Οι περισσότερες περιφερειακές συνεργασίες αξιολογούνται όταν μια κρίση έχει ήδη εκδηλωθεί. Τότε τίθενται τα γνωστά ερωτήματα: πόσο γρήγορα συντονίστηκαν τα κράτη, αν αντάλλαξαν πληροφορίες, αν διαμόρφωσαν κοινή θέση και αν κατάφεραν να περιορίσουν το κόστος. Αυτό όμως είναι εκ των πραγμάτων καθυστερημένη μορφή στρατηγικής. Η μεγαλύτερη αξία μιας ώριμης συνεργασίας δεν βρίσκεται μόνο στην καλύτερη διαχείριση μιας κρίσης, αλλά στην ικανότητα να εντοπίζει εγκαίρως τις αλληλουχίες που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτήν, να διαμορφώνει εναλλακτικά σενάρια και να έχει προετοιμάσει επιλογές πριν η πίεση περιορίσει δραστικά τον διαθέσιμο χρόνο.
Η Ανατολική Μεσόγειος είναι ιδιαίτερα κατάλληλο πεδίο για τέτοια προσέγγιση. Οι κρίσεις της περιοχής σπάνια είναι μονοδιάστατες. Μια πολιτική αποσταθεροποίηση μπορεί να μεταβάλει μεταναστευτικές ροές, να αυξήσει την πίεση σε θαλάσσιες οδούς, να επηρεάσει ενεργειακές υποδομές και να δημιουργήσει νέες διπλωματικές αντιπαραθέσεις. Μια σοβαρή κλιματική ή υδατική κρίση μπορεί να επιβαρύνει αγροτική παραγωγή, εσωτερική κοινωνική σταθερότητα και μετακινήσεις πληθυσμού. Μια διακοπή σε κρίσιμη υποδομή μπορεί να ξεκινήσει ως τεχνικό γεγονός και να αποκτήσει οικονομική, κοινωνική και γεωπολιτική διάσταση.
Ακριβώς αυτή η αλληλεξάρτηση καθιστά ανεπαρκή την παραδοσιακή λογική κατά την οποία κάθε υπουργείο και κάθε κράτος παρακολουθεί μόνο το δικό του πεδίο.
Η στρατηγική πρόβλεψη προσφέρει διαφορετική μεθοδολογία. Δεν αποτελεί πρόβλεψη με την έννοια της προσπάθειας να δηλωθεί τι ακριβώς θα συμβεί και πότε. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ορίζει ως συστηματική διερεύνηση διαφορετικών πιθανών μελλοντικών εξελίξεων, ώστε οι δημόσιες πολιτικές να προετοιμάζονται καλύτερα για προκλήσεις και ευκαιρίες. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει ανάλυση τάσεων, ανίχνευση αναδυόμενων αλλαγών, ανάπτυξη σεναρίων και αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο σημερινές αποφάσεις μπορεί να αποδώσουν σε διαφορετικά μελλοντικά περιβάλλοντα.
Η διάκριση είναι ουσιώδης. Αν μια τριμερής ομάδα προσπαθούσε να «προβλέψει την επόμενη κρίση», θα αποτύγχανε αναπόφευκτα. Η διεθνής πολιτική περιέχει υπερβολικά πολλές μεταβλητές, στρατηγική εξαπάτηση, ατυχήματα και μη γραμμικές αντιδράσεις. Αντιθέτως, μπορεί να προσπαθήσει να καταστήσει λιγότερο πιθανό τον στρατηγικό αιφνιδιασμό.
Ο στόχος δεν είναι να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιο γεγονός θα συμβεί. Είναι να έχει ήδη σκεφτεί τι θα έκανε αν συμβούν τέσσερις ή πέντε διαφορετικές κατηγορίες γεγονότων.
Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στην πρόβλεψη και στην προετοιμασία.
Η ανάγκη έχει πλέον αναγνωριστεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η αξιολόγηση της ευρωπαϊκής διαχείρισης κρίσεων έχει εντοπίσει ως βασική αδυναμία το γεγονός ότι παραμένει σε μεγάλο βαθμό αντιδραστική, με ανεπαρκή αξιοποίηση στρατηγικής πρόβλεψης, έγκαιρης προειδοποίησης και ολοκληρωμένων εκτιμήσεων κινδύνου. Η Ανατολική Μεσόγειος συμπυκνώνει ακριβώς το πρόβλημα: πολλές διαφορετικές υπηρεσίες βλέπουν διαφορετικά τμήματα μιας πιθανής κρίσης, αλλά κανένας φορέας δεν συνθέτει εγκαίρως ολόκληρη την αλυσίδα.
Η τριμερής Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να την καταστήσουν κατάλληλο εργαστήριο κοινής στρατηγικής πρόβλεψης. Πρώτον, τα τρία κράτη έχουν διαφορετική γεωγραφική έκθεση. Δεύτερον, βρίσκονται σε διαφορετικά θεσμικά και πληροφοριακά δίκτυα. Τρίτον, η συνεργασία τους καλύπτει ήδη πολιτική, ενέργεια, οικονομία, θαλάσσια ζητήματα, μετανάστευση και ασφάλεια. Τέταρτον, υπάρχει πλέον ρητή επιδίωξη εντονότερου κυβερνητικού και θεσμικού συντονισμού και ενεργοποίησης μόνιμης Γραμματείας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι χρειάζεται ένα νέο «κοινό κέντρο πληροφοριών». Η στρατηγική πρόβλεψη δεν πρέπει να συγχέεται με τις υπηρεσίες πληροφοριών. Οι δύο λειτουργίες είναι συμπληρωματικές αλλά διαφορετικές. Η πληροφορία επιδιώκει να μάθει τι συμβαίνει ή τι σχεδιάζει ένας συγκεκριμένος δρών. Η πρόβλεψη επιδιώκει να κατανοήσει πώς διαφορετικές τάσεις μπορούν να αλληλεπιδράσουν και ποια συστήματα μπορεί να αποδειχθούν ευάλωτα ακόμη και χωρίς εχθρικό σχέδιο.
Μια σοβαρή τριμερής δυνατότητα θα μπορούσε επομένως να οργανωθεί ως μικρός μηχανισμός στρατηγικής ανάλυσης, όχι ως υπερδομή συλλογής ευαίσθητων πληροφοριών.
Η πρώτη λειτουργία του θα ήταν η κοινή «ανάλυση ορίζοντα». Πρόκειται για συστηματική παρακολούθηση μεταβολών που σήμερα φαίνονται μικρές αλλά μπορούν να αποκτήσουν στρατηγική σημασία. Για παράδειγμα: μεταβολές στη ροή εμπορίου μέσω συγκεκριμένων θαλάσσιων οδών, σταδιακή αύξηση ασφαλίστρων πλοίων, μετατόπιση μεταναστευτικών διαδρομών, επιδείνωση υδατικών δεικτών, αλλαγές στη διαθεσιμότητα ενεργειακών υποδομών, απότομες μεταβολές στις τιμές τροφίμων ή παρατεταμένη πολιτική αδυναμία σε γειτονικό κράτος.
Κανένας από αυτούς τους δείκτες δεν «προβλέπει κρίση». Ο συνδυασμός τους όμως μπορεί να μεταβάλει την εκτίμηση κινδύνου.
Η δεύτερη λειτουργία θα ήταν η καταγραφή «αδύναμων σημάτων». Πρόκειται για γεγονότα που μεμονωμένα δεν δικαιολογούν πολιτική κινητοποίηση, αλλά μπορεί να αποτελούν πρώιμες ενδείξεις βαθύτερης μεταβολής. Η ξαφνική αλλαγή μιας εμπορικής διαδρομής, η επαναλαμβανόμενη βλάβη σε υποδομή, η αύξηση ασυνήθιστων μετακινήσεων πληθυσμού ή η σταδιακή μεταβολή της δημόσιας ρητορικής σε μια περιοχή δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην κρίση. Μπορούν όμως να υποδεικνύουν ότι ένα σύστημα μετακινείται προς διαφορετική κατάσταση.
Η πρόκληση είναι να διαχωριστεί το αδύναμο σήμα από τον θόρυβο. Αν όλα θεωρούνται προειδοποίηση, τίποτε δεν είναι προειδοποίηση.
Για αυτό χρειάζεται τρίτη λειτουργία: κοινή ιεράρχηση δεικτών. Κάθε κατηγορία κινδύνου θα μπορούσε να διαθέτει μικρό σύνολο μετρήσιμων μεταβλητών. Δεν χρειάζονται εκατοντάδες στοιχεία. Χρειάζονται εκείνα που, όταν μεταβάλλονται ταυτόχρονα, υποδηλώνουν ότι αυξάνεται η πιθανότητα συγκεκριμένου σεναρίου.
Στο μεταναστευτικό, για παράδειγμα, δεν αρκεί να μετρώνται οι αφίξεις. Χρειάζεται να παρακολουθούνται οι συνθήκες αναχώρησης: τιμές τροφίμων, πολιτική αστάθεια, δραστηριότητα δικτύων διακίνησης, μεταβολές στους ελέγχους ακτών και νέα γεωγραφία διαδρομών. Όταν οι αφίξεις αυξηθούν, το σύστημα έχει ήδη εισέλθει στη φάση αντίδρασης.
Στις ενεργειακές υποδομές, δεν αρκεί η παρακολούθηση της τελικής διακοπής. Χρειάζεται χαρτογράφηση μονοσήμαντων εξαρτήσεων, ελλείψεων εφεδρείας, σημείων στα οποία ένα τεχνικό πρόβλημα θα προκαλούσε δυσανάλογη οικονομική επίπτωση και της δυνατότητας γρήγορης υποκατάστασης.
Στη ναυσιπλοΐα, οι πρώτες ενδείξεις μπορεί να βρίσκονται σε ασφαλιστικά ασφάλιστρα, αλλαγές δρομολογίων, διάρκεια μεταφοράς και αποφάσεις μεγάλων εταιρειών πριν ακόμη υπάρξει επίσημη κρατική αντίδραση.
Ένας τέτοιος μηχανισμός θα ήταν σημαντικός ακριβώς επειδή τα τρία κράτη διαθέτουν διαφορετικά σημεία παρατήρησης. Η Αίγυπτος βλέπει ορισμένες εξελίξεις από την οπτική της βόρειας Αφρικής, του αραβικού χώρου, της Ερυθράς Θάλασσας και των μεγάλων διαδρομών εμπορίου. Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή ναυτιλιακή, ευρωπαϊκή και νοτιοανατολικοευρωπαϊκή οπτική. Η Κύπρος βρίσκεται σε διαφορετικό γεωγραφικό σημείο και έχει τη δική της εμπειρία ως μικρό κράτος της Ένωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σύνθεση αυτών των διαφορετικών παρατηρητηρίων μπορεί να μειώσει μια γνωστική αδυναμία που χαρακτηρίζει όλες τις κρατικές διοικήσεις: την τάση να θεωρούν ότι οι κίνδυνοι που γνωρίζουν καλύτερα είναι και οι σημαντικότεροι.
Η κοινή στρατηγική πρόβλεψη θα μπορούσε να λειτουργεί ως θεσμική άσκηση «αποκέντρωσης της οπτικής».
Η τέταρτη λειτουργία θα ήταν η ανάπτυξη σεναρίων. Εδώ συχνά γίνεται το μεγαλύτερο λάθος. Τα σενάρια δεν πρέπει να είναι γενικές αφηγήσεις τύπου «θετικό, αρνητικό και ενδιάμεσο μέλλον». Πρέπει να είναι συγκεκριμένες αλληλουχίες γεγονότων που υποχρεώνουν τη διοίκηση να σκεφτεί πώς θα αντιδράσει.
Ένα σενάριο θα μπορούσε να ξεκινά με συνδυασμένη διακοπή δύο κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών και απότομη αύξηση κόστους ενέργειας και μεταφοράς. Άλλο με μακρά περίοδο ξηρασίας και αυξημένη πίεση σε γεωργία και ύδρευση. Άλλο με σοβαρή πολιτική αποσταθεροποίηση στη βόρεια Αφρική και παράλληλη αύξηση μεταναστευτικών κινήσεων. Άλλο με περιστατικό σε υποθαλάσσια υποδομή ασαφούς αιτίας.
Η αξία των σεναρίων δεν βρίσκεται στην πιθανότητα να συμβούν ακριβώς έτσι. Βρίσκεται στην αποκάλυψη εξαρτήσεων και θεσμικών κενών.
Αν ένα σενάριο δείξει ότι καμία από τις τρεις κυβερνήσεις δεν γνωρίζει ποιος είναι υπεύθυνος για την ταχεία ανταλλαγή μιας κρίσιμης κατηγορίας πληροφοριών, έχει ήδη επιτελέσει τον σκοπό του. Αν αποκαλύψει ότι δύο χώρες σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν την ίδια σπάνια εναλλακτική υποδομή ταυτόχρονα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ακόμη περισσότερο.
Η πέμπτη λειτουργία πρέπει να είναι η «αντίστροφη δοκιμή στρατηγικής». Αντί να ρωτάμε μόνο «τι μπορεί να συμβεί;», πρέπει να ρωτάμε «υπό ποιες συνθήκες θα αποτύχει η σημερινή μας πολιτική;». Αυτή είναι πολύ πιο απαιτητική ερώτηση.
Για παράδειγμα, αν μια ενεργειακή στρατηγική προϋποθέτει σταθερή λειτουργία συγκεκριμένων υποδομών, ποιος συνδυασμός γεγονότων θα ακύρωνε αυτή την προϋπόθεση; Αν μια μεταναστευτική πολιτική προϋποθέτει συνεργασία με συγκεκριμένες διοικητικές αρχές τρίτων χωρών, τι συμβαίνει αν η διοικητική τους ικανότητα μειωθεί απότομα;
Η πρόβλεψη γίνεται έτσι εργαλείο ελέγχου στρατηγικής και όχι απλώς παραγωγής αναφορών.
Η έκτη λειτουργία θα μπορούσε να είναι η συστηματική χρήση «αντίλογης ομάδας». Μια μικρή ομάδα αναλυτών θα αναλάμβανε να αμφισβητεί την επικρατούσα εκτίμηση. Αν η κυρίαρχη άποψη θεωρεί έναν κίνδυνο χαμηλό, η ομάδα θα έπρεπε να κατασκευάζει την ισχυρότερη δυνατή επιχειρηματολογία για το αντίθετο.
Αυτή η πρακτική είναι σημαντική επειδή οι στρατηγικές αποτυχίες προέρχονται συχνά από ομαδική σκέψη. Όταν υπηρεσίες και κυβερνήσεις συνεργάζονται επί χρόνια, η υψηλή εμπιστοσύνη —κατά τα άλλα πλεονέκτημα— μπορεί να παράγει υπερβολική ομοφωνία. Η κοινή στρατηγική πρόβλεψη πρέπει να ενσωματώνει θεσμικά τη διαφωνία.
Η έβδομη λειτουργία θα ήταν η κατασκευή κοινών «κατωφλίων προειδοποίησης». Η βασική δυσκολία κάθε συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης δεν είναι η συλλογή δεδομένων. Είναι η απόφαση για το πότε ένα σήμα είναι αρκετά ισχυρό ώστε να προκαλέσει πολιτική αντίδραση.
Αν κινητοποιηθείς πολύ νωρίς, δημιουργείς κόστος και πιθανώς ψευδείς συναγερμούς. Αν περιμένεις υπερβολικά, η έγκαιρη προειδοποίηση χάνει την αξία της.
Θα μπορούσαν επομένως να καθιερωθούν διαφορετικές βαθμίδες. Πρώτο επίπεδο: αυξημένη παρακολούθηση. Δεύτερο: εντατικοποίηση ανταλλαγής πληροφοριών. Τρίτο: τεχνική διαβούλευση μεταξύ αρμόδιων υπηρεσιών. Τέταρτο: προετοιμασία επιχειρησιακών επιλογών. Πέμπτο: πολιτικός συντονισμός.
Έτσι δεν θα απαιτείται κάθε πρώιμη ένδειξη να φθάνει αμέσως στο ανώτατο επίπεδο.
Η όγδοη λειτουργία αφορά την προετοιμασία «προκαταρκτικών επιλογών πολιτικής». Σε συνθήκες κρίσης, οι κυβερνήσεις συχνά χάνουν πολύτιμο χρόνο επειδή η συζήτηση αρχίζει από το μηδέν. Ποιος έχει νομική αρμοδιότητα; Ποια μέσα είναι διαθέσιμα; Ποια συμφωνία χρειάζεται; Ποιο είναι το κόστος;
Η στρατηγική πρόβλεψη μπορεί να έχει απαντήσει στα ερωτήματα πριν υπάρξει ανάγκη εφαρμογής.
Δεν σημαίνει αυτόματη ενεργοποίηση ενός σχεδίου. Σημαίνει ότι οι επιλογές είναι ήδη χαρτογραφημένες: ποια απόφαση μπορεί να λάβει ποιος φορέας, ποια νομική βάση υπάρχει, ποια δεδομένα χρειάζονται και ποιες είναι οι σημαντικότερες συνέπειες.
Αυτό μειώνει δραστικά το κόστος του χρόνου.
Η μόνιμη Γραμματεία της τριμερούς μπορεί να αποτελέσει οργανωτική έδρα μιας τέτοιας διαδικασίας, χωρίς όμως να μετατραπεί σε νέα υπηρεσία ασφαλείας. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη περιγράψει τη λογική της Γραμματείας ως μηχανισμό παρακολούθησης, υποστήριξης, συντονισμού και παραγωγής απτών αποτελεσμάτων, ενώ έχει δημιουργήσει και εθνικό μηχανισμό συντονισμού των εμπλεκόμενων φορέων.
Θα μπορούσε να δημιουργηθεί στο εσωτερικό της μια εξαιρετικά μικρή Μονάδα Στρατηγικής Πρόβλεψης, στελεχωμένη όχι μόνο από διπλωμάτες αλλά και από οικονομολόγους, ειδικούς ενέργειας, ναυτιλίας, κλιματικής ανθεκτικότητας, δημογραφίας και ανάλυσης δεδομένων. Η βασική της λειτουργία δεν θα ήταν να παράγει πολιτικές θέσεις. Θα ήταν να οργανώνει τη συλλογική σκέψη των τριών κρατών.
Κάθε έξι μήνες θα μπορούσε να εκπονείται κοινή έκθεση στρατηγικού ορίζοντα με τρία επίπεδα: βραχυχρόνιες εξελίξεις δώδεκα μηνών, μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι τριών έως πέντε ετών και δομικές τάσεις δεκαετίας.
Η δημόσια εκδοχή θα μπορούσε να παρουσιάζει γενικές τάσεις. Μια περιορισμένη υπηρεσιακή εκδοχή θα μπορούσε να περιλαμβάνει πιο ευαίσθητη αξιολόγηση. Η διάκριση είναι σημαντική ώστε η πρόβλεψη να παραμένει χρήσιμη χωρίς να υποχρεώνει τα κράτη να δημοσιοποιούν πληροφορίες ή εκτιμήσεις που δεν πρέπει να δημοσιοποιηθούν.
Η διαδικασία θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική αν συνδεόταν με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα των τριών χωρών. Η κρατική διοίκηση διαθέτει πληροφορίες αλλά συχνά αναπαράγει θεσμικές παραδοχές. Η ακαδημαϊκή κοινότητα διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία να εξετάζει μη συμβατικά σενάρια. Η σύνδεση των δύο μπορεί να μειώνει τη γνωστική στενότητα.
Χρειάζεται όμως σαφής διάκριση μεταξύ επιστημονικής ανάλυσης και πολιτικής απόφασης. Η στρατηγική πρόβλεψη δεν πρέπει να μετατραπεί σε τεχνοκρατική υποκατάσταση της πολιτικής. Δεν μπορεί να αποφασίσει ποιο επίπεδο κινδύνου είναι κοινωνικά ή πολιτικά αποδεκτό. Μπορεί μόνο να κάνει τις επιλογές και τα κόστη τους περισσότερο ορατά.
Θα πρέπει επίσης να αποφευχθεί η υπερβολική φιλοδοξία. Η τριμερής δεν μπορεί να προβλέψει όλες τις κρίσεις της Ανατολικής Μεσογείου ούτε να αντικαταστήσει τις εθνικές υπηρεσίες, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους περιφερειακούς μηχανισμούς.
Η προστιθέμενη αξία της βρίσκεται αλλού: μπορεί να εξετάζει εκείνα τα σενάρια στα οποία τα συμφέροντα και οι εξαρτήσεις των τριών χωρών τέμνονται.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό ως όριο. Αν ο μηχανισμός επιχειρήσει να καλύψει ολόκληρη τη διεθνή πολιτική, θα καταλήξει σε γενική παραγωγή αναλύσεων που κανείς δεν χρησιμοποιεί. Πρέπει να εστιάζει σε πραγματικά διασυνοριακές αλληλεξαρτήσεις: θαλάσσιες οδούς, υποδομές, ενέργεια, κλιματικούς και υδατικούς κινδύνους, οργανωμένο έγκλημα, ανθρώπινη κινητικότητα και πολιτική αστάθεια που έχει άμεσο περιφερειακό αποτέλεσμα.
Η επιτυχία του μηχανισμού δεν θα πρέπει να μετρηθεί από τον αριθμό των κρίσεων που «προέβλεψε σωστά». Αυτό θα ήταν λανθασμένο κριτήριο και θα δημιουργούσε κίνητρο για εύκολες και ασαφείς προβλέψεις.
Το σωστό μέτρο είναι διαφορετικό: όταν εκδηλωθεί μια κρίση, υπήρχε ήδη σενάριο παρόμοιας κατηγορίας; Είχαν εντοπιστεί οι βασικές εξαρτήσεις; Ήξεραν οι αρμόδιες υπηρεσίες ποιον να καλέσουν; Υπήρχαν ήδη επιλογές πολιτικής; Είχαν αναγνωριστεί τα νομικά και τεχνικά εμπόδια; Μειώθηκε ο χρόνος από το γεγονός μέχρι την οργανωμένη αντίδραση;
Αν η απάντηση είναι θετική, η πρόβλεψη έχει λειτουργήσει ακόμη κι αν κανείς δεν είχε προβλέψει την ακριβή ημερομηνία ή αφορμή.
Υπάρχει τέλος ένα βαθύτερο πολιτικό πλεονέκτημα. Η κοινή στρατηγική πρόβλεψη μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός στρατηγικής κοινωνικοποίησης των τριών διοικήσεων. Αναλυτές και υπηρεσίες θα μαθαίνουν σταδιακά να εξετάζουν τις περιφερειακές εξελίξεις όχι μόνο μέσα από εθνικά φίλτρα αλλά και μέσα από τις εξαρτήσεις των εταίρων.
Αυτό δεν καταργεί τα εθνικά συμφέροντα. Μπορεί όμως να περιορίσει μια από τις συχνότερες αιτίες αστοχίας περιφερειακών συνεργασιών: την υπόθεση ότι όλοι αντιλαμβάνονται τον ίδιο κίνδυνο με τον ίδιο τρόπο.
Η κοινή πρόβλεψη αναγκάζει κάθε μέρος να δει την κρίση και μέσα από τα μάτια των άλλων δύο.
Με τον χρόνο, αυτή η διαδικασία μπορεί να αποδειχθεί ίσως σημαντικότερη ακόμη και από ορισμένες επίσημες διακηρύξεις. Οι στρατηγικές σχέσεις γίνονται βαθύτερες όταν οι εταίροι δεν συντονίζουν μόνο τις απαντήσεις τους, αλλά αρχίζουν να κατασκευάζουν κοινές κατηγορίες κατανόησης του περιβάλλοντος.
Η Ανατολική Μεσόγειος είναι περιοχή στην οποία η επόμενη κρίση δύσκολα θα είναι απολύτως ίδια με την προηγούμενη. Η σωστή απάντηση δεν είναι επομένως ένα άκαμπτο σχέδιο για ένα γνωστό σενάριο.
Πρόσφατα σχόλια