Η έννοια του «δημοσιονομικού εκλογικού σώματος» περιγράφει μια πιθανότητα, όχι μια βεβαιότητα: ότι μια ομάδα πολιτών η οποία συνδέεται συστηματικά με συγκεκριμένη δημόσια παροχή, φορολογικό πλεονέκτημα ή θεσμικό δικαίωμα μπορεί σταδιακά να αποκτήσει κοινή πολιτική συμπεριφορά γύρω από την προστασία αυτής της θέσης. Δεν σημαίνει ότι οι παροχές «αγοράζουν» ψήφους ούτε ότι οι πολίτες λειτουργούν ως απλοί υπολογιστές ατομικού οικονομικού οφέλους. Η θεωρητική της αξία βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: μας επιτρέπει να εξετάσουμε κάτω από ποιες πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις μια δημόσια πολιτική μεταβάλλει το ίδιο το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγεται η πολιτική.
Η πρόσφατη δέσμη μέτρων δημιουργεί πλούσιο πεδίο για αυτή την ανάλυση, επειδή κατανέμει οφέλη σε περισσότερες από μία σαφώς προσδιορίσιμες ομάδες — οικογένειες με τρία παιδιά, αγρότες, συνταξιούχους, δημοσίους υπαλλήλους και άλλες κατηγορίες. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι πόσοι ωφελούνται. Είναι αν οι διαφορετικές αυτές σχέσεις με το κράτος μπορούν να παράγουν σταθερή πολιτική υποστήριξη και, ακόμη δυσκολότερα, αν μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους σε διαρκή κοινωνική συμμαχία.
Η πραγματική εκλογική συμπεριφορά δεν λειτουργεί μηχανικά. Ο ψηφοφόρος δεν αξιολογεί μία παροχή αλλά ολόκληρη την οικονομική και πολιτική του εμπειρία. Μπορεί να λαμβάνει φορολογική ελάφρυνση και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι το κόστος κατοικίας έχει αυξηθεί περισσότερο. Να λαμβάνει ετήσια ενίσχυση και να αξιολογεί αρνητικά την ποιότητα δημόσιας υπηρεσίας που χρησιμοποιεί. Να ωφελείται ως γονέας και να αισθάνεται ότι χάνει περισσότερο ως ενοικιαστής ή εργαζόμενος.
Το πρώτο αναγκαίο βήμα είναι επομένως να διακρίνουμε το ακαθάριστο από το αντιλαμβανόμενο καθαρό όφελος. Η διοίκηση γνωρίζει ακριβώς ότι κάποιος έλαβε 400, 500 ή 1.000 ευρώ. Ο ίδιος ο πολίτης αξιολογεί το ποσό μέσα στο συνολικό ισοζύγιο εισοδήματος, τιμών, φόρων, δημόσιων υπηρεσιών και προσδοκιών. Ένα μέτρο υψηλού δημοσιονομικού κόστους μπορεί να έχει περιορισμένη πολιτική επίδραση αν χάνεται μέσα σε μεγαλύτερη αίσθηση οικονομικής πίεσης.
Αυτό μας οδηγεί στην πρώτη προϋπόθεση πολιτικής ανατροφοδότησης: την ορατότητα. Ο δικαιούχος πρέπει να αναγνωρίζει το όφελος. Οι άμεσες καταβολές είναι συνήθως περισσότερο ορατές από έμμεσες δημόσιες υπηρεσίες ή σύνθετες φορολογικές αλλαγές. Ένα ποσό που εμφανίζεται στον λογαριασμό μία συγκεκριμένη ημέρα έχει σαφέστερη ψυχολογική παρουσία από μια αλλαγή συντελεστή που κατανέμεται σε πολλές συναλλαγές.
Η ορατότητα όμως δεν αρκεί. Χρειάζεται απόδοση αιτιότητας. Ο πολίτης πρέπει να πιστεύει ότι το όφελος οφείλεται σε συγκεκριμένη πολιτική απόφαση. Μια αυτόματη συνταξιοδοτική αναπροσαρμογή μπορεί να θεωρείται θεσμικό δικαίωμα και όχι νέα πολιτική επιλογή. Μια φορολογική μείωση μπορεί να αποδίδεται στη βελτίωση της οικονομίας. Η πολιτική πίστωση εξαρτάται από το πόσο σαφής είναι η σύνδεση μεταξύ απόφασης και αποτελέσματος.
Η τρίτη προϋπόθεση είναι η υλική σημασία. Δεν αρκεί το μέτρο να είναι ορατό. Πρέπει να έχει αρκετό βάρος στη ζωή του δικαιούχου. Μικρό ποσό που δεν αλλάζει αισθητά την οικονομική του ασφάλεια μπορεί να δημιουργεί θετική αξιολόγηση χωρίς να αλλάζει πολιτική ταυτότητα. Αντίθετα, μια πολιτική που μειώνει ουσιαστικά το κόστος κατοικίας, εξασφαλίζει σύνταξη ή παρέχει σταθερή πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη μπορεί να ενσωματωθεί πολύ βαθύτερα στον τρόπο με τον οποίο ο πολίτης αντιλαμβάνεται το κράτος.
Η διάκριση αυτή εξηγεί γιατί ονομαστικά μεγάλα προγράμματα δεν παράγουν πάντοτε ισχυρή εκλογική επίδραση, ενώ θεσμοί λιγότερο επικοινωνιακά θεαματικοί μπορούν να αποκτήσουν πολύ σταθερές κοινωνικές βάσεις.
Η τέταρτη προϋπόθεση είναι η διάρκεια. Μια εφάπαξ παροχή δεν έχει την ίδια πολιτική δύναμη με ένα σταθερό θεσμικό δικαίωμα. Η επαναλαμβανόμενη πολιτική αλλάζει τις προσδοκίες. Ο πολίτης ενσωματώνει την παροχή στον οικονομικό του σχεδιασμό και, σταδιακά, την αντιλαμβάνεται όχι ως έκτακτη εύνοια αλλά ως κανονικό δικαίωμα.
Εδώ εμφανίζεται το παράδοξο της θεσμοποίησης. Όσο περισσότερο κανονικοποιείται μια πολιτική, τόσο λιγότερο πιθανό είναι ο πολίτης να «ευχαριστεί» εκείνον που τη δημιούργησε. Το δικαίωμα αποσυνδέεται από τον αρχικό πολιτικό δημιουργό και γίνεται μέρος του κράτους. Η επιτυχία της πολιτικής μειώνει την αποκλειστική πολιτική ιδιοκτησία της.
Η απειλή απώλειας, αντίθετα, μπορεί να έχει μεγαλύτερη πολιτική ισχύ. Η απώλεια ενός ήδη ενσωματωμένου δικαιώματος βιώνεται εντονότερα από ένα ισόποσο νέο κέρδος. Έτσι οι ώριμες κοινωνικές πολιτικές δημιουργούν ομάδες που δεν αισθάνονται αναγκαστικά μόνιμη ευγνωμοσύνη, αλλά διαθέτουν ισχυρό κίνητρο να αντιταχθούν σε όποιον θεωρούν ότι απειλεί το κεκτημένο τους.
Αυτός είναι ο πραγματικός μηχανισμός μέσω του οποίου μπορεί να δημιουργηθεί «δημοσιονομικό εκλογικό σώμα»: όχι επειδή ο δικαιούχος ανταλλάσσει μηχανικά παροχή με ψήφο, αλλά επειδή η πολιτική αλλάζει τα μακροχρόνια συμφέροντα που ο ίδιος θεωρεί σημαντικό να προστατεύσει.
Η πέμπτη προϋπόθεση είναι η κοινωνική πυκνότητα της ομάδας. Μια κατηγορία αποκτά μεγαλύτερη πολιτική δυνατότητα όταν τα μέλη της γνωρίζουν ότι μοιράζονται κοινό συμφέρον, επικοινωνούν μεταξύ τους και διαθέτουν οργανωτικά δίκτυα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, για παράδειγμα, έχουν κοινό εργοδότη και επαγγελματικές ενώσεις. Οι αγρότες διαθέτουν συνεταιρισμούς και τοπικά δίκτυα. Οι συνταξιούχοι έχουν κοινή σχέση με το ασφαλιστικό σύστημα. Άλλες δημοσιονομικές κατηγορίες μπορεί να είναι τόσο διάσπαρτες ώστε η κοινή παροχή να μην παράγει καμία συλλογική ταυτότητα.
Αυτό είναι σημαντικό, επειδή η διοικητική κατηγορία δεν ισοδυναμεί με πολιτική κοινότητα. Μπορεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες να λαμβάνουν την ίδια ελάφρυνση χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως ομάδα.
Έκτη προϋπόθεση είναι η ομοιογένεια των υπόλοιπων συμφερόντων. Όσο περισσότερες διαφορές υπάρχουν μέσα σε μια κατηγορία, τόσο δυσκολότερο είναι ένα μόνο δημοσιονομικό όφελος να καθορίσει την πολιτική συμπεριφορά. Οι συνταξιούχοι διαφέρουν ως προς εισόδημα, περιουσία, ηλικία, προηγούμενο επάγγελμα και αξιακές αντιλήψεις. Οι αγρότες ως προς μέγεθος εκμετάλλευσης, παραγωγικότητα και πρόσβαση σε αγορές. Οι δημόσιοι υπάλληλοι ως προς μισθό, ειδικότητα και θέση.
Έτσι, το «κοινό μέτρο» δημιουργεί μόνο μία κοινή διάσταση. Δεν εξαφανίζει όλες τις υπόλοιπες.
Η έβδομη προϋπόθεση αφορά τον βαθμό αποκλειστικότητας. Αν μια παροχή είναι καθολική, μπορεί να αποκτήσει τεράστια κοινωνική νομιμοποίηση αλλά να μην δημιουργήσει χωριστό εκλογικό σώμα, επειδή κανείς δεν διακρίνεται από κανέναν. Αν είναι πολύ στοχευμένη, μπορεί να δημιουργήσει ισχυρό κοινό συμφέρον αλλά και ισχυρό αίσθημα σχετικής αδικίας στους αποκλεισμένους.
Έτσι, οι κατηγοριακές πολιτικές έχουν διπλή πολιτική επίδραση. Παράγουν ωφελούμενους αλλά και συγκριτικά μη ωφελούμενους. Το μέλος μιας ομάδας δεν βλέπει μόνο τι έλαβε. Βλέπει και τι έλαβαν οι άλλοι.
Η σχετική σύγκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιόδους όπου πολλά διαφορετικά μέτρα ανακοινώνονται ταυτόχρονα. Ο ιδιωτικός υπάλληλος συγκρίνει τη θέση του με τον δημόσιο. Ο εργαζόμενος χωρίς παιδιά με την τρίτεκνη οικογένεια. Ο μη αγρότης αυτοαπασχολούμενος με τον αγρότη. Η συνολική πολιτική επίδραση μπορεί επομένως να είναι μικρότερη από το άθροισμα των θετικών επιδράσεων στους δικαιούχους.
Αυτό είναι το σημείο όπου η απλή λογική της «διανομής πόρων προς κοινωνικές ομάδες» συναντά τα όριά της. Κάθε μέτρο έχει ταυτόχρονα απόλυτη και σχετική διάσταση.
Η όγδοη προϋπόθεση είναι η συμβατότητα του υλικού συμφέροντος με τις υπάρχουσες πολιτικές ταυτότητες. Οι ψηφοφόροι δεν ξεκινούν από μηδενικό σημείο κάθε φορά που ανακοινώνεται μια παροχή. Έχουν κομματικές μνήμες, ιδεολογικές αντιλήψεις, αξιολογήσεις προσώπων, απόψεις για θεσμούς, εξωτερική πολιτική, δικαιώματα και κοινωνικά ζητήματα. Το οικονομικό όφελος εισέρχεται σε αυτή τη δομή, δεν την αντικαθιστά.
Γι’ αυτό η δημοσιονομική επίδραση μπορεί να είναι μεγαλύτερη σε ρευστούς ή αναποφάσιστους ψηφοφόρους και μικρότερη σε πολίτες με ισχυρή προϋπάρχουσα κομματική ταύτιση. Ακόμη και εκεί όμως, η οικονομική εμπειρία μπορεί να επηρεάσει την ένταση συμμετοχής, την αποχή ή τη μετακίνηση μεταξύ συγγενών επιλογών.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η χρονική εγγύτητα. Οι άνθρωποι δεν θυμούνται όλες τις οικονομικές εμπειρίες με ίδιο βάρος. Οι πρόσφατες μεταβολές αποκτούν συχνά μεγαλύτερη σημασία. Αυτό εξηγεί γιατί η ημερομηνία εφαρμογής μιας παροχής μπορεί να επηρεάζει την πολιτική της ορατότητα.
Η διαπίστωση δεν πρέπει να οδηγεί μηχανικά στην ερμηνεία κάθε χρονικά κοντινού μέτρου ως πελατειακού. Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε γενικό, θεσμοθετημένο μέτρο που εφαρμόζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και σε εξατομικευμένη ανταλλαγή οφέλους με πολιτική υποστήριξη. Η πρώτη είναι κανονική λειτουργία της δημοκρατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Το γεγονός ότι έχει εκλογικές συνέπειες δεν την καθιστά μη νόμιμη ή πελατειακή.
Ο όρος «δημοσιονομικό εκλογικό σώμα» επομένως πρέπει να παραμείνει αναλυτικός. Χρησιμεύει για να εξετάζουμε πότε η δημόσια πολιτική δημιουργεί δομικά πολιτικά συμφέροντα. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της εξαγοράς ψήφου.
Το δυσκολότερο ερώτημα όμως έρχεται μετά: ακόμη και αν κάθε επιμέρους παροχή δημιουργήσει κάποιον βαθμό πολιτικής ανατροφοδότησης, μπορούν οι διαφορετικές ομάδες να αποτελέσουν μία κοινή κοινωνική συμμαχία;
Η απάντηση είναι ότι το άθροισμα δικαιούχων δεν αποτελεί αυτομάτως συνασπισμό. Μπορεί να δημιουργεί αριθμητική πλειοψηφία χωρίς κοινωνική συνοχή. Ο αγρότης, ο δημόσιος υπάλληλος, ο συνταξιούχος και η οικογένεια με τρία παιδιά δεν αποκτούν κοινή πολιτική ταυτότητα μόνο επειδή ωφελούνται ταυτόχρονα από διαφορετικές παρεμβάσεις.
Για να μετατραπούν σε συμμαχία χρειάζεται κοινή ερμηνεία. Πρέπει η καθεμία να θεωρεί ότι η δική της παροχή και οι παροχές των άλλων αποτελούν εκφράσεις της ίδιας λογικής δικαιοσύνης. Αυτό είναι πολύ πιο απαιτητικό από την κατανομή χρημάτων.
Αν ο συνταξιούχος θεωρεί ότι η ενίσχυση του δημόσιου υπαλλήλου γίνεται εις βάρος του, δεν υπάρχει συμμαχία. Αν ο εργαζόμενος χωρίς παιδιά θεωρεί ότι οι οικογενειακές ελαφρύνσεις αποτελούν άνιση μεταχείριση, δεν υπάρχει κοινή κοινωνική λογική. Αν ο φορολογούμενος της πόλης θεωρεί ότι χρηματοδοτεί αδικαιολόγητα την περιφέρεια, η γεωγραφική πολιτική δεν παράγει συναίνεση αλλά ανταγωνισμό.
Η πολιτική συμμαχία απαιτεί επομένως κάτι περισσότερο από κοινό θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα: απαιτεί αμοιβαία νομιμοποίηση των διαφορετικών παροχών.
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από ευρύτερο πολιτικό σχέδιο. Οι οικογενειακές ελαφρύνσεις πρέπει να συνδεθούν με σαφή αντίληψη για δημογραφική βιωσιμότητα. Η αγροτική στήριξη με επισιτιστική ασφάλεια και περιφερειακή παραγωγή. Η ενίσχυση του Δημοσίου με ποιότητα υπηρεσιών. Η προστασία συνταξιούχων με σταθερό κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ γενεών.
Μόνο τότε ο δικαιούχος της μίας πολιτικής έχει λόγο να θεωρεί θεμιτή και την πολιτική προς τον άλλο. Δημιουργείται κοινό «γιατί» πίσω από διαφορετικά «τι».
Αυτή η διάκριση συνδέεται άμεσα με την έννοια της πολιτικής ηγεμονίας. Μια σταθερή κοινωνική πλειοψηφία δεν είναι απλή πρόσθεση ομάδων που απολαμβάνουν διαφορετικά οφέλη. Είναι σύνολο ομάδων που αποδέχονται κοινή ιεράρχηση ακόμη και όταν σε συγκεκριμένη στιγμή το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους κατευθύνεται αλλού.
Αυτό είναι το πραγματικό τεστ. Όταν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, είναι εύκολο να ικανοποιηθούν πολλές κατηγορίες ταυτόχρονα. Όταν ο χώρος περιορίζεται, η συμμαχία πρέπει να επιλέξει. Μια κοινωνική πλειοψηφία είναι σταθερή μόνο αν μπορεί να αποδεχθεί ότι σε μια περίοδο προτεραιότητα έχει άλλη ομάδα χωρίς να αισθανθεί ότι το κοινό σχέδιο έπαψε να την εκπροσωπεί.
Εδώ διαχωρίζεται η «πολιτική συμμαχία» από τη «δημοσιονομική συσπείρωση». Η δεύτερη λειτουργεί όσο οι πόροι αρκούν για πολλές παράλληλες παροχές. Η πρώτη μπορεί να επιβιώσει και σε περίοδο στενότητας.
Η διαφορά έχει μεγάλη σημασία για την ανάλυση της σύγχρονης πολιτικής αντιπροσώπευσης. Η υπάρχουσα αρθρογραφία της σελίδας έχει ήδη επισημάνει ότι οι σημερινές κοινωνικές πιέσεις δεν συγκροτούν αυτόματα κοινό πολιτικό φορέα και ότι η σύνθεση των κοινωνικών συμφερόντων είναι αυτοτελές πολιτικό έργο. Η ίδια αρχή ισχύει και για τις παροχές: το κοινό όφελος από το κράτος δεν δημιουργεί από μόνο του κοινή ταυτότητα.
Υπάρχει μάλιστα περίπτωση ο πολλαπλασιασμός των κατηγοριακών παροχών να αυξάνει τη βραχυχρόνια ικανοποίηση αλλά να μειώνει τη μακροχρόνια πολιτική συνοχή. Κάθε ομάδα μαθαίνει να αξιολογεί το κράτος μέσα από τον δικό της ειδικό λογαριασμό. Η σχέση γίνεται περισσότερο συναλλακτική και λιγότερο προγραμματική.
Η συναλλακτικότητα αυτή δεν ταυτίζεται με πελατειακή σχέση. Μπορεί να είναι απολύτως διαφανής και θεσμική. Έχει όμως διαφορετική πολιτική ποιότητα: η υποστήριξη διαρκεί όσο ο πολίτης θεωρεί ότι η δική του κατηγορία λαμβάνει επαρκές μερίδιο.
Αυτό δημιουργεί ένα μόνιμο πρόβλημα κλιμάκωσης. Αν το επίπεδο πολιτικής υποστήριξης συνδέεται με τη συνεχή παραγωγή νέων ή αυξανόμενων παροχών, η σχέση γίνεται δύσκολο να διατηρηθεί όταν ο δημοσιονομικός κύκλος αλλάξει. Το σημερινό όφελος μετατρέπεται γρήγορα σε αυριανή βάση προσδοκίας. Για να παραχθεί νέα θετική έκπληξη χρειάζεται μεγαλύτερο μέτρο.
Οι ώριμες κοινωνικές πολιτικές αποφεύγουν αυτή την παγίδα όταν δημιουργούν θεσμούς και όχι μόνο μεταβιβάσεις. Η σταθερή δημόσια υγεία, η αξιόπιστη σύνταξη, η πρόσβαση σε εκπαίδευση ή μια λειτουργική στεγαστική αγορά μπορεί να δημιουργούν βαθύτερη σχέση κοινωνικής εμπιστοσύνης από επαναλαμβανόμενες μικρές εφάπαξ ενισχύσεις.
Ο λόγος είναι απλός: οι θεσμοί μεταβάλλουν την αίσθηση ασφάλειας. Δεν αυξάνουν απλώς το διαθέσιμο εισόδημα για μία στιγμή· μειώνουν την αβεβαιότητα για το μέλλον. Η πολιτική ανατροφοδότηση μιας σταθερής εγγύησης μπορεί επομένως να είναι ισχυρότερη από εκείνη μιας μεγαλύτερης αλλά προσωρινής παροχής.
Αν θέλουμε συνεπώς να εκτιμήσουμε αν σχηματίζεται πραγματικό «δημοσιονομικό εκλογικό σώμα», δεν αρκεί να χαρτογραφήσουμε τα ποσά. Χρειάζεται να εξετάσουμε τη διάρκεια, την ορατότητα, την κοινωνική πυκνότητα, τη δυνατότητα οργάνωσης, την αίσθηση σχετικής δικαιοσύνης, την αξιοπιστία της συνέχισης της πολιτικής και το αν το όφελος συνδέεται με ευρύτερη πολιτική αντίληψη.
Μπορεί να συμβεί μια μεγάλη παροχή να μην αλλάξει σχεδόν καθόλου την εκλογική συμπεριφορά και ένα πολύ μικρότερο μέτρο να έχει μεγάλη σημασία επειδή συμβολίζει αναγνώριση συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Η πολιτική λειτουργεί και μέσα από υλικούς πόρους και μέσα από συμβολική αναγνώριση.
Η δεύτερη διάσταση δεν πρέπει να υποτιμάται. Μια κοινωνική ομάδα μπορεί να εκτιμά μια παρέμβαση όχι μόνο για το ποσό αλλά επειδή αισθάνεται ότι το κράτος αναγνωρίζει ένα πρόβλημα που προηγουμένως αγνοούσε. Η συμβολική αναγνώριση μπορεί να ενισχύσει την πολιτική επίδραση δυσανάλογα προς το δημοσιονομικό κόστος.
Το αντίθετο επίσης ισχύει. Υψηλό οικονομικό όφελος μπορεί να παράγει μικρή πολιτική πίστωση αν ο δικαιούχος θεωρεί ότι αποκαθιστά απλώς μια προηγούμενη αδικία. Δεν το βιώνει ως νέο κέρδος αλλά ως καθυστερημένη αποκατάσταση.
Γι’ αυτό η πολιτική επίδραση δεν μπορεί να εξαχθεί από λογιστικό πίνακα. Χρειάζεται κοινωνιολογική κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πολιτική.
Η έννοια των δημοσιονομικών εκλογικών σωμάτων είναι τελικά χρήσιμη επειδή μας υποχρεώνει να αντιμετωπίζουμε τη δημόσια πολιτική ως παράγοντα που μεταβάλλει την ίδια την κοινωνική δομή της δημοκρατίας. Μια παροχή δεν τελειώνει όταν καταβληθεί. Μπορεί να δημιουργήσει προσδοκία, θεσμικό δικαίωμα, οργάνωση, συλλογική ταυτότητα και νέα πολιτική αξίωση.
Δεν δημιουργεί όμως αναγκαστικά σταθερή εκλογική υποστήριξη. Για αυτό χρειάζεται ορατότητα, διάρκεια, υλική σημασία, πολιτική απόδοση ευθύνης και σχετική συμβατότητα με τις υπόλοιπες ταυτότητες του πολίτη.
Και ακόμη κι αν όλα αυτά υπάρχουν, δεν προκύπτει αυτομάτως ευρεία κοινωνική συμμαχία. Η συμμαχία απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο: οι διαφορετικές ομάδες να αναγνωρίζουν το συμφέρον των άλλων ως θεμιτό μέρος ενός κοινού σχεδίου.
Πρόσφατα σχόλια