Η επιδότηση ανακαίνισης κλειστών κατοικιών αποτελεί μία από τις πιο άμεσες απαντήσεις στο πρόβλημα της περιορισμένης στεγαστικής προσφοράς. Αντί να χρηματοδοτεί αποκλειστικά την αγοραστική δύναμη του ενοικιαστή ή του αγοραστή, επιχειρεί να αυξήσει την ίδια την ποσότητα των κατοικιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Η λογική είναι ισχυρή: ένα ήδη κατασκευασμένο αλλά αδρανές ακίνητο μπορεί να επανενταχθεί στην αγορά ταχύτερα από όσο χρειάζεται για την κατασκευή μιας νέας κατοικίας, χωρίς νέα κατανάλωση γης και με μικρότερο συχνά περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Το νέο πρόγραμμα ανακαίνισης παλαιών κατοικιών καλύπτει κλειστές αλλά και χρησιμοποιούμενες κατοικίες και προβλέπει για τις επιλέξιμες εισοδηματικές κατηγορίες ποσοστά επιχορήγησης που μπορούν, μετά τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις, να φθάνουν έως 95%, με μέγιστη επιχορήγηση 36.000 ευρώ και ανώτατο επιλέξιμο κόστος 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Στόχος του είναι η αύξηση της προσφοράς κατάλληλων κατοικιών για ιδιοκατοίκηση ή εκμίσθωση. Η γενναιοδωρία της παρέμβασης καθιστά ακόμη πιο σημαντικό να αξιολογηθεί όχι μόνο πόσες κατοικίες θα ανακαινιστούν, αλλά πόσες δεν θα είχαν ανακαινιστεί χωρίς αυτήν.

Αυτό είναι το πρόβλημα της προσθετικότητας. Στην αξιολόγηση δημόσιων επιδοτήσεων δεν αρκεί να παρατηρούμε ότι ο δικαιούχος πραγματοποίησε την επιδοτούμενη δραστηριότητα. Πρέπει να εκτιμούμε αν η επιδότηση ήταν η αιτία που την πραγματοποίησε. Αν ένας ιδιοκτήτης είχε ήδη κεφάλαια, είχε αποφασίσει την ανακαίνιση και θα προχωρούσε ούτως ή άλλως επειδή το αναμενόμενο ενοίκιο καθιστούσε την επένδυση κερδοφόρα, το δημόσιο χρήμα δεν δημιούργησε νέα στεγαστική προσφορά. Απλώς αντικατέστησε μέρος της ιδιωτικής χρηματοδότησης.

Η διαφορά αυτή ονομάζεται νεκρό βάρος της επιδότησης. Δεν συνεπάγεται απάτη ούτε αναποτελεσματική ανακαίνιση. Η κατοικία μπορεί να αναβαθμιστεί υποδειγματικά και να χρησιμοποιηθεί πραγματικά. Από τη σκοπιά του προϋπολογισμού όμως, η παρέμβαση έχει μικρή πρόσθετη απόδοση αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε παραχθεί χωρίς δημόσια χρήματα. Ο OECD επισημαίνει ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο στα προγράμματα ενεργειακής ανακαίνισης: υψηλές επιχορηγήσεις χωρίς επαρκή στόχευση μπορεί να χρηματοδοτούν σε σημαντικό βαθμό επενδύσεις που θα πραγματοποιούνταν ούτως ή άλλως.

Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικό επειδή οι συνήθεις διοικητικοί δείκτες μπορούν να δώσουν παραπλανητικά θετική εικόνα. Ένα πρόγραμμα μπορεί να απορροφήσει το 100% του προϋπολογισμού, να ολοκληρώσει χιλιάδες ανακαινίσεις και να θεωρηθεί επιτυχές. Αν όμως το 60% αυτών των έργων θα γινόταν έτσι κι αλλιώς, το πραγματικό καθαρό αποτέλεσμα είναι πολύ μικρότερο. Η απορρόφηση μετρά πόσο γρήγορα δαπανήθηκε ο δημόσιος πόρος. Δεν μετρά πόσο άλλαξε η πραγματικότητα εξαιτίας του.

Η ελληνική εμπειρία υπογραμμίζει τη διάκριση. Σε προηγούμενα στεγαστικά εργαλεία η απορρόφηση των διαθέσιμων κονδυλίων είχε χρησιμοποιηθεί ως βασικός δείκτης προόδου, αλλά οι επίσημες παρουσιάσεις δείχνουν ότι οι εγκρίσεις και οι ανακλήσεις μπορούν να μεταβάλλουν αισθητά ακόμη και τα ποσοστά απορρόφησης μέσα στον χρόνο. Το πραγματικό στεγαστικό αποτέλεσμα χρειάζεται επομένως διαφορετικούς δείκτες: καθαρή πρόσθετη κατοικία, διάρκεια επανένταξης στην αγορά, γεωγραφία της νέας προσφοράς και τελικό κόστος ανά πρόσθετη μονάδα.

Το δυσκολότερο πρόβλημα είναι ότι η προσθετικότητα δεν παρατηρείται άμεσα. Βλέπουμε την ανακαινισμένη κατοικία. Δεν βλέπουμε τον εναλλακτικό κόσμο στον οποίο ο ιδιοκτήτης δεν πήρε την επιδότηση. Το κράτος πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά που αυξάνουν την πιθανότητα η δημόσια ενίσχυση να είναι πραγματικά καθοριστική.

Η διάρκεια κατά την οποία το ακίνητο παραμένει κενό αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πιθανούς δείκτες. Μια κατοικία κλειστή επί οκτώ ή δέκα χρόνια είναι πιθανότερο να αντιμετωπίζει πραγματικό οικονομικό, ιδιοκτησιακό ή τεχνικό εμπόδιο από ένα ακίνητο που έμεινε κενό πριν από λίγους μήνες επειδή άλλαξε ενοικιαστή ή βρίσκεται ήδη σε διαδικασία αξιοποίησης. Αν οι δύο περιπτώσεις επιδοτούνται με την ίδια ένταση, μέρος των δημόσιων πόρων είναι πιθανότερο να κατευθύνεται στην εύκολη περίπτωση που θα ενεργοποιούνταν και χωρίς βοήθεια.

Η διάρκεια αδράνειας θα μπορούσε επομένως να λειτουργεί όχι απλώς ως δυαδικό κριτήριο επιλεξιμότητας αλλά ως μεταβλητή έντασης της ενίσχυσης. Όσο μεγαλύτερη και τεκμηριωμένη είναι η περίοδος κατά την οποία ένα ακίνητο παραμένει εκτός αγοράς, τόσο υψηλότερη θα μπορούσε να είναι η επιδότηση, ιδίως όταν συνδυάζεται με πραγματική ανάγκη ανακαίνισης.

Δεύτερος καθοριστικός παράγοντας είναι η οικονομική δυνατότητα του ιδιοκτήτη. Εδώ όμως χρειάζεται μεγαλύτερη ακρίβεια από ένα απλό ετήσιο εισοδηματικό κατώφλι. Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει χαμηλό τρέχον εισόδημα αλλά σημαντική ακίνητη περιουσία. Άλλος μπορεί να έχει υψηλότερο εισόδημα αλλά ακίνητο τόσο απαξιωμένο και τόσο ακριβό στην αποκατάσταση ώστε η ιδιωτική απόδοση να παραμένει ανεπαρκής. Η στόχευση πρέπει επομένως να εξετάζει όχι μόνο το εισόδημα αλλά τη σχέση κόστους ανακαίνισης, οικονομικής δυνατότητας και αναμενόμενης στεγαστικής απόδοσης.

Η ίδια η κατάσταση του ακινήτου έχει αντίστοιχη σημασία. Ένα διαμέρισμα που χρειάζεται 5.000 ευρώ για βαφή, επισκευές και μικρές εγκαταστάσεις σε περιοχή με υψηλό ενοίκιο παρέχει ισχυρό ιδιωτικό κίνητρο ανακαίνισης. Η επιδότηση μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό περιττή. Ένα παλιό ακίνητο που χρειάζεται 30.000 ευρώ, έχει σύνθετες τεχνικές ανάγκες και βρίσκεται σε περιοχή όπου το αναμενόμενο μίσθωμα αποσβένει αργά την επένδυση αντιμετωπίζει πραγματικότερο επενδυτικό κενό.

Επομένως, η επιδότηση θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική αν αυξανόταν εκεί όπου η διαφορά ανάμεσα στο απαιτούμενο ιδιωτικό κόστος και στην αναμενόμενη ιδιωτική απόδοση είναι μεγαλύτερη, υπό την προϋπόθεση ότι το κοινωνικό όφελος από την επανένταξη της κατοικίας παραμένει υψηλό. Αυτή είναι ουσιαστικά η οικονομική λογική μιας καλής επιδότησης: να γεφυρώνει ένα κενό που η αγορά δεν έχει κίνητρο ή δυνατότητα να καλύψει από μόνη της.

Τα πολύ υψηλά ποσοστά επιχορήγησης δημιουργούν εδώ ένα δεύτερο πρόβλημα. Όταν το Δημόσιο καλύπτει το 80%, 90% ή 95% ενός έργου, ο ιδιοκτήτης έχει πολύ μικρότερη οικονομική έκθεση στο κόστος. Η ιδιωτική συμμετοχή λειτουργεί κανονικά ως μηχανισμός πειθαρχίας: εκείνος που πληρώνει σημαντικό μέρος της δαπάνης έχει κίνητρο να συγκρίνει τιμές, να περιορίζει μη αναγκαίες εργασίες και να ελέγχει την ποιότητα. Όταν το ιδιωτικό μερίδιο γίνεται ελάχιστο, αυτό το φίλτρο αποδυναμώνεται.

Πρόκειται για κλασικό πρόβλημα ηθικού κινδύνου. Δεν χρειάζεται ο δικαιούχος να ενεργεί καταχρηστικά. Αρκεί να είναι λιγότερο ευαίσθητος σε μια αύξηση κόστους 2.000 ευρώ όταν ο ίδιος καλείται να πληρώσει μόνο μικρό μέρος της. Οι προμηθευτές και τα συνεργεία γνωρίζουν επίσης ότι η ζήτηση υποστηρίζεται από δημόσιο χρήμα. Σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς τεχνικών επαγγελμάτων, μέρος της επιδότησης μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές.

Η επιδότηση τότε δεν κεφαλαιοποιείται μόνο στην αξία του ακινήτου αλλά και στην αγορά των υπηρεσιών ανακαίνισης. Ένα μέρος της δημόσιας δαπάνης αυξάνει μισθούς ή περιθώρια των προμηθευτών αντί να δημιουργεί περισσότερες ανακαινίσεις. Η εξέλιξη δεν είναι από μόνη της κοινωνικά αρνητική — υψηλότερα εισοδήματα σε τεχνικά επαγγέλματα μπορεί να αυξήσουν μακροπρόθεσμα την προσφορά εργασίας — αλλά μειώνει την άμεση στεγαστική αποτελεσματικότητα κάθε ευρώ.

Οι ανώτατες επιλέξιμες δαπάνες, όπως το όριο ανά τετραγωνικό που προβλέπει το πρόγραμμα, μειώνουν τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης διόγκωσης αλλά δεν τον εξαφανίζουν. Χρειάζεται δυναμική παρακολούθηση τιμών ανά κατηγορία εργασίας και γεωγραφική περιοχή, διότι ένα ενιαίο ανώτατο όριο μπορεί να είναι πολύ υψηλό για απλές παρεμβάσεις και πολύ χαμηλό για πραγματικά σύνθετα έργα.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η ανακαίνιση δεν ταυτίζεται με την αύξηση της στεγαστικής προσφοράς. Αν το αντικείμενο της πολιτικής είναι η στεγαστική κρίση, η τελική μονάδα μέτρησης δεν μπορεί να είναι το ανακαινισμένο ακίνητο. Πρέπει να είναι η πρόσθετη κατοικία που πραγματικά χρησιμοποιείται. Ένα επιδοτούμενο ακίνητο που ανακαινίζεται αλλά παραμένει κενό, χρησιμοποιείται περιστασιακά ή μετατρέπεται λίγο αργότερα σε άλλη χρήση έχει μικρότερη στεγαστική απόδοση.

Για αυτό χρειάζεται παρακολούθηση μετά την ολοκλήρωση του έργου. Η διοίκηση πρέπει να γνωρίζει αν η κατοικία μισθώθηκε ή ιδιοκατοικήθηκε, σε πόσο χρόνο, για πόσο διάστημα και αν παρέμεινε στη δηλωμένη χρήση. Η επιδότηση είναι συμβατική σχέση ανάμεσα στο Δημόσιο και στον ιδιοκτήτη. Αν η κοινωνία χρηματοδοτεί την αύξηση της περιουσιακής αξίας ενός ιδιώτη επειδή επιδιώκει συγκεκριμένο στεγαστικό αποτέλεσμα, έχει εύλογη αξίωση να εξασφαλίσει ότι το αποτέλεσμα διαρκεί.

Εδώ ανακύπτει η σχέση μεταξύ ύψους επιδότησης και διάρκειας δέσμευσης. Ένα δημόσιο ποσοστό 20% δεν δημιουργεί το ίδιο επίπεδο κοινωνικής αξίωσης με επιχορήγηση 95%. Όσο μεγαλύτερη είναι η δημόσια συμμετοχή στο κόστος, τόσο περισσότερο δικαιολογείται μεγαλύτερη διάρκεια υποχρεωτικής χρήσης του ακινήτου για τον σκοπό του προγράμματος. Διαφορετικά το Δημόσιο αναλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το κόστος ενός μόνιμου ιδιωτικού κεφαλαιακού οφέλους έναντι ενός πολύ βραχύτερου κοινωνικού ανταλλάγματος.

Ο έλεγχος δεν χρειάζεται να είναι τιμωρητικός. Μπορεί να προβλέπει αναλογική επιστροφή μέρους της ενίσχυσης αν η δέσμευση διακοπεί πριν από την καθορισμένη περίοδο. Αν κάποιος τήρησε το 80% της απαιτούμενης διάρκειας, δεν υπάρχει λόγος να αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως κάποιος που άλλαξε χρήση αμέσως μετά την εκταμίευση. Η αναλογικότητα αυξάνει τόσο τη δικαιοσύνη όσο και την εφαρμοσιμότητα των κανόνων.

Η γεωγραφία αποτελεί τρίτη κρίσιμη διάσταση. Η στεγαστική κρίση δεν έχει την ίδια ένταση σε ολόκληρη τη χώρα. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν, για παράδειγμα, ότι στον Δήμο Αθηναίων το 2024 υπήρχαν περισσότερες από 30.000 κενές κατοικίες ενώ σημαντικό μέρος του αποθέματος βρισκόταν στη βραχυχρόνια μίσθωση. Σε διαφορετικές περιοχές όμως μπορεί να υπάρχουν κενά ακίνητα επειδή απλώς δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση. Η ίδια επιδότηση δεν έχει ίδιο στεγαστικό αποτέλεσμα στις δύο περιπτώσεις.

Αυτό υποδεικνύει την ανάγκη ενός γεωγραφικού δείκτη στεγαστικής πίεσης. Θα μπορούσε να συνδυάζει τον λόγο ενοικίου προς τοπικό εισόδημα, τη μεταβολή μισθωμάτων, τον αριθμό διαθέσιμων κατοικιών, το ποσοστό κενών ακινήτων και την ένταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Η δημόσια επιχορήγηση θα μπορούσε να αυξάνεται εκεί όπου η πρόσθετη κατοικία έχει μεγαλύτερη κοινωνική αξία.

Η προσέγγιση αυτή αποτρέπει ένα συχνό λάθος: να συγχέεται η πολιτική αξιοποίησης ακινήτων με τη στεγαστική πολιτική. Η ενεργοποίηση ενός κλειστού σπιτιού είναι οικονομικά ωφέλιμη, αλλά δεν σημαίνει αυτόματα ότι μειώνει ουσιαστικά το στεγαστικό έλλειμμα εκεί όπου αυτό είναι εντονότερο. Η στεγαστική πολιτική χρειάζεται χωρική ακρίβεια.

Υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα τιμών ενοικίου. Η αύξηση προσφοράς μακροχρόνια μπορεί να περιορίζει τις πιέσεις στην αγορά, αλλά μία μεμονωμένη επιδοτούμενη κατοικία δεν είναι αναγκαστικά «προσιτή». Ο ιδιοκτήτης μπορεί να πραγματοποιήσει υψηλής ποιότητας ανακαίνιση με δημόσια ενίσχυση και στη συνέχεια να ζητήσει το μέγιστο ενοίκιο που επιτρέπει η αγορά. Αυτό δεν ακυρώνει πλήρως το όφελος, επειδή η προσθήκη προσφοράς εξακολουθεί να λειτουργεί συνολικά. Θέτει όμως το ερώτημα αν εξαιρετικά υψηλά ποσοστά δημόσιας χρηματοδότησης δικαιολογούν ισχυρότερο κοινωνικό αντάλλαγμα.

Μία επιλογή θα ήταν κλιμακωτή επιδότηση: μεγαλύτερη ενίσχυση για ιδιοκτήτες που δεσμεύονται σε μεγαλύτερη διάρκεια μακροχρόνιας μίσθωσης ή σε ενοίκιο εντός συγκεκριμένης απόκλισης από το τοπικό διάμεσο. Η επιλογή χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό ώστε να μη δημιουργήσει τόσο χαμηλό ανώτατο μίσθωμα που ο ιδιοκτήτης προτιμά να μη συμμετάσχει καθόλου. Η αρχή όμως είναι εύλογη: περισσότερο δημόσιο χρήμα μπορεί να συνοδεύεται από περισσότερο μετρήσιμο δημόσιο όφελος.

Ακόμη καλύτερη στόχευση μπορεί να επιτευχθεί με διαφοροποίηση του χρηματοδοτικού εργαλείου. Δεν χρειάζονται όλοι οι ιδιοκτήτες επιχορήγηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις το πραγματικό εμπόδιο είναι μόνο η έλλειψη αρχικής ρευστότητας. Ένας ιδιοκτήτης έχει ακίνητο με θετική αναμενόμενη απόδοση αλλά δεν διαθέτει 20.000 ευρώ σήμερα. Ένα χαμηλότοκο ή άτοκο δάνειο μπορεί να ενεργοποιήσει ακριβώς την ίδια ανακαίνιση με πολύ μικρότερο δημοσιονομικό κόστος, επειδή το κεφάλαιο επιστρέφει και μπορεί να ανακυκλωθεί.

Ο OECD έχει προτείνει αντίστοιχη διάκριση σε πολιτικές ενεργειακής ανακαίνισης: μεγαλύτερη στόχευση των μη επιστρεπτέων επιχορηγήσεων στις ευάλωτες ομάδες και χρήση ευνοϊκών δανειακών εργαλείων εκεί όπου το βασικό εμπόδιο είναι το αρχικό κόστος, όχι η μακροχρόνια οικονομική αδυναμία. Η ίδια λογική είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για τις κλειστές κατοικίες.

Ένα ώριμο σύστημα θα μπορούσε επομένως να έχει τρεις βαθμίδες. Υψηλή επιχορήγηση όταν υπάρχει χαμηλή οικονομική δυνατότητα, μακρά διάρκεια αδράνειας, σοβαρό τεχνικό πρόβλημα και έντονη τοπική στεγαστική πίεση. Μεικτή επιχορήγηση και δάνειο για ενδιάμεσες περιπτώσεις. Κυρίως δανειακό εργαλείο όταν το ακίνητο είναι οικονομικά βιώσιμο και ο ιδιοκτήτης αντιμετωπίζει απλώς πρόβλημα ρευστότητας.

Αυτό αυξάνει τη μόχλευση των δημόσιων πόρων. Αν το κράτος διαθέτει 300 εκατομμύρια ευρώ, το ερώτημα δεν είναι πόσο μεγάλο ποσοστό του κόστους μπορεί να καλύψει σε κάθε σπίτι. Είναι πόσες πραγματικά πρόσθετες κατοικίες μπορεί να ενεργοποιήσει με το συνολικό ποσό. Η πρώτη λογική μεγιστοποιεί τη γενναιοδωρία ανά δικαιούχο. Η δεύτερη μεγιστοποιεί το κοινωνικό αποτέλεσμα ανά ευρώ.

Η αξιολόγηση πρέπει συνεπώς να αλλάξει ριζικά. Χρειάζεται ο δείκτης «δημόσιο κόστος ανά πρόσθετη κατοικία». Ο αριθμητής θα περιλαμβάνει επιχορηγήσεις και διοικητικό κόστος. Ο παρονομαστής δεν πρέπει να είναι όλες οι ανακαινισμένες κατοικίες, αλλά η εκτίμηση όσων ενεργοποιήθηκαν αιτιωδώς από το πρόγραμμα.

Η μέτρηση είναι εφικτή. Μπορούν να δημιουργηθούν ομάδες σύγκρισης μεταξύ παρόμοιων ιδιοκτητών και κατοικιών που εντάχθηκαν ή δεν εντάχθηκαν. Μπορούν να αξιοποιηθούν εισοδηματικά κατώφλια μέσω σχεδίων ασυνέχειας παλινδρόμησης. Μπορούν να συγκριθούν τοπικές αγορές με διαφορετική ένταση επιδότησης. Μπορεί να παρακολουθηθεί το ποσοστό ακινήτων που θα εισέρχονταν στην αγορά ακόμη και χωρίς ενίσχυση. Η σύγχρονη δημόσια πολιτική διαθέτει μεθόδους για να απαντά στο «τι θα είχε συμβεί αλλιώς».

Η εκ των υστέρων αξιολόγηση πρέπει να αλλάζει τον σχεδιασμό του επόμενου κύκλου. Αν αποδειχθεί ότι συγκεκριμένη κατηγορία ιδιοκτητών παρουσιάζει πολύ υψηλό νεκρό βάρος, η επιδότηση μειώνεται ή αντικαθίσταται από δάνειο. Αν μια περιοχή εμφανίζει υψηλό κόστος ανά πρόσθετη κατοικία επειδή δεν υπάρχει πραγματική ζήτηση, οι πόροι μετακινούνται. Αν υψηλότερη επιδότηση αυξάνει σημαντικά την προσθετικότητα στις πιο απαξιωμένες κατοικίες, το εργαλείο ενισχύεται εκεί.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η στεγαστική πολιτική μετατρέπεται από πρόγραμμα δαπανών σε μηχανισμό μάθησης. Το κράτος πρέπει να βελτιώνει συνεχώς την ικανότητά του να διακρίνει πού ένα δημόσιο ευρώ αλλάζει πραγματικά ιδιωτική συμπεριφορά.

Η επιδότηση ανακαίνισης κλειστών κατοικιών διαθέτει ισχυρότερο οικονομικό σκεπτικό από πολλές πολιτικές που περιορίζονται στην τόνωση της ζήτησης. Ακριβώς όμως επειδή παρεμβαίνει στην πλευρά της προσφοράς, η επιτυχία της πρέπει να μετράται αυστηρά ως πρόσθετη προσφορά και όχι ως απλή ιδιωτική επένδυση που έλαβε δημόσια συνδρομή.