Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ είναι από τους πιο ισχυρούς και ταυτόχρονα περισσότερο παρερμηνευμένους αριθμούς της δημοσιονομικής συζήτησης. Η σημασία του είναι πραγματική: ένα χρέος 300 δισ. ευρώ έχει εντελώς διαφορετικό οικονομικό βάρος σε μια οικονομία που παράγει 150 δισ. ετησίως και σε μία που παράγει 400 δισ. Ο λόγος χρέους προς προϊόν συνδέει την υποχρέωση με τη γενική οικονομική βάση από την οποία μπορεί να εξυπηρετηθεί.

Αυτό όμως σημαίνει ότι ο δείκτης μπορεί να βελτιωθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να μειωθεί ο αριθμητής, δηλαδή το ίδιο το ονομαστικό δημόσιο χρέος. Μπορεί να αυξηθεί ο παρονομαστής, δηλαδή το ονομαστικό ΑΕΠ. Συνήθως συμβαίνουν και τα δύο, ενώ η τελική μεταβολή επηρεάζεται επίσης από το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων, τους τόκους, τον πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης, τον πληθωρισμό και τις λεγόμενες προσαρμογές αποθέματος-ροής.

Η ελληνική εξέλιξη αποτελεί εξαιρετικά καθαρό παράδειγμα. Σύμφωνα με τη Eurostat, στο τέλος του 2024 το χρέος της γενικής κυβέρνησης ήταν 364,964 δισ. ευρώ και το ονομαστικό ΑΕΠ 236,736 δισ., με αποτέλεσμα λόγο χρέους προς ΑΕΠ 154,2%. Στο τέλος του 2025 το χρέος είχε μειωθεί στα 362,925 δισ. ευρώ, ενώ το ΑΕΠ είχε αυξηθεί στα 248,354 δισ., οδηγώντας τον λόγο στο 146,1%.

Ο λόγος λοιπόν υποχώρησε περίπου οκτώ ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο. Το ονομαστικό απόθεμα χρέους όμως μειώθηκε μόλις κατά περίπου 2 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά λίγο περισσότερο από μισό τοις εκατό. Το ονομαστικό ΑΕΠ, αντιθέτως, αυξήθηκε κατά περίπου 11,6 δισ. ευρώ ή σχεδόν 4,9%.

Μια απλή αριθμητική άσκηση δείχνει πόσο σημαντική ήταν η επίδραση του παρονομαστή. Αν το χρέος είχε παραμείνει ακριβώς στο επίπεδο του 2024, στα 364,964 δισ., αλλά το ΑΕΠ είχε αυξηθεί όπως πραγματικά αυξήθηκε στα 248,354 δισ., ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα είχε υποχωρήσει περίπου στο 147,0%. Δηλαδή από τις περίπου οκτώ μονάδες της συνολικής πτώσης, πάνω από επτά μπορούν αριθμητικά να συσχετιστούν με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και λιγότερο από μία επιπλέον μονάδα με τη μείωση του ίδιου του ονομαστικού αποθέματος χρέους. Πρόκειται για απλή αριθμητική αποσύνθεση και όχι για πλήρη αιτιώδη λογιστική των δημοσιονομικών ροών, αλλά η εικόνα είναι σαφής: το 2025 η βελτίωση του λόγου ήταν κυρίως βελτίωση του παρονομαστή.

Αυτή η διαπίστωση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να υποβαθμιστεί η σημασία της πτώσης. Η αύξηση του ΑΕΠ είναι απολύτως θεμιτός τρόπος μείωσης του βάρους ενός χρέους. Αν μια επιχείρηση διατηρεί σταθερό δανεισμό αλλά διπλασιάζει σταθερά και βιώσιμα τα κέρδη και τις ταμειακές ροές της, η πιστοληπτική της θέση έχει πραγματικά βελτιωθεί. Το ίδιο ισχύει για ένα κράτος: αν η οικονομική και φορολογική βάση μεγαλώνει, το ίδιο ονομαστικό χρέος γίνεται ευκολότερο να εξυπηρετηθεί.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι η ποιότητα της αύξησης του παρονομαστή. Το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται από δύο βασικές συνιστώσες: την πραγματική αύξηση της παραγωγής και την αύξηση του επιπέδου των τιμών. Και οι δύο μειώνουν αριθμητικά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, αλλά δεν έχουν ακριβώς την ίδια οικονομική ποιότητα.

Η πραγματική ανάπτυξη είναι η ισχυρότερη μορφή δημοσιονομικής βελτίωσης. Περισσότερη παραγωγή σημαίνει περισσότερα πραγματικά εισοδήματα, μεγαλύτερη φορολογική βάση και αυξημένη δυνατότητα εξυπηρέτησης υποχρεώσεων χωρίς μείωση της πραγματικής κατανάλωσης. Αν ο λόγος χρέους μειώνεται επειδή η οικονομία παράγει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, η βελτίωση έχει ισχυρή παραγωγική βάση.

Ο πληθωρισμός λειτουργεί διαφορετικά. Αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ και τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα, ενώ το υπάρχον χρέος σταθερού ονομαστικού ποσού δεν αυξάνεται αυτόματα στον ίδιο βαθμό. Έτσι μειώνει την πραγματική αξία του παλαιού χρέους και βελτιώνει τον λόγο προς το ονομαστικό ΑΕΠ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πληθωριστική μείωση του λόγου είναι «λογιστικό τέχνασμα». Έχει πραγματική δημοσιονομική επίδραση, ιδίως όταν μεγάλο μέρος του χρέους έχει σταθερό επιτόκιο. Αλλά έχει κοινωνικό κόστος: ο πληθωρισμός διαβρώνει την αγοραστική δύναμη, αναδιανέμει πλούτο μεταξύ οφειλετών και πιστωτών και μπορεί τελικά να οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια για τον νέο δανεισμό.

Για αυτό η ίδια πτώση δέκα ποσοστιαίων μονάδων του λόγου χρέους μπορεί να είναι ποιοτικά πολύ διαφορετική αν προέρχεται από 5% πραγματική ανάπτυξη και χαμηλό πληθωρισμό ή από στάσιμη πραγματική οικονομία και 8% αύξηση τιμών. Η αριθμητική είναι παρόμοια· η οικονομική βάση εντελώς διαφορετική.

Η θεμελιώδης εξίσωση της δυναμικής του χρέους αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη σχέση. Σε απλουστευμένη μορφή, η μεταβολή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ εξαρτάται από τη διαφορά μεταξύ του αποτελεσματικού επιτοκίου που πληρώνει το κράτος και του ονομαστικού ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας, πολλαπλασιασμένη με το ήδη υπάρχον χρέος, από το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα και από άλλες προσαρμογές που επηρεάζουν το απόθεμα χρέους.

Αν ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης είναι υψηλότερος από το μέσο επιτόκιο του υφιστάμενου χρέους, ο λόγος χρέους μπορεί να μειώνεται ακόμη και χωρίς εξαιρετικά μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα. Αν το επιτόκιο γίνει υψηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης, χρειάζεται μεγαλύτερη δημοσιονομική προσπάθεια για να επιτευχθεί η ίδια πτώση.

Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει σε αυτό το σημείο μια ιδιαιτερότητα που είναι εξαιρετικά σημαντικότερη από τον headline λόγο χρέους. Το χρέος έχει πολύ μεγάλη μέση διάρκεια και εξαιρετικά αργή ανατιμολόγηση. Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους εκτιμούσε στα μέσα του 2026 μέση σταθμική διάρκεια περίπου 18,3 έτη και αντίστοιχα πολύ μεγάλη περίοδο μέχρι την επόμενη ανατιμολόγηση, ενώ το χαρτοφυλάκιο εμφανίζεται ουσιαστικά πλήρως προστατευμένο από άμεση μεταβολή κυμαινόμενων επιτοκίων μετά τις πράξεις αντιστάθμισης.

Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος των 140 και πλέον τοις εκατό του ΑΕΠ δεν έχει την ίδια βραχυχρόνια ευαισθησία επιτοκίου που θα είχε ένα ίδιου μεγέθους χρέος με μέση λήξη τεσσάρων ή πέντε ετών και μεγάλο ποσοστό κυμαινόμενου επιτοκίου. Η δομή είναι μέρος της βιωσιμότητας.

Γι’ αυτό η αποκλειστική χρήση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ ως μέτρου κινδύνου είναι ανεπαρκής. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιος κατέχει το χρέος, σε ποιο νόμισμα είναι εκφρασμένο, πότε λήγει, πότε αλλάζει επιτόκιο, ποιο είναι το μέσο κόστος εξυπηρέτησης και ποιο τμήμα πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί κάθε χρόνο.

Ένα κράτος με χρέος 100% του ΑΕΠ που πρέπει να αναχρηματοδοτήσει πολύ μεγάλο μέρος του μέσα σε δύο χρόνια μπορεί να είναι περισσότερο ευάλωτο σε ξαφνική αύξηση επιτοκίων από κράτος με χρέος 140% και εξαιρετικά μακροχρόνια, φθηνή χρηματοδότηση. Η ποσότητα του χρέους είναι καθοριστική, αλλά η χρονική του δομή μεταβάλλει το είδος του κινδύνου.

Η διάκριση μεταξύ ακαθάριστου και καθαρού χρέους είναι επίσης ουσιώδης. Στο τέλος του 2025, έναντι ακαθάριστου χρέους 362,925 δισ. ευρώ, τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ήταν περίπου 39,6 δισ. ευρώ. Ο ΟΔΔΗΧ κατέγραφε καθαρό χρέος περίπου 323,2 δισ. ευρώ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί το ακαθάριστο χρέος. Τα ταμειακά διαθέσιμα έχουν σκοπό να προσφέρουν ασφάλεια, ρευστότητα και δυνατότητα εξυπηρέτησης χωρίς εξάρτηση από την αγορά σε κάθε χρονική στιγμή. Αν δαπανηθούν όλα για αποπληρωμή, μειώνεται το χρέος αλλά εξαφανίζεται το ασφαλιστικό απόθεμα. Η δημοσιονομική ανθεκτικότητα δεν μεγιστοποιείται κατ’ ανάγκην με μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα.

Αυτό αναδεικνύει ακόμη μία κρίσιμη παρεξήγηση: ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα δεν οδηγεί αυτόματα σε ισόποση μείωση του χρέους. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση του 2025 δεν χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου για αποπληρωμή του ονομαστικού αποθέματος, αλλά μέρος της συσσωρεύθηκε σε υψηλότερα ταμειακά διαθέσιμα, τα οποία αυξήθηκαν περίπου στα 40 δισ. ευρώ.

Από λογιστική άποψη αυτό εξηγεί γιατί η σχέση μεταξύ πρωτογενούς πλεονάσματος και μεταβολής χρέους δεν είναι ένα προς ένα. Ένα κράτος μπορεί να εμφανίζει μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα και το ακαθάριστο χρέος να μειώνεται λίγο, επειδή ταυτόχρονα αυξάνει τα ταμειακά του διαθέσιμα, πραγματοποιεί άλλες χρηματοοικονομικές συναλλαγές ή αντιμετωπίζει προσαρμογές αποθέματος-ροής.

Η διαφορά μεταξύ «ελλείμματος» και «μεταβολής χρέους» αποτελεί βασική αρχή των δημοσίων οικονομικών. Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι ροή μέσα σε μια περίοδο. Το χρέος είναι απόθεμα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Οι δύο έννοιες συνδέονται, αλλά ανάμεσά τους παρεμβάλλονται χρηματοοικονομικές πράξεις.

Για αυτό η πραγματική αποπληρωμή πρέπει να οριστεί προσεκτικά. Αν με τον όρο εννοούμε τη μείωση του ακαθάριστου ονομαστικού αποθέματος, τότε η ελληνική πρόοδος το 2024–2025 ήταν σαφώς μικρότερη από την πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Αν εννοούμε όμως τη βελτίωση της καθαρής δημοσιονομικής θέσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα διαθέσιμα.

Υπάρχει και τρίτος τρόπος να αντιληφθούμε την «αποπληρωμή»: η πρόωρη εξόφληση ακριβότερων ή βραχύτερων υποχρεώσεων. Το συνολικό χρέος μπορεί να μειώνεται κατά μικρό ποσό, αλλά η σύνθεσή του να βελτιώνεται σημαντικά αν αποπληρώνονται υποχρεώσεις που θα δημιουργούσαν υψηλότερο κόστος ή μεγαλύτερη ανάγκη αναχρηματοδότησης. Η διαχείριση χρέους δεν είναι απλώς προσπάθεια ελαχιστοποίησης ενός αριθμού· είναι διαχείριση κόστους και κινδύνου σε βάθος δεκαετιών.

Αυτό καθιστά υπερβολικά απλουστευτική και την αντίθετη θέση, ότι «το χρέος δεν μειώνεται πραγματικά επειδή πέφτει κυρίως μέσω του ΑΕΠ». Αν ο παρονομαστής αυξάνεται από πραγματική παραγωγική επέκταση, η μείωση είναι ουσιαστική. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να εξοφλήσει το χρέος του μέχρι μηδενισμού για να γίνει περισσότερο φερέγγυο. Χρειάζεται το εισόδημα και τα έσοδά του να αυξάνονται διατηρήσιμα ταχύτερα από την επιβάρυνση εξυπηρέτησης.

Η σωστή ερώτηση δεν είναι επομένως «έπεσε το χρέος επειδή πληρώθηκε ή επειδή αυξήθηκε το ΑΕΠ;» σαν οι δύο διαδικασίες να ήταν ανταγωνιστικές. Η σοβαρή δημοσιονομική στρατηγική επιδιώκει και τα δύο: συγκράτηση ή σταδιακή μείωση του ονομαστικού χρέους μέσω συνετών πρωτογενών αποτελεσμάτων και ταυτόχρονα ισχυρή αύξηση του πραγματικού προϊόντος.

Μάλιστα, από κοινωνική άποψη, η δεύτερη διαδρομή είναι συχνά προτιμότερη από την υπερβολικά γρήγορη ονομαστική αποπληρωμή. Για να μειωθεί ένα τεράστιο χρέος κατά δεκάδες δισεκατομμύρια σε σύντομο χρόνο χρειάζονται πολύ μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτά συνεπάγονται υψηλότερους φόρους, χαμηλότερες δαπάνες ή και τα δύο. Αν η υπερβολική δημοσιονομική αφαίρεση περιορίσει επενδύσεις και ανάπτυξη, μπορεί να μειώνεται ο αριθμητής αλλά να υπονομεύεται ο παρονομαστής.

Υπάρχει επομένως ένα βέλτιστο σημείο. Η δημοσιονομική πολιτική χρειάζεται αρκετό πρωτογενές πλεόνασμα ώστε να διασφαλίζεται καθοδική πορεία του χρέους, αλλά όχι τόσο μεγάλη συστηματική αφαίρεση πόρων ώστε να περιορίζεται η παραγωγική βάση που αποτελεί τον ισχυρότερο μακροχρόνιο μηχανισμό αποκλιμάκωσης.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για οικονομία που εξακολουθεί να χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές, ανθρώπινο κεφάλαιο, παραγωγικό εξοπλισμό και τεχνολογία. Η επιλογή μεταξύ πρόσθετης αποπληρωμής χρέους και παραγωγικής δημόσιας επένδυσης δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από το ποια μειώνει γρηγορότερα τον λόγο τον επόμενο χρόνο. Πρέπει να συγκρίνεται η απόδοση της επένδυσης με το πραγματικό κόστος του χρέους που θα μπορούσε εναλλακτικά να αποπληρωθεί.

Αν μια επένδυση αυξάνει μακροχρόνια το πραγματικό ΑΕΠ περισσότερο από το κόστος χρηματοδότησής της, μπορεί να βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους ακόμη και αν βραχυχρόνια δεν μειώνει τον αριθμητή. Αντίθετα, μια δαπάνη χωρίς παραγωγική απόδοση μπορεί να επιδεινώνει τη μελλοντική θέση ακόμη και αν είναι δημοσιονομικά εύκολη σήμερα.

Έτσι, η ποιότητα της ανάπτυξης επιστρέφει στο κέντρο της ανάλυσης. Μια άνοδος του ονομαστικού ΑΕΠ που βασίζεται κυρίως στον πληθωρισμό προσφέρει βραχυχρόνια αριθμητική βοήθεια. Μια άνοδος που βασίζεται σε αύξηση παραγωγικότητας, απασχόλησης και επενδύσεων δημιουργεί διαρκέστερη δυνατότητα εξυπηρέτησης.

Το ίδιο ισχύει για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Ένα πλεόνασμα που προκύπτει από κυκλικά υψηλά φορολογικά έσοδα ή συγκυριακό πληθωρισμό δεν έχει την ίδια ποιότητα με πλεόνασμα που βασίζεται σε μόνιμη διεύρυνση φορολογικής βάσης, αποτελεσματική είσπραξη και διαρθρωτική συγκράτηση μη παραγωγικών δαπανών.

Για αυτό η αξιολόγηση του χρέους πρέπει να αποσυνδεθεί από τη μονοδιάστατη εμμονή στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Χρειάζεται ένα σύνολο δεικτών: ονομαστικό ακαθάριστο χρέος, καθαρό χρέος, λόγος προς ΑΕΠ, ετήσιες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες, μέση διάρκεια, μέσο επιτόκιο, τόκοι ως ποσοστό δημοσίων εσόδων, ποσό που λήγει κάθε χρόνο και μέγεθος ταμειακών διαθεσίμων.

Η ίδια πτώση του λόγου μπορεί να αποκτά πολύ διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με αυτούς τους δείκτες.

Η πιο πρόσφατη εικόνα εξακολουθεί να δείχνει καθοδική κίνηση και του ίδιου του αποθέματος. Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 το χρέος είχε μειωθεί σε 360,106 δισ. ευρώ και ο λόγος στο 143,5% του ΑΕΠ, τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση μεταξύ των κρατών της ΕΕ. Ο ΟΔΔΗΧ εκτιμούσε για το τέλος Ιουνίου 2026 περαιτέρω υποχώρηση του ακαθάριστου χρέους περίπου στα 357,6 δισ. ευρώ.

Άρα είναι ανακριβές να ειπωθεί ότι η αποκλιμάκωση είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα του παρονομαστή. Υπάρχει και πραγματική ονομαστική μείωση. Είναι όμως εξίσου ανακριβές να παρουσιάζεται η πτώση πολλών ποσοστιαίων μονάδων του λόγου σαν να σημαίνει ότι διαγράφηκαν αντίστοιχες δεκάδες δισεκατομμύρια χρέους. Τα δύο μεγέθη δεν είναι ταυτόσημα.

Η διάκριση είναι σημαντική για τη δημοσιονομική λογοδοσία. Όταν ένας λόγος μειώνεται από 154% σε 146%, ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει αν το κράτος εξόφλησε περίπου 8% του ΑΕΠ σε χρέος ή αν η οικονομία μεγάλωσε αρκετά ώστε το παλαιό χρέος να αντιστοιχεί πλέον σε μικρότερο ποσοστό της. Στην ελληνική περίπτωση του 2025, το δεύτερο ήταν σαφώς το κυρίαρχο αριθμητικό κανάλι.

Δεν υπάρχει λόγος να υποτιμηθεί αυτό. Αντίθετα, αναδεικνύει ποια είναι η παραγωγικά υγιέστερη διαδρομή αποκλιμάκωσης. Μια κοινωνία δεν χρειάζεται να επιλέξει μεταξύ ανάπτυξης και χρέους. Η ισχυρή πραγματική ανάπτυξη αποτελεί έναν από τους αποτελεσματικότερους τρόπους διαχείρισης του χρέους.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει άλλωστε την αντίστροφη δυναμική. Όταν το ΑΕΠ καταρρέει, ο λόγος χρέους μπορεί να εκτιναχθεί ακόμη και χωρίς ισόποση αύξηση του ονομαστικού χρέους. Ο παρονομαστής λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Για μια οικονομία που έχει βιώσει βαθιά παραγωγική συρρίκνωση, η αποκατάσταση της παραγωγικής βάσης δεν είναι στατιστικό τέχνασμα· είναι θεμελιώδης όρος δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στο μέλλον. Όσο μειώνεται ο πληθωρισμός προς περισσότερο φυσιολογικά επίπεδα, η βοήθεια του ονομαστικού παρονομαστή από τις τιμές θα γίνει μικρότερη. Η αποκλιμάκωση θα εξαρτάται περισσότερο από πραγματική ανάπτυξη, πρωτογενή αποτελέσματα και προσεκτική διαχείριση του κόστους αναχρηματοδότησης. Η εύκολη φάση της ονομαστικής απομείωσης μέσω υψηλότερων τιμών δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμος μηχανισμός.

Παράλληλα, καθώς τα παλαιά εξαιρετικά ευνοϊκά δάνεια σταδιακά ωριμάζουν και νέο χρέος εκδίδεται με επιτόκια αγοράς υψηλότερα από το μέσο κόστος του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου, η διατήρηση της μεγάλης διάρκειας και της προβλεψιμότητας κόστους γίνεται καθοριστική. Το πρόβλημα χρέους μεταβάλλεται από άμεσο κίνδυνο ρευστότητας σε μακροχρόνιο ζήτημα διατήρησης αξιοπιστίας και αναπτυξιακής επίδοσης.

Επομένως, η πιο ακριβής απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι διπλή. Η πτώση του ελληνικού λόγου χρέους προς ΑΕΠ είναι πραγματική και σημαντική. Κατά την πρόσφατη περίοδο όμως, και ειδικά μεταξύ 2024 και 2025, το μεγαλύτερο μέρος της αριθμητικής βελτίωσης προήλθε από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και όχι από μεγάλη μείωση του ονομαστικού αποθέματος χρέους.

Αυτό δεν μειώνει την ποιότητα της βελτίωσης εφόσον η άνοδος του παρονομαστή στηρίζεται ολοένα περισσότερο σε πραγματική παραγωγική ανάπτυξη. Αντιθέτως, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είναι περισσότερο βιώσιμη κοινωνικά από μια στρατηγική που θα επιδίωκε δραστική αποπληρωμή μέσω διαρκώς πολύ υψηλών πλεονασμάτων.

Η πολιτική επιτυχία δεν πρέπει συνεπώς να ορίζεται ως «πόσο γρήγορα αποπληρώνεται το χρέος» ούτε απλώς ως «πόσο γρήγορα πέφτει ο λόγος». Πρέπει να ορίζεται ως η δημιουργία μιας αυτοτροφοδοτούμενης καθοδικής δυναμικής: υψηλότερη παραγωγικότητα και πραγματικό ΑΕΠ, επαρκή αλλά όχι υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα, χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης, μεγάλη διάρκεια, επαρκής ρευστότητα και σταδιακή μείωση του ίδιου του ονομαστικού αποθέματος όπου αυτό είναι οικονομικά ορθολογικό.

Έτσι το δημόσιο χρέος παύει να αντιμετωπίζεται ως ένας αριθμός που πρέπει απλώς να μικραίνει και αντιμετωπίζεται ως σχέση μεταξύ υποχρεώσεων και παραγωγικής ικανότητας.

Η πιο υγιής αποκλιμάκωση δεν είναι εκείνη που προκύπτει από τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιονομική αφαίρεση. Είναι εκείνη που προκύπτει επειδή το κράτος δανείζεται ακριβότερα ή φθηνότερα με ελεγχόμενο τρόπο, η οικονομία παράγει ολοένα περισσότερη πραγματική αξία και η αύξηση της φορολογικής βάσης επιτρέπει τη σταδιακή μείωση του βάρους χωρίς να υπονομεύεται η κοινωνική και παραγωγική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η ίδια η εξυπηρέτησή του.