Η ευρωπαϊκή διεύρυνση ακολουθεί μία συγκεκριμένη αλληλουχία. Πρώτα το υποψήφιο κράτος μεταρρυθμίζεται, αποδεικνύει ότι διαθέτει σταθερούς δημοκρατικούς θεσμούς, λειτουργικό κράτος δικαίου, ικανότητα εφαρμογής του ενωσιακού κεκτημένου και οικονομία που μπορεί να λειτουργήσει μέσα στην ενιαία αγορά· κατόπιν αποκτά πλήρη ιδιότητα μέλους. Η λογική είναι ισχυρή επειδή η στιγμή πριν από την ένταξη είναι η στιγμή κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει το μεγαλύτερο διαπραγματευτικό της όπλο: την ίδια την ιδιότητα του μέλους. Το άρθρο 49 ΣΕΕ συνδέει άλλωστε την ένταξη με τον σεβασμό και την προώθηση των ευρωπαϊκών αξιών, ενώ η σημερινή επίσημη πολιτική της Επιτροπής εξακολουθεί να απαιτεί μεταρρυθμίσεις που να είναι σταθερές, βιώσιμες και να έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά μη εύκολης αναστροφής.
Το μοντέλο αυτό όμως δημιουργεί ένα δύσκολο ερώτημα σε μια περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική αξία της διεύρυνσης έχει αυξηθεί και ορισμένες υποψήφιες χώρες παραμένουν επί πολλά χρόνια σε ενδιάμεση θέση. Τι συμβαίνει όταν η προενταξιακή αιρεσιμότητα δεν επιτυγχάνει πλήρως τις επιδιωκόμενες μεταρρυθμίσεις; Πρέπει η Ένωση να παρατείνει επ’ αόριστον την αναμονή μέχρι να παραχθεί σχεδόν τέλεια θεσμική σύγκλιση ή μπορεί η ίδια η ιδιότητα του μέλους, με τις πολύ ισχυρότερες νομικές, οικονομικές και πολιτικές δεσμεύσεις που συνεπάγεται, να ολοκληρώσει μια διαδικασία μετασχηματισμού που η εξωτερική αιρεσιμότητα δεν κατάφερε να περατώσει;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ενιαία για όλες τις μεταρρυθμίσεις, επειδή διαφορετικοί θεσμοί αντιδρούν σε διαφορετικά κίνητρα. Η βασική διάκριση πρέπει να γίνει ανάμεσα στη θεσμική ικανότητα και στη θεσμική δέσμευση. Ένα κράτος μπορεί να επιθυμεί πραγματικά να εφαρμόσει το ενωσιακό δίκαιο αλλά να μην έχει ακόμη επαρκή διοικητική τεχνογνωσία, εξειδικευμένο προσωπικό ή πληροφοριακά συστήματα. Μπορεί όμως και να διαθέτει όλη την απαιτούμενη τεχνική ικανότητα και να μην επιθυμεί πολιτικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη, πλουραλιστικά μέσα ενημέρωσης ή πραγματικούς ελέγχους στην εκτελεστική εξουσία. Οι δύο περιπτώσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με το ίδιο μοντέλο προσχώρησης.
Η ιδιότητα του μέλους μπορεί πράγματι να επιταχύνει δραστικά την πρώτη κατηγορία σύγκλισης. Μετά την ένταξη, οι ευρωπαϊκοί κανόνες παύουν να αποτελούν μελλοντική υποχρέωση και ενσωματώνονται στην καθημερινή λειτουργία του κράτους. Η διοίκηση συμμετέχει σε εκατοντάδες ευρωπαϊκά δίκτυα, οι εθνικοί υπάλληλοι συνεργάζονται μόνιμα με ομολόγους τους, οι επιχειρήσεις και οι πολίτες αποκτούν άμεσα δικαιώματα από το ενωσιακό δίκαιο και οι εθνικές αρχές λειτουργούν μέσα σε μια έννομη τάξη της οποίας η εφαρμογή παρακολουθείται από την Επιτροπή και τελικά από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή μπορεί να κινεί διαδικασίες παράβασης όταν κράτος μέλος δεν εφαρμόζει σωστά το ενωσιακό δίκαιο και, εφόσον η μη συμμόρφωση συνεχίζεται, να ζητεί ακόμη και οικονομικές κυρώσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η ένταξη μεταβάλλει το ίδιο το περιβάλλον κινήτρων. Πριν από την προσχώρηση, η εφαρμογή του κεκτημένου είναι κυρίως προϋπόθεση για ένα μελλοντικό πολιτικό βραβείο. Μετά την ένταξη, αποτελεί καθημερινή νομική υποχρέωση. Η αλλαγή είναι σημαντική. Μια δημόσια διοίκηση που πριν αντιμετώπιζε τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις ως «κεφάλαια που πρέπει να κλείσουν» εισέρχεται πλέον σε μόνιμο σύστημα εφαρμογής κανόνων, ελέγχου, δικαστικής ερμηνείας και διακρατικής συνεργασίας.
Η ιδιότητα του μέλους μεταβάλλει επίσης την εσωτερική πολιτική οικονομία των μεταρρυθμίσεων. Πριν από την ένταξη, ένας μεταρρυθμιστής υπουργός μπορεί να υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη αλλαγή απαιτείται για να πλησιάσει η χώρα στην ΕΕ. Μετά την ένταξη, πολίτες, επιχειρήσεις, δικαστές, επαγγελματικές ενώσεις και οργανώσεις κοινωνίας πολιτών αποκτούν πολύ ισχυρότερα εργαλεία για να απαιτούν την εφαρμογή ευρωπαϊκών δικαιωμάτων. Η ευρωπαϊκή έννομη τάξη δεν λειτουργεί πλέον μόνο «από πάνω», μέσω της διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβέρνησης και Επιτροπής, αλλά και «από κάτω», δημιουργώντας εσωτερικές κοινωνικές ομάδες που έχουν υλικό και νομικό συμφέρον στη συμμόρφωση.
Αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο η πλήρης θεσμική σύγκλιση πριν από την ένταξη μπορεί να είναι λανθασμένο κριτήριο αν ερμηνευθεί κυριολεκτικά. Καμία χώρα δεν εισέρχεται σε μια ένωση όπως η ΕΕ έχοντας ολοκληρώσει κάθε διοικητική, οικονομική και κανονιστική προσαρμογή για πάντα. Η ίδια η συμμετοχή αποτελεί μηχανισμό συνεχούς ευρωπαϊκοποίησης. Τα κράτη που είναι ήδη μέλη εξακολουθούν καθημερινά να προσαρμόζουν το δίκαιο, τη διοίκηση και τις αγορές τους σε νέες ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
Η απαίτηση «πλήρους σύγκλισης» είναι επίσης θεωρητικά προβληματική επειδή κανένας θεσμός δεν είναι κυριολεκτικά μη αναστρέψιμος. Οι δημοκρατίες μπορούν να υποχωρήσουν, ανεξάρτητες αρχές μπορούν να αποδυναμωθούν και δικαστικά συστήματα μπορούν να πολιτικοποιηθούν ακόμη και μετά από πολλά χρόνια λειτουργίας. Η εύλογη προενταξιακή απαίτηση δεν μπορεί επομένως να είναι η απόδειξη κάποιας αδύνατης ιστορικής μονιμότητας. Πρέπει να είναι η ύπαρξη θεσμών αρκετά βαθιών ώστε η ανατροπή τους να απαιτεί μεγάλο πολιτικό, νομικό και κοινωνικό κόστος.
Εδώ όμως εμφανίζεται η αντίθετη πλευρά του επιχειρήματος. Η ιδιότητα του μέλους μπορεί να ενισχύσει την τεχνική και κανονιστική συμμόρφωση, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να δημιουργήσει εκ των υστέρων πολιτική βούληση για δημοκρατικούς περιορισμούς που δεν είχε παγιωθεί πριν από την ένταξη. Μάλιστα, σε ορισμένους τομείς η μεταρρυθμιστική ισχύς της Ένωσης μειώνεται ακριβώς τη στιγμή της προσχώρησης.
Πριν από την ένταξη, η Ένωση μπορεί να πει «χωρίς τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση δεν γίνεσαι μέλος». Μετά την ένταξη, δεν διαθέτει αντίστοιχο απλό μηχανισμό αποβολής. Το κράτος έχει πλέον δικαίωμα ψήφου, συμμετοχή στους θεσμούς, πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια και δυνατότητα να συμμετέχει ακόμη και σε αποφάσεις που αφορούν τη θεσμική συμπεριφορά άλλων κρατών. Το ισχυρότερο θετικό κίνητρο της προενταξιακής περιόδου έχει εξαφανιστεί.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγάλη ασυμμετρία ανάμεσα στην αιρεσιμότητα πριν και μετά την ένταξη. Η προενταξιακή αιρεσιμότητα προσφέρει ένα τεράστιο, ενιαίο και εξαιρετικά επιθυμητό βραβείο. Οι μεταενταξιακοί μηχανισμοί λειτουργούν περισσότερο μέσω επιβολής: διαδικασίες παράβασης, αποφάσεις του Δικαστηρίου, χρηματοδοτική αιρεσιμότητα και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, το άρθρο 7 ΣΕΕ. Η Ένωση διαθέτει σήμερα καθεστώς αιρεσιμότητας που επιτρέπει αναστολή πληρωμών όταν παραβιάσεις του κράτους δικαίου επηρεάζουν επαρκώς άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα του προϋπολογισμού.
Τα εργαλεία αυτά είναι σημαντικά αλλά δεν είναι ισοδύναμα με την προενταξιακή μόχλευση. Η διαδικασία του άρθρου 7 είναι χαρακτηριστική. Το πρώτο στάδιο επιτρέπει τη διαπίστωση σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων στο Συμβούλιο, αλλά η διαπίστωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης στο επόμενο στάδιο απαιτεί ομοφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης. Μόνο μετά από αυτήν μπορούν να ανασταλούν συγκεκριμένα δικαιώματα, όπως δικαιώματα ψήφου. Ο υψηλός αυτός πήχης αποτυπώνει την πολιτική δυσκολία να ασκηθεί πολύ σκληρή πίεση σε κράτος που βρίσκεται ήδη «μέσα» στην Ένωση.
Για τον λόγο αυτό δεν είναι όλες οι μεταρρυθμίσεις κατάλληλες για μεταενταξιακή ολοκλήρωση. Η διοικητική ικανότητα μπορεί να βελτιωθεί μετά την ένταξη. Τα τελωνεία, οι ρυθμιστικές αρχές, οι δημόσιες συμβάσεις, η ψηφιακή διοίκηση, η εποπτεία αγορών και μεγάλο μέρος της εφαρμογής του κεκτημένου μπορούν να συνεχίσουν να ωριμάζουν μέσα στο σύστημα. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η πραγματική πολιτική εναλλαγή, η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, οι συνταγματικοί έλεγχοι στην εκτελεστική εξουσία και η ακεραιότητα των εκλογών είναι διαφορετικής τάξης ζητήματα. Αν αυτά παραμένουν βαθιά ευάλωτα τη στιγμή της ένταξης, η ίδια η πρόσβαση στη θεσμική ισχύ και στους ευρωπαϊκούς πόρους μπορεί να ενισχύσει τους εσωτερικούς δρώντες που εμποδίζουν τη μεταρρύθμιση.
Η κρίσιμη έννοια επομένως δεν είναι η «πλήρης σύγκλιση» αλλά η «επαρκής θεσμική αυτοσυντήρηση». Πριν από την ένταξη πρέπει να έχει δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο η συνέχιση της δημοκρατικής και δικαιοκρατικής λειτουργίας δεν εξαρτάται κυρίως από την εξωτερική πίεση των Βρυξελλών. Οι εγχώριοι θεσμοί, η δικαιοσύνη, η κοινωνία πολιτών, τα μέσα ενημέρωσης και η κομματική εναλλαγή πρέπει να έχουν αποκτήσει αρκετή αυτονομία ώστε να υπερασπίζονται τους κανόνες ακόμη όταν το ισχυρότερο εξωτερικό βραβείο —η ένταξη— έχει ήδη απονεμηθεί.
Αντίθετα, δεν υπάρχει λόγος να απαιτείται πριν από την ένταξη η πλήρης τεχνική ωρίμανση κάθε διοικητικής λειτουργίας. Μια τέτοια απαίτηση μπορεί να παρατείνει τη διαδικασία περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και να υπονομεύσει την ίδια την αιρεσιμότητα. Η προενταξιακή πολιτική λειτουργεί μόνο όταν το βραβείο είναι ταυτόχρονα σημαντικό και πιστευτό. Αν η υποψήφια κοινωνία θεωρήσει ότι η ένταξη θα μετατίθεται συνεχώς ακόμη και όταν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις, τότε το κίνητρο μεταρρύθμισης μειώνεται. Οι πολιτικοί μπορούν να υποστηρίζουν στο εσωτερικό ότι το κόστος προσαρμογής είναι άμεσο ενώ η ανταμοιβή αόριστη.
Αυτό το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο όταν η προενταξιακή περίοδος διαρκεί πολλά χρόνια. Η αιρεσιμότητα έχει φθίνουσα απόδοση. Στην αρχή, η προοπτική ένταξης μπορεί να μετακινήσει σημαντικά την εγχώρια πολιτική ισορροπία υπέρ των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων. Όσο η απόσταση από την ένταξη παραμένει ασαφής, η καθημερινή πολιτική επιστρέφει στα εγχώρια συμφέροντα. Η κυβέρνηση αναλαμβάνει το κόστος μεταρρυθμίσεων χωρίς να μπορεί να δείξει στους πολίτες χειροπιαστό όφελος από τη διαδικασία.
Η σημερινή στρατηγική της Ένωσης για τα Δυτικά Βαλκάνια επιχειρεί ακριβώς να αντιμετωπίσει αυτή τη φθορά της αιρεσιμότητας. Το Growth Plan συνδέει βαθύτερη πρόσβαση σε τμήματα της ενιαίας αγοράς, περιφερειακή οικονομική ολοκλήρωση, θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις και αυξημένη χρηματοδοτική στήριξη. Η λογική είναι να προσφέρονται ορισμένα απτά οφέλη πριν από την πλήρη ένταξη αντί το σύνολο της ανταμοιβής να βρίσκεται στο τέλος μιας πολυετούς διαδρομής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2026 επανέλαβε ότι αυτή η σταδιακή ένταξη πρέπει να είναι αξιοκρατική και αναστρέψιμη, ενώ η Ένωση ήδη ενσωματώνει υποψήφιες χώρες σε επιμέρους τομείς της ενιαίας αγοράς και άλλες πολιτικές πριν αποκτήσουν πλήρη ιδιότητα μέλους.
Η κατεύθυνση αυτή είναι θεωρητικά σημαντική επειδή καταργεί το υπερβολικά δυαδικό μοντέλο «εκτός μέχρι να είσαι πλήρως έτοιμος — μέσα όταν όλα έχουν ολοκληρωθεί». Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να γίνει περισσότερο συνεχής διαδικασία. Ένα υποψήφιο κράτος που εκπληρώνει συγκεκριμένα κριτήρια μπορεί να αποκτά συγκεκριμένα οφέλη: μεγαλύτερη οικονομική ένταξη, συμμετοχή σε ευρωπαϊκά δίκτυα, χρηματοδότηση ή πρόσβαση σε προγράμματα. Αν υποχωρεί, μέρος των ωφελημάτων μπορεί να αναστέλλεται.
Το πλεονέκτημα είναι ότι διατηρείται η αιτιώδης σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης και ανταμοιβής. Ο πολίτης μπορεί να βλέπει αποτέλεσμα πριν από την τελική ημερομηνία ένταξης. Η κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να ισχυρίζεται ότι όλες οι μεταρρυθμίσεις είναι μονόπλευρες θυσίες προς ένα αβέβαιο μέλλον. Και η Ένωση δεν χρειάζεται να κάνει την ακραία επιλογή ανάμεσα στην πλήρη ένταξη και στη διατήρηση της χώρας για απροσδιόριστο διάστημα εκτός.
Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο όριο. Η σταδιακή ένταξη δεν πρέπει να εξελιχθεί σε μόνιμη «δεύτερη κατηγορία ευρωπαϊκότητας», όπου χώρες εφαρμόζουν μεγάλο μέρος των κανόνων, συμμετέχουν οικονομικά και ευθυγραμμίζονται πολιτικά χωρίς ποτέ να αποκτούν ισότιμη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Αν η ενδιάμεση κατάσταση γίνει μόνιμη, η αιρεσιμότητα χάνει ξανά την αξιοπιστία της. Το μεταβατικό στάδιο πρέπει να αποτελεί πραγματική γέφυρα προς την πλήρη ιδιότητα μέλους και όχι πολιτικά βολικό υποκατάστατό της.
Εξίσου προβληματική θα ήταν η αντίθετη ιδέα: να ενταχθεί ένα θεσμικά ανέτοιμο κράτος με την προσδοκία ότι «η Ευρώπη θα το διορθώσει από μέσα». Η ιδιότητα μέλους δεν είναι πρόγραμμα εξωτερικής τεχνικής βοήθειας. Δημιουργεί αμέσως δικαίωμα συμμετοχής στη νομοθέτηση, στις δημοσιονομικές αποφάσεις και —σε ορισμένα πεδία— στην ίδια την άσκηση αρνησικυρίας. Ένα κράτος που δεν έχει ακόμη εδραιώσει τους θεμελιώδεις κανόνες της κοινής πολιτικής τάξης παύει μετά την ένταξη να είναι μόνο αντικείμενο ευρωπαϊκής μεταρρυθμιστικής πολιτικής και γίνεται συνδιαμορφωτής αυτής της πολιτικής.
Αυτό είναι ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα για αυστηρή προενταξιακή απαίτηση ως προς τον θεσμικό πυρήνα. Η Ένωση στηρίζεται σε αμοιβαία εμπιστοσύνη: τα εθνικά δικαστήρια αναγνωρίζουν αποφάσεις άλλων κρατών, οι διοικήσεις αποδέχονται ελέγχους και πιστοποιήσεις που έγιναν αλλού και οι κυβερνήσεις λαμβάνουν από κοινού αποφάσεις που δεσμεύουν όλους. Αν ένα κράτος δεν διαθέτει αξιόπιστα ανεξάρτητη δικαιοσύνη ή προβλέψιμη εφαρμογή του δικαίου, το πρόβλημα δεν παραμένει εσωτερικό. Εξάγεται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.
Επομένως, το σωστό μοντέλο δεν είναι «πλήρης μεταρρύθμιση πριν» ούτε «μεταρρύθμιση μετά». Είναι διαφορετική χρονική ακολουθία ανάλογα με τη φύση του θεσμού.
Πριν από την ένταξη πρέπει να εδραιώνονται τα θεμέλια που επιτρέπουν σε μια χώρα να παραμένει αξιόπιστο δημοκρατικό κράτος μέλος ακόμη και όταν η εξωτερική πίεση μειωθεί: ανεξαρτησία δικαιοσύνης, εκλογική ακεραιότητα, θεμελιώδη δικαιώματα, διοικητική ακεραιότητα, πραγματική δυνατότητα ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας και βασική ικανότητα εφαρμογής του κεκτημένου.
Μετά την ένταξη μπορούν και αναπόφευκτα θα συνεχίσουν η διοικητική τελειοποίηση, η οικονομική σύγκλιση, η αύξηση της παραγωγικότητας, η περαιτέρω επαγγελματοποίηση των ρυθμιστικών αρχών, η ψηφιοποίηση και πολλές από τις πιο τεχνικές πτυχές της ενσωμάτωσης.
Ανάμεσα στα δύο χρειάζεται σταδιακή πρόσβαση σε οφέλη που να είναι πραγματική, μετρήσιμη και αναστρέψιμη όταν υπάρχει οπισθοδρόμηση. Η σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική κινείται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση. Η σταδιακή ενσωμάτωση χρησιμοποιείται για να «προκαταβάλλονται» ορισμένα οφέλη της μελλοντικής ιδιότητας μέλους και να συνδέονται με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις αντί να αναμένεται το τέλος της διαδικασίας.
Χρειάζεται επίσης ισχυρότερη μεταενταξιακή αρχιτεκτονική. Η ιδέα ότι ο έλεγχος σταματά την ημέρα της προσχώρησης είναι θεσμικά αδικαιολόγητη. Η ετήσια παρακολούθηση του κράτους δικαίου έχει ήδη επεκτείνει τη λογική της συστηματικής αξιολόγησης τόσο στα κράτη μέλη όσο και στις χώρες της διεύρυνσης. Όμως η παρακολούθηση αποκτά ουσία μόνο όταν υπάρχουν αναλογικές συνέπειες και αξιόπιστα κίνητρα συμμόρφωσης.
Η μελλοντική διεύρυνση θα μπορούσε επομένως να συνοδεύεται από προσεκτικά σχεδιασμένες μεταβατικές ρήτρες σε συγκεκριμένα πεδία και από ισχυρότερη σύνδεση ευρωπαϊκών πόρων με μετρήσιμες θεσμικές υποχρεώσεις, χωρίς να δημιουργούνται μόνιμα κράτη μέλη δεύτερης κατηγορίας. Η αρχή της ισότητας των μελών πρέπει να διατηρείται ως τελικό καθεστώς. Η μετάβαση προς αυτήν όμως δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως στιγμιαίο άλμα από το μηδέν στο εκατό.
Υπάρχει εδώ ένα λεπτό αλλά ουσιώδες σημείο. Η «ένταξη πριν από την πλήρη σύγκλιση» δεν πρέπει να σημαίνει έκπτωση στα κριτήρια. Πρέπει να σημαίνει περισσότερο ακριβή διάκριση ανάμεσα σε εκείνα που είναι απαραίτητο να έχουν εδραιωθεί πριν από την ένταξη και σε εκείνα που από τη φύση τους ολοκληρώνονται αποτελεσματικότερα μέσα στην ίδια την Ένωση.
Αυτή η διάκριση επιλύει σε μεγάλο βαθμό το φαινομενικό δίλημμα. Ναι, η ιδιότητα του μέλους μπορεί να επιταχύνει μεταρρυθμίσεις που η προενταξιακή αιρεσιμότητα δεν ολοκλήρωσε. Μπορεί να το κάνει επειδή μετατρέπει την ευρωπαϊκή προσαρμογή από εξωτερική προϋπόθεση σε εσωτερική νομική πραγματικότητα, δημιουργεί ισχυρότερους εγχώριους φορείς συμμόρφωσης, εντάσσει τη διοίκηση σε μόνιμα δίκτυα και επιτρέπει πολύ βαθύτερη οικονομική και κοινωνική αλληλεξάρτηση.
Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί αξιόπιστος μηχανισμός για να δημιουργήσει από το μηδέν εκείνα τα θεμελιώδη δημοκρατικά αντίβαρα που έπρεπε ήδη να προστατεύουν την πολιτική κοινότητα πριν από την είσοδό της.
Η προενταξιακή αιρεσιμότητα είναι ισχυρότερη όταν χρειάζεται να μεταβάλει θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές, επειδή διατηρεί το τεράστιο κίνητρο της ένταξης. Η μεταενταξιακή ευρωπαϊκοποίηση είναι ισχυρότερη όταν χρειάζεται να παγιώσει, να εξειδικεύσει και να καθημερινοποιήσει τη μεταρρύθμιση μέσα σε πυκνό δίκτυο δικαίου, αγορών, πόρων και θεσμών.
Το λάθος είναι να ζητείται από τον πρώτο μηχανισμό να ολοκληρώσει κάθε πτυχή μιας διαδικασίας που από τη φύση της χρειάζεται δεκαετίες — ή από τον δεύτερο να διορθώσει θεμελιώδη πολιτικά προβλήματα τα οποία η Ένωση είχε τη μεγαλύτερη δυνατότητα να αντιμετωπίσει πριν παραδώσει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της όπλο.
Μια ώριμη πολιτική διεύρυνσης δεν χρειάζεται λοιπόν να επιλέξει ανάμεσα στην «τέλεια ετοιμότητα» και στην «πρόωρη ένταξη». Χρειάζεται να γνωρίζει ποια θεσμική αλλαγή πρέπει να προηγηθεί, ποια μπορεί να ακολουθήσει και ποια οφείλει να παραμείνει υπό συνεχή ευρωπαϊκή εποπτεία ανεξαρτήτως του αν η χώρα ονομάζεται υποψήφια ή κράτος μέλος.
Πρόσφατα σχόλια