Η κύρωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης μεταβάλλει περισσότερο το πολιτικό περιβάλλον της διαφοράς παρά το νομικό της υπόβαθρο. Η συμφωνία αποκτά ευρύτερη λιβυκή θεσμική στήριξη, καθώς το πολιτικό κέντρο που την είχε απορρίψει το 2020 ανακάλεσε αυτή τη θέση και την ενέκρινε ομόφωνα, ενώ η κυβέρνηση της Τρίπολης χαιρέτισε αμέσως την εξέλιξη. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, επανέλαβε ότι θεωρεί το μνημόνιο αντίθετο προς το Δίκαιο της Θάλασσας και μη ικανό να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών· η ίδια θέση υιοθετήθηκε την επόμενη ημέρα και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η νέα συνθήκη απαιτεί κυρίως μεταβολή του χρονικού ορίζοντα της ελληνικής πολιτικής. Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο έχει πάψει προ πολλού να είναι ένα περιστασιακό διπλωματικό επεισόδιο. Επτά χρόνια μετά την υπογραφή του, έχει ενταχθεί στην τουρκική θαλάσσια στρατηγική, έχει καταχωριστεί ως συμβατικό κείμενο στον ΟΗΕ, έχει συνδεθεί με ενεργειακές και γεωπολιτικές επιδιώξεις και τώρα αποκτά ευρύτερη εσωτερική λιβυκή αποδοχή. Η αντιμετώπισή του, επομένως, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προσδοκία ότι η πολιτική μεταβολή στη Λιβύη θα οδηγήσει από μόνη της στην εγκατάλειψή του. Η νέα πραγματικότητα μεταφέρει το βάρος στη μακροχρόνια διαμόρφωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο το μνημόνιο θα επιχειρεί να παράγει πολιτικά και πρακτικά αποτελέσματα.

Μια συνεκτική στρατηγική σε αυτό το περιβάλλον έχει ως αφετηρία τη διατήρηση της νομικής συνέχειας. Η Ελλάδα έχει ήδη καταγράψει επανειλημμένα τις θέσεις της στον ΟΗΕ, έχει συνάψει συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης με την Ιταλία και μερικώς με την Αίγυπτο και στηρίζει τη θέση της στη δημιουργία θαλάσσιων τίτλων από τις ελληνικές ακτές, συμπεριλαμβανομένων των νησιωτικών. Η σημασία αυτής της συνέπειας βρίσκεται λιγότερο στη συχνότητα των δηλώσεων και περισσότερο στη διατήρηση ενός συνεκτικού νομικού και διπλωματικού αρχείου το οποίο αποκλείει την εμφάνιση ανοχής απέναντι σε αξιώσεις που η Αθήνα θεωρεί ότι θίγουν τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η επιστολή που απέστειλε στις 22 Οκτωβρίου η ελληνική μόνιμη αντιπροσωπεία προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική.

Η νομική συνέπεια, ωστόσο, αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική αξία όταν συνοδεύεται από σταθερή άσκηση νόμιμων οικονομικών και διοικητικών δραστηριοτήτων. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε παραχωρήσεις θαλάσσιων οικοπέδων νοτίως της Κρήτης και προωθεί την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, για την οποία ο φορέας του έργου έχει ήδη υποβάλει αίτημα επανέναρξης θαλάσσιων ερευνών. Η Τουρκία έχει συνδέσει τις αντιρρήσεις της για τμήματα της διαδρομής του Great Sea Interconnector με τις δικές της θαλάσσιες αξιώσεις και με το μνημόνιο του 2019. Οι υποδομές αυτές αποκτούν συνεπώς χαρακτήρα πολύ ευρύτερο από την οικονομική τους χρησιμότητα: αποτελούν υλική έκφραση διαφορετικών αντιλήψεων για τη νόμιμη άσκηση δικαιοδοσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ελληνική θέση αποκτά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα όταν η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου συνδέεται με μια φυσιολογική και συνεχή κρατική παρουσία. Η δημιουργία οικονομικών δραστηριοτήτων, ενεργειακών δικτύων, επιστημονικών ερευνών και διεθνών συνεργασιών σε περιοχές όπου η Ελλάδα θεωρεί ότι διαθέτει νόμιμα δικαιώματα περιορίζει τον κίνδυνο η διαφορά να εξελιχθεί αποκλειστικά σε ανταγωνισμό χαρτών. Η στρατηγική αξία μιας νομικής θέσης αυξάνεται όταν αυτή ενσωματώνεται σε σταθερές οικονομικές και θεσμικές πραγματικότητες, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενέργειες αυτές παραμένουν συμβατές με τους εφαρμοστέους κανόνες και δεν υποκαθιστούν την ανάγκη οριοθέτησης όπου υπάρχει πραγματική επικάλυψη δικαιωμάτων.

Η δεύτερη μεγάλη παράμετρος αφορά τη Λιβύη. Η προσέγγιση της ανατολικής πλευράς με την Τουρκία δείχνει ότι μια ελληνική πολιτική που θα στηριζόταν στην εσωτερική λιβυκή διαίρεση έχει πλέον περιορισμένη χρησιμότητα. Η Τουρκία έχει κατορθώσει να διευρύνει την παρουσία της από την Τρίπολη προς τη Βεγγάζη, συνδέοντας την πολιτική επιρροή με οικονομική συνεργασία και επενδυτικές προοπτικές. Το Reuters αποδίδει την κύρωση και στη σημαντική βελτίωση των σχέσεων Άγκυρας–ανατολικής Λιβύης τα προηγούμενα χρόνια. Η μακροχρόνια ελληνική επιρροή στη Λιβύη θα εξαρτηθεί επομένως από την ικανότητα ανάπτυξης σχέσεων ουσίας και με τα δύο πολιτικά κέντρα, ανεξάρτητα από τη διαφωνία για τη θαλάσσια οριοθέτηση.

Η οικονομική διάσταση έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία. Η ανοικοδόμηση της Λιβύης, οι μεταφορές, η ενέργεια, οι κατασκευές, η ναυτιλία, τα λιμάνια και η εκπαίδευση δημιουργούν πεδία στα οποία οι διμερείς σχέσεις μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάθος. Η διεθνής επιρροή σπάνια διατηρείται μόνο μέσω της ανταλλαγής νομικών υπομνημάτων. Η Τουρκία έχει επενδύσει σε ένα ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων στη Λιβύη, και η σταθερότητα της δικής της επιρροής συνδέεται ακριβώς με αυτή την πολυδιάστατη παρουσία. Η ελληνική στρατηγική μπορεί να διατηρεί σαφή διαφωνία στο ζήτημα της οριοθέτησης χωρίς να μετατρέπει ολόκληρη τη σχέση με τη Λιβύη σε μονοθεματική αντιπαράθεση.

Η τρίτη παράμετρος βρίσκεται στη γεωμετρία των περιφερειακών οριοθετήσεων. Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 περιόρισε ήδη στην πράξη μέρος της γεωγραφικής λογικής του Τουρκολιβυκού Μνημονίου, δημιουργώντας μια διαφορετική συμφωνημένη οριοθέτηση ανάμεσα σε δύο κράτη της περιοχής. Μετά την κύρωση του 2026, Αθήνα και Κάιρο άρχισαν να συζητούν την περαιτέρω επέκταση της υφιστάμενης οριοθέτησης προς ανατολάς, προς την Κύπρο. Η σταδιακή συμπλήρωση νόμιμων και αμοιβαία συμφωνημένων οριοθετήσεων μπορεί να προσφέρει στην περιοχή μεγαλύτερη θεσμική πυκνότητα από εκείνη που δημιουργούν μονομερείς ή αμφισβητούμενες γραμμές.

Το ίδιο σκεπτικό αφορά και τη Λιβύη. Η πραγματική, οριστική αντιμετώπιση της ελληνολιβυκής θαλάσσιας εκκρεμότητας μπορεί να προκύψει μόνο από συμφωνία μεταξύ των δύο παράκτιων κρατών ή, εφόσον υπάρχει συναίνεση, από διεθνή δικαιοδοτική διαδικασία. Η σημερινή διαφωνία δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι νότιες ελληνικές ακτές και οι βόρειες λιβυκές ακτές δημιουργούν πραγματική γεωγραφική σχέση που απαιτεί κάποια στιγμή οριοθέτηση. Μια ελληνική πολιτική που διατηρεί ανοικτή αυτή την προοπτική διαθέτει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος από μια πολιτική μόνιμης αποξένωσης της Λιβύης.

Η τέταρτη διάσταση αφορά την ευρωπαϊκή και διεθνή ισχύ της ελληνικής θέσης. Η αντίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών υπήρξε άμεση: στις 20 και 21 Οκτωβρίου η ηγεσία της Ένωσης και κατόπιν οι 27 επανέλαβαν ότι το μνημόνιο θίγει δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα γι’ αυτά. Η ευρωπαϊκή στήριξη παρέχει πολιτικό πολλαπλασιαστή, ιδίως επειδή η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται πλέον με ευρωπαϊκές ενεργειακές διασυνδέσεις, γαλλικά επιχειρηματικά συμφέροντα και ευρύτερα ζητήματα ασφάλειας. Η αξιοποίησή της έχει μεγαλύτερη απόδοση όταν εντάσσεται σε μια θετική περιφερειακή αφήγηση που συνδέει το Δίκαιο της Θάλασσας με σταθερές οριοθετήσεις, ανοικτές ενεργειακές υποδομές και αποφυγή μονομερών τετελεσμένων.

Το τελικό ζητούμενο είναι η αποτροπή της μετατροπής μιας αμφισβητούμενης διμερούς συμφωνίας σε αποδεκτή περιφερειακή κανονικότητα. Η κύρωση του 2026 αυξάνει την πολιτική ανθεκτικότητα του Τουρκολιβυκού Μνημονίου και δημιουργεί μεγαλύτερο κίνδυνο πρακτικής ενεργοποίησής του. Η ελληνική στρατηγική αποκτά μεγαλύτερη συνοχή όταν συνδυάζει νομική συνέχεια, πραγματική οικονομική παρουσία, σχέσεις ουσίας με τη Λιβύη, συμφωνημένες οριοθετήσεις με γειτονικά κράτη και διεθνή θεσμική υποστήριξη. Το βάθος μιας τέτοιας πολιτικής μετριέται σε βάθος χρόνου και όχι από την ένταση της αντίδρασης στις πρώτες ημέρες μετά από κάθε νέα εξέλιξη.