Η απόφαση της Αθήνας να θέσει το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο στις κλειστές διαβουλεύσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας αμέσως μετά την κύρωσή του από τη λιβυκή Βουλή αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της χρονικής και θεσμικής συγκυρίας. Η Ελλάδα είναι εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας για τη διετία 2025–2026 και ασκεί κατά τον Οκτώβριο του 2026 τη μηνιαία προεδρία του. Στις 21 Οκτωβρίου, η μόνιμη αντιπρόσωπος της Ελλάδας Αγλαΐα Μπαλτά ενημέρωσε τα μέλη του Συμβουλίου σε κλειστές διαβουλεύσεις, μιλώντας με την εθνική της ιδιότητα, για τους κινδύνους που κατά την Αθήνα δημιουργεί η λιβυκή απόφαση για τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

Η διάκριση ανάμεσα στην ελληνική προεδρία και στην εθνική ελληνική θέση έχει ουσιαστική θεσμική σημασία. Η προεδρία του Συμβουλίου δεν παρέχει σε ένα κράτος δικαίωμα να μετατρέπει το όργανο σε εργαλείο εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Παρέχει, όμως, αυξημένη δυνατότητα διαμόρφωσης της συζήτησης, πρόσβαση στα μέλη, γνώση των διαδικασιών και πολιτική ορατότητα. Η ελληνική παρέμβαση στις κλειστές διαβουλεύσεις αξιοποίησε αυτή τη συγκυρία χωρίς να συγχέει τυπικά τις δύο ιδιότητες.

Η επιλογή του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν σημαίνει ότι το όργανο μπορεί να αποφανθεί για τη νομιμότητα της τουρκολιβυκής θαλάσσιας γραμμής όπως θα έκανε ένα διεθνές δικαστήριο. Ο Χάρτης του ΟΗΕ αναθέτει στο Συμβούλιο πρωταρχική ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, του επιτρέπει να εξετάζει καταστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε διεθνή τριβή και να προτείνει τρόπους ειρηνικής διευθέτησης. Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο του Δικαίου της Θάλασσας και, εφόσον απαιτείται δικαστική επίλυση, της αρμόδιας διεθνούς δικαιοδοσίας. Η πολιτική αξία της προσφυγής στο Συμβούλιο βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο.

Η πρώτη λειτουργία της είναι η αλλαγή του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητείται το μνημόνιο. Η Αθήνα επιδιώκει να παρουσιάσει τη διαφορά ως πιθανό παράγοντα περιφερειακής έντασης και όχι ως απομονωμένη νομική διαφωνία για συντεταγμένες. Μια οριοθετική διεκδίκηση αποκτά διάσταση διεθνούς ασφάλειας όταν συνδέεται με ερευνητικά πλοία, ναυτικές παρουσίες, ενεργειακές υποδομές, αντικρουόμενες αδειοδοτήσεις ή τον κίνδυνο ενός επεισοδίου μεταξύ κρατών. Η συγκεκριμένη προσέγγιση επιτρέπει στην Ελλάδα να χρησιμοποιεί το άρθρο 24 του Χάρτη ως θεσμικό πλαίσιο για να αναδείξει τις συνέπειες της διαφοράς χωρίς να ζητεί από το Συμβούλιο να υποκαταστήσει τον διεθνή δικαστή.

Η δεύτερη λειτουργία αφορά τη Λιβύη ως αντικείμενο ήδη ενεργού ενδιαφέροντος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η χώρα διαθέτει αποστολή των Ηνωμένων Εθνών, αποτελεί αντικείμενο τακτικών ενημερώσεων και το Συμβούλιο παρακολουθεί τη διαδικασία πολιτικής ενοποίησης, την ασφάλεια και την ξένη εμπλοκή. Μόλις στις 14 Οκτωβρίου είχε πραγματοποιηθεί επίσημη συνεδρίαση του Συμβουλίου για την κατάσταση στη Λιβύη και την UNSMIL. Η σύνδεση της θαλάσσιας συμφωνίας με τη γενικότερη σταθερότητα της Λιβύης επιτρέπει στην ελληνική διπλωματία να τοποθετεί το μνημόνιο μέσα σε ένα ήδη υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και να υπογραμμίζει ότι η σταθεροποίηση του λιβυκού κράτους δεν μπορεί να παράγει νέες εντάσεις με τα γειτονικά κράτη.

Η τρίτη λειτουργία είναι η δημιουργία διπλωματικού αρχείου υψηλότερου επιπέδου. Έως τώρα η διεθνής αντιπαράθεση για το μνημόνιο είχε εκφραστεί κυρίως μέσω επιστολών, χαρτών και διμερών δηλώσεων στον ΟΗΕ. Η ενημέρωση του Συμβουλίου σημαίνει ότι το ζήτημα εισάγεται στην πολιτική μνήμη του οργάνου που φέρει την κύρια ευθύνη για τη διεθνή ασφάλεια. Δεν παράγει αυτομάτως ψήφισμα ούτε δεσμευτική απόφαση, αλλά διευρύνει το πεδίο των κρατών που είναι επίσημα ενημερωμένα και καθιστά δυσκολότερη την παρουσίαση της διαφοράς ως καθαρά τεχνικού διμερούς ζητήματος.

Η επόμενη ημέρα ενίσχυσε αυτή τη διαδρομή. Η ελληνική μόνιμη αντιπροσωπεία απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα επαναδιατυπώνοντας την αντίθεση της Αθήνας στη λιβυκή κύρωση και στην παραγωγή αποτελεσμάτων έναντι τρίτων κρατών. Η αλληλουχία κλειστών διαβουλεύσεων και επίσημης γραπτής καταγραφής δημιουργεί δύο συμπληρωματικές μορφές διεθνοποίησης: την πολιτική ενημέρωση και τη νομικοδιπλωματική τεκμηρίωση.

Η χρονική συγκυρία παρέχει και μια επιπλέον δυνατότητα. Η ελληνική προεδρία του Συμβουλίου έχει προγραμματίσει για τις 29 Οκτωβρίου υψηλού επιπέδου συνεδρίαση με επίκεντρο τις αναδυόμενες τεχνολογίες, την ειρήνη και την ασφάλεια, με ιδιαίτερη αναφορά στη θαλάσσια ασφάλεια. Η διασύνδεση της ανατολικομεσογειακής εμπειρίας με ευρύτερες αρχές —ελευθερία ναυσιπλοΐας, ασφάλεια υποθαλάσσιων υποδομών, ειρηνική επίλυση διαφορών και σεβασμός του Δικαίου της Θάλασσας— μπορεί να προσδώσει στη συζήτηση μεγαλύτερη θεσμική διάρκεια από μια εφάπαξ καταγγελία.

Τα όρια αυτής της οδού είναι εξίσου σημαντικά. Η σύνθεση του Συμβουλίου, τα συμφέροντα των μονίμων μελών και η απουσία γενικής αρμοδιότητας δικαστικής οριοθέτησης καθιστούν μη ρεαλιστική την προσδοκία ότι το όργανο θα «ακυρώσει» πολιτικά τη συμφωνία Τουρκίας–Λιβύης. Μια τέτοια προσδοκία θα υποβάθμιζε μάλιστα την αξία της ελληνικής κίνησης, επειδή θα την αξιολογούσε με κριτήριο έναν στόχο που δεν αντιστοιχεί στη θεσμική φύση του Συμβουλίου.

Η μεγαλύτερη χρησιμότητα βρίσκεται στη διαμόρφωση του διεθνούς περιβάλλοντος γύρω από τη διαφορά. Το Συμβούλιο λειτουργεί ως χώρος όπου μια περιφερειακή αντιπαράθεση μπορεί να αναγνωριστεί ως ζήτημα που απαιτεί αυτοσυγκράτηση, αποφυγή μονομερών πράξεων και ειρηνική επίλυση. Το άρθρο 2 παράγραφος 3 του Χάρτη επιβάλλει στα κράτη την ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών κατά τρόπο που να μην θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη και την ασφάλεια. Η ελληνική επιχειρηματολογία μπορεί έτσι να συνδέει το ειδικό πρόβλημα του Τουρκολιβυκού Μνημονίου με μια πολύ ευρύτερη αρχή της διεθνούς τάξης.

Η επιλογή της Αθήνας να κινηθεί άμεσα στο Συμβούλιο Ασφαλείας έχει επομένως αξία ως πράξη πλαισίωσης, καταγραφής και πρόληψης. Η νομική διαφορά παραμένει αντικείμενο του Δικαίου της Θάλασσας. Το Συμβούλιο μπορεί να επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η διαφορά εξελίσσεται, ιδίως εάν αυτή αρχίσει να παράγει κινδύνους για υποδομές, ενεργειακή ασφάλεια ή ναυτικές σχέσεις. Η διάκριση αυτή επιτρέπει την αξιοποίηση του ΟΗΕ χωρίς υπερβολικές προσδοκίες για τις δυνατότητες ενός οργάνου που έχει σχεδιαστεί για τη διατήρηση της ειρήνης και όχι για τη χάραξη θαλάσσιων συνόρων.