτη συμμετέχουν όλο και συχνότερα σε επικαλυπτόμενα δίκτυα συνεργασίας. Δεν επιλέγουν πάντοτε μία αποκλειστική γεωπολιτική ένταξη· προσπαθούν να διατηρούν διαφορετικούς δίαυλους ανάλογα με το αντικείμενο.
Η τριμερής μπορεί επομένως να επιτύχει περισσότερο ως μη αποκλειστικό σχήμα παρά ως «άξονας». Ο όρος «άξονας» υποδηλώνει σαφές εξωτερικό σημείο αντιπαράθεσης και τάση αποκλειστικότητας. Η πραγματική αξία της συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου είναι διαφορετική: συνδέει τρεις γεωπολιτικούς χώρους χωρίς να απαιτεί την ενοποίησή τους.
Το μοντέλο όμως έχει και περιορισμούς. Η διαφορετικότητα που παράγει προστιθέμενη αξία μπορεί επίσης να δημιουργήσει διαφορετικές ιεραρχήσεις απειλών. Ένα ζήτημα που θεωρείται ύψιστη προτεραιότητα από το ένα κράτος μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον από τα άλλα δύο. Οι διαφορετικές οικονομικές κλίμακες, θεσμικές δεσμεύσεις και γεωγραφικές εκθέσεις οδηγούν αναπόφευκτα σε διαφορετική αποτίμηση κόστους και κινδύνου.
Γι’ αυτό η τριμερής δεν πρέπει να κρίνεται από το αν τα τρία κράτη «βλέπουν τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο». Δεν τον βλέπουν και πιθανότατα δεν θα τον δουν. Το πραγματικό κριτήριο είναι αν μπορούν να μετατρέπουν τη διαφορετική τους οπτική σε πληροφοριακό και διπλωματικό πλεονέκτημα.
Αν η αιγυπτιακή πλευρά μπορεί να εξηγεί καλύτερα στις άλλες δύο χώρες πώς μια περιφερειακή εξέλιξη γίνεται αντιληπτή από τον αραβικό χώρο, ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να εξηγούν καλύτερα πώς το ίδιο ζήτημα θα περάσει από τα θεσμικά φίλτρα της Ένωσης, τότε η διαφορετικότητα παράγει συλλογική γνώση. Κανένα μέλος δεν χρειάζεται να υιοθετήσει πλήρως την οπτική των άλλων. Αρκεί να τη γνωρίζει εγκαίρως και να ενσωματώνει την ύπαρξή της στον δικό του σχεδιασμό.
Αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερη αξία σε περιόδους κρίσης. Τα κράτη συχνά αιφνιδιάζονται όχι επειδή δεν είχαν πληροφορίες, αλλά επειδή αξιολόγησαν τις πληροφορίες αποκλειστικά μέσα από το δικό τους θεσμικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Μια ετερογενής τριμερής συνεργασία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός διόρθωσης αυτού του προβλήματος. Η διαφορετική γεωπολιτική ταυτότητα γίνεται μορφή αναλυτικής διαφοροποίησης.
Η διπλωματική προστιθέμενη αξία επομένως δεν βρίσκεται στην απλή γεωγραφική άθροιση τριών χωρών. Βρίσκεται στη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που μεταφράζει, συνδέει και διασταυρώνει διαφορετικές θεσμικές πραγματικότητες.
Σε αυτό το σημείο η τριμερής μπορεί πράγματι να παράγει ισχύ μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους δυνατοτήτων της. Όχι με την έννοια ότι μετατρέπεται σε ενιαίο γεωπολιτικό δρώντα, αλλά επειδή αυξάνει το σύνολο των διαύλων, των πληροφοριών και των θεσμικών επιλογών που είναι διαθέσιμες σε κάθε μέλος χωριστά.
Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν αποκτούν το δημογραφικό και περιφερειακό βάρος της Αιγύπτου επειδή συνεργάζονται μαζί της. Αποκτούν όμως μεγαλύτερη πρόσβαση σε πολιτικό χώρο στον οποίο μόνες τους έχουν μικρότερη εμβέλεια. Η Αίγυπτος δεν αποκτά ιδιότητα κράτους-μέλους της Ένωσης. Αποκτά όμως δύο σταθερούς εταίρους οι οποίοι μπορούν να κατανοούν και να επηρεάζουν ευρωπαϊκές διαδικασίες από το εσωτερικό.
Αυτή είναι πιο ακριβής έννοια της γεωπολιτικής συμπληρωματικότητας.
Η πραγματική πρόκληση για την επόμενη φάση είναι να μετατραπεί η συμπληρωματικότητα από άτυπο πλεονέκτημα σε συστηματική μέθοδο διπλωματικής λειτουργίας. Οι διαβουλεύσεις δεν πρέπει να περιορίζονται στην ανταλλαγή εθνικών θέσεων. Θα μπορούσαν να οργανώνονται με ρητό στόχο τη χαρτογράφηση του τρόπου με τον οποίο το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται σε τρία διαφορετικά θεσμικά περιβάλλοντα: στο ευρωπαϊκό, στο αραβικό και στο ευρύτερο μεσογειακό.
Με τον τρόπο αυτό η τριμερής δεν θα επιχειρεί να εξαλείψει τις διαφορετικές γεωπολιτικές ταυτότητες των μελών της. Θα τις χρησιμοποιεί.
Αυτό είναι άλλωστε το βαθύτερο πλεονέκτημα της σύνθεσής της. Η ομοιογένεια διευκολύνει τη συναίνεση, αλλά συχνά περιορίζει το εύρος της πληροφορίας. Η ετερογένεια δυσκολεύει τη συμφωνία, αλλά όταν η συμφωνία επιτυγχάνεται μπορεί να την καθιστά περισσότερο χρήσιμη και περισσότερο μεταφέρσιμη πέρα από το ίδιο το σχήμα.
Η τριμερής θα αποκτήσει συνεπώς ιδιαίτερη διπλωματική αξία όχι όταν οι τρεις χώρες αποκτήσουν κοινή γεωπολιτική ταυτότητα, αλλά όταν η διαφορετικότητά τους γίνει οργανωμένο πλεονέκτημα.
Πρόσφατα σχόλια