Η διάδοση μιας κοινωνικής κινητοποίησης πέρα από τα σύνορα δεν προϋποθέτει ενιαίο κέντρο συντονισμού, κοινή οργάνωση ή ταυτόσημη πολιτική ατζέντα. Αρκεί η δράση σε μία κοινωνία να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο δυνητικοί κινητοποιημένοι σε μια άλλη αντιλαμβάνονται τις δικές τους δυνατότητες. Η διασυνοριακή διάχυση λειτουργεί πρωτίστως μέσω της πληροφορίας: μια μεγάλη διαδήλωση δείχνει ότι η συλλογική δράση είναι εφικτή, αποκαλύπτει πόσοι πολίτες συμμερίζονται παρόμοια παράπονα, προσφέρει παραδείγματα οργανωτικών πρακτικών και επιτρέπει την αξιολόγηση τόσο της αντίδρασης του κράτους όσο και της πιθανότητας πολιτικών παραχωρήσεων. Με τον τρόπο αυτό η εμπειρία μιας άλλης χώρας μεταβάλλει τους υπολογισμούς ανθρώπων που δεν έχουν καμία άμεση οργανωτική σχέση με το αρχικό κίνημα.
Η σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα προσφέρει σχεδόν εργαστηριακές περιπτώσεις αυτής της διαδικασίας. Στο Βέλγιο, το Reuters κατέγραψε ότι φοιτητές που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις του Οκτωβρίου είχαν εμπνευστεί εν μέρει από τις διαδηλώσεις στη γειτονική Γαλλία. Στην Ελλάδα, οι διαδηλωτές χρησιμοποίησαν το σύνθημα «Από την Ελλάδα στη Γαλλία, θέλουμε δημόσια, δωρεάν παιδεία», εντάσσοντας ένα ελληνικό αίτημα σε ρητά διακρατικό πλαίσιο. Αυτές οι αναφορές δεν αποδεικνύουν οργανωτική καθοδήγηση από τη Γαλλία. Αποκαλύπτουν κάτι ίσως σημαντικότερο: το ξένο κίνημα έχει αποκτήσει τη λειτουργία παραδείγματος, αποδεικνύοντας ότι παρόμοιες κοινωνικές ομάδες μπορούν να δράσουν μαζικά για συγγενείς διεκδικήσεις.
Το πρώτο αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η μείωση της αβεβαιότητας της συμμετοχής. Για τον μεμονωμένο πολίτη η απόφαση συμμετοχής σε μια κινητοποίηση περιλαμβάνει πάντοτε αβεβαιότητα. Δεν γνωρίζει πόσοι άλλοι θα εμφανιστούν, εάν η κινητοποίηση θα αποκτήσει πολιτική σημασία, αν θα κατασταλεί, αν θα προκαλέσει κοινωνική αποδοκιμασία ή αν θα παραμείνει περιθωριακή. Μια μεγάλη ξένη κινητοποίηση παρέχει πληροφορία για όλες αυτές τις μεταβλητές. Εάν μαθητές ή εργαζόμενοι σε μια παρόμοια ευρωπαϊκή κοινωνία κατορθώνουν να κινητοποιήσουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και να αναγκάσουν μια κυβέρνηση να διαπραγματευτεί, η αντίληψη περί του εφικτού αλλάζει.
Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι εβδομάδες κινητοποιήσεων οδήγησαν την κυβέρνηση σε συνομιλίες με φοιτητικούς εκπροσώπους και σε προτάσεις που περιλάμβαναν μικρότερες τάξεις, χρηματοδότηση ανακαινίσεων και αλλαγή του συστήματος πανεπιστημιακής πρόσβασης, παρότι οι εκπρόσωποι των μαθητών έκριναν τις παραχωρήσεις ανεπαρκείς. Μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί πληροφορία πολύ πέρα από τη Γαλλία. Το μήνυμα που μεταδίδεται δεν αφορά το συγκεκριμένο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα· αφορά τη διαπίστωση ότι παρατεταμένη συλλογική πίεση μπορεί να μεταβάλει κυβερνητική συμπεριφορά.
Η επίδραση αυτή μπορεί να περιγραφεί ως φαινόμενο επίδειξης. Η κινητοποίηση ενός πληθυσμού προσφέρει στους άλλους ένα ζωντανό παράδειγμα πολιτικής δυνατότητας. Η επιτυχία δεν χρειάζεται να είναι πλήρης. Αρκεί να γίνει ορατό ότι το κράτος αντιδρά, ότι τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται, ότι τα αιτήματα εισέρχονται στην πολιτική ατζέντα και ότι η συμμετοχή αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Σε αυτή τη διαδικασία το πολιτικό αποτέλεσμα μιας διαδήλωσης λειτουργεί ως δημόσια πληροφορία για δυνητικούς συμμετέχοντες άλλων χωρών.
Η διάχυση επηρεάζει ταυτόχρονα τα κατώφλια συμμετοχής. Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν πολίτες διατεθειμένοι να κινητοποιηθούν σχεδόν ανεξάρτητα από το πόσοι άλλοι θα συμμετάσχουν, και πολύ μεγαλύτερες ομάδες που θα συμμετάσχουν μόνο εάν πιστεύουν ότι η δράση θα είναι αρκετά μαζική ώστε να έχει αποτέλεσμα και να μην τους αφήσει κοινωνικά ή πολιτικά απομονωμένους. Η συνεχής προβολή μεγάλων κινητοποιήσεων αλλού μειώνει αυτό το κατώφλι. Η συμμετοχή αρχίζει να μοιάζει λιγότερο ασυνήθιστη, το κόστος της δημόσιας ταύτισης με τη διαμαρτυρία περιορίζεται και η πιθανότητα μαζικότητας γίνεται περισσότερο πιστευτή.
Η νέα επικοινωνιακή δομή της Ευρώπης επιταχύνει εξαιρετικά αυτόν τον μηχανισμό. Τα παλαιότερα κύματα κινητοποιήσεων μεταδίδονταν κυρίως μέσω συνδικαλιστικών δικτύων, οργανώσεων, πολιτικών κομμάτων και παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Η σύγχρονη διάχυση μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς τέτοια οργανωτική πυκνότητα. Βίντεο, συνθήματα, χάρτες συγκεντρώσεων, πρακτικές κατάληψης, εικόνες αστυνομικής αντίδρασης και οδηγίες αυτοοργάνωσης περνούν σχεδόν ακαριαία μεταξύ χωρών. Η νεότερη έρευνα για τα διακρατικά κινήματα έχει περιγράψει ακριβώς αυτή τη μετάβαση από «παχύτερη» διάχυση μέσω ισχυρών οργανωτικών δεσμών σε πιο ελαφρές μορφές διάχυσης μέσα από χαλαρά ψηφιακά και επικοινωνιακά δίκτυα.
Η ταχύτητα αυτή αυξάνει όμως και την πιθανότητα επιφανειακής μίμησης. Η εισαγωγή ενός συνθήματος ή μιας μορφής δράσης δεν σημαίνει ότι το κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε μεταφέρεται μαζί του. Οι φοιτητές στο Βέλγιο μπορούν να υιοθετήσουν εικόνες και γλώσσα από τη γαλλική κινητοποίηση, αλλά η βελγική πολιτική δομή, το συνδικαλιστικό σύστημα και οι συγκεκριμένες δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις καθορίζουν το πώς θα εξελιχθεί η δική τους σύγκρουση. Η Ελλάδα μπορεί να εκφράζει αλληλεγγύη προς τη Γαλλία, αλλά η ελληνική εμπειρία δεκαετούς κρίσης, το επίπεδο των μισθών, η στεγαστική πίεση και η διαφορετική σχέση κυβέρνησης–συνδικάτων δίνουν διαφορετικό περιεχόμενο στην κινητοποίηση. Η ευρωπαϊκή έρευνα έχει πράγματι δείξει ότι η διάχυση διαμαρτυρίας είναι ισχυρότερη μεταξύ γειτονικών ή κοινωνικά συγγενών χωρών και πολύ λιγότερο αυτόματη σε επίπεδο ολόκληρης της ηπείρου.
Ένας δεύτερος μηχανισμός αφορά τη μεταφορά του ρεπερτορίου δράσης. Τα κοινωνικά κινήματα σπάνια εφευρίσκουν από μηδενική βάση τις μορφές κινητοποίησής τους. Καταλήψεις σχολών, πορείες προς το κοινοβούλιο, αποκλεισμοί δρόμων, κατασκηνώσεις σε δημόσιες πλατείες, γενικές συνελεύσεις, συμβολικές ενδυμασίες και συντονισμένες απεργίες αποτελούν τεχνικές που αντιγράφονται, τροποποιούνται και προσαρμόζονται. Η δυνατότητα παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο της αποτελεσματικότητας μιας συγκεκριμένης πρακτικής μειώνει το κόστος πειραματισμού για το επόμενο κίνημα.
Το φαινόμενο είναι αντίστοιχο με μια διαδικασία πολιτικής μάθησης. Ένας οργανωτής στη δεύτερη χώρα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει μόνος του πώς συγκεντρώνονται μαθητές από διαφορετικά σχολεία, πώς οργανώνεται μία πολυήμερη κατάληψη ή πώς συνδέεται ένα εκπαιδευτικό αίτημα με ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Παρατηρεί τι λειτούργησε, τι οδήγησε σε κρατική αντίδραση και ποια πρακτική προκάλεσε κοινωνική αποδοκιμασία. Η διάχυση συνεπώς αφορά και την αποφυγή αποτυχημένων επιλογών.
Ένας τρίτος μηχανισμός είναι η μεταφορά ερμηνευτικών πλαισίων. Ένα παράπονο αποκτά μεγαλύτερη κινητοποιητική ισχύ όταν μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη αφήγηση. Η έλλειψη εκπαιδευτικών μπορεί να ερμηνευθεί ως μεμονωμένο διοικητικό πρόβλημα ή ως σύμπτωμα υποχώρησης του κοινωνικού κράτους. Το υψηλό ενοίκιο μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ατομικό οικονομικό πρόβλημα ή ως έκφραση γενεακής ανισότητας. Η επιτυχία ενός κινήματος στο εξωτερικό παρέχει έτοιμες γλώσσες μέσα από τις οποίες οι κοινωνικές ομάδες μιας άλλης χώρας μπορούν να επανανοηματοδοτήσουν τις δικές τους εμπειρίες.
Αυτό εξηγεί γιατί τα συνθήματα έχουν μεγαλύτερη πολιτική σημασία από όση φαίνεται αρχικά. Όταν Έλληνες διαδηλωτές εντάσσουν τη δική τους διεκδίκηση για δημόσια εκπαίδευση σε μια αλυσίδα «Ελλάδα–Γαλλία», κατασκευάζουν μια κοινότητα εμπειρίας. Η σύγκριση υπονοεί ότι οι ελλείψεις στις δημόσιες υπηρεσίες και το κόστος ζωής αποτελούν ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η τοπική δυσαρέσκεια αποκτά έτσι μεγαλύτερη νομιμοποίηση, επειδή παρουσιάζεται ως μέρος ενός αναγνωρίσιμου διακρατικού φαινομένου.
Η διάχυση διαθέτει επίσης έντονη συναισθηματική διάσταση. Η μαζική κινητοποίηση δημιουργεί αίσθημα συλλογικής αποτελεσματικότητας. Οι εικόνες ενός μεγάλου πλήθους μειώνουν την ατομική αίσθηση αδυναμίας, ενώ οι παραχωρήσεις μιας κυβέρνησης δημιουργούν την προσδοκία ότι η συμμετοχή μπορεί να έχει αποτέλεσμα. Η οργή, η αλληλεγγύη και η ελπίδα μεταδίδονται πολύ ταχύτερα από τα λεπτομερή πολιτικά προγράμματα. Η πολιτική σημασία των κοινωνικών δικτύων βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό ακριβώς στην ικανότητά τους να μεταφέρουν αυτό το συναισθηματικό περιεχόμενο.
Η ίδια διαδικασία λειτουργεί όμως και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η εκτεταμένη βία μπορεί να αυξήσει το αντιλαμβανόμενο κόστος συμμετοχής, να απομακρύνει μετριοπαθείς πολίτες και να επιτρέψει στις κυβερνήσεις να μεταφέρουν το επίκεντρο από τα κοινωνικά αιτήματα στη δημόσια τάξη. Στη Γαλλία, οι συγκρούσεις και οι μαζικές συλλήψεις έχουν ήδη αλλάξει σημαντικό μέρος της δημόσιας συζήτησης, ενώ στην Ιταλία οι αρχές έχουν ενισχύσει το πλαίσιο δημόσιας τάξης ύστερα από πρόσφατες συγκρούσεις. Συνεπώς, η διάχυση μεταφέρει επίσης πληροφορία σχετικά με το κόστος της κλιμάκωσης.
Μάλιστα, κράτος και κοινωνικά κινήματα μαθαίνουν ταυτόχρονα. Η συγκριτική έρευνα έχει δείξει ότι οι μορφές αστυνόμευσης διαχέονται παράλληλα με τις μορφές διαμαρτυρίας. Οι αστυνομικές αρχές παρακολουθούν ξένες εμπειρίες, προσαρμόζουν πρακτικές ελέγχου πλήθους, μελετούν τη χρήση κοινωνικών δικτύων και αξιολογούν ποιες παρεμβάσεις περιόρισαν ή όξυναν τις συγκρούσεις. Η διάχυση είναι επομένως διαδραστική: η καινοτομία του κινήματος παράγει κρατική προσαρμογή, η κρατική προσαρμογή οδηγεί σε νέα κινηματική προσαρμογή και η εμπειρία μεταφέρεται σε άλλες χώρες.
Σε αυτό το σημείο η διάχυση περνά από τη μίμηση σε κάτι βαθύτερο: τη μεταβολή των πολιτικών προσδοκιών. Ένα κίνημα στο εξωτερικό δεν χρειάζεται να παρέχει ακριβές οργανωτικό υπόδειγμα. Μπορεί απλώς να αλλάξει την εκτίμηση για το τι είναι πολιτικά δυνατό. Η σχετική θεωρία περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως διεύρυνση της κλίμακας της διεκδικητικής πολιτικής: το παράδειγμα μιας τοπικής ή εθνικής κινητοποίησης αρχίζει να επηρεάζει μεγαλύτερους κοινωνικούς χώρους, να προσφέρει κοινές αναφορές και να δημιουργεί νέες συνδέσεις ανάμεσα σε προηγουμένως χωρισμένες συγκρούσεις.
Η διασυνοριακή διάχυση, επομένως, μειώνει το κόστος κινητοποίησης με πολλούς τρόπους ταυτόχρονα. Περιορίζει την αβεβαιότητα, παρέχει δοκιμασμένες μορφές δράσης, δημιουργεί έτοιμα ερμηνευτικά πλαίσια, μειώνει το ψυχολογικό κόστος της δημόσιας συμμετοχής, αυξάνει την προσδοκία μαζικότητας και επιτρέπει στους οργανωτές να μάθουν από την εμπειρία άλλων χωρίς να επαναλάβουν ολόκληρη τη διαδικασία πειραματισμού. Η μείωση αυτή δεν αφορά μόνο χρήματα ή οργανωτικούς πόρους. Αφορά κυρίως το κόστος του φόβου, της αβεβαιότητας και της αίσθησης πολιτικής ματαιότητας.
Η σημερινή Ευρώπη προσφέρει ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον για τέτοιου είδους μετάδοση. Τα κοινωνικά προβλήματα παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες ώστε τα κινήματα να αναγνωρίζουν το ένα την εμπειρία του άλλου, οι επικοινωνιακές αποστάσεις έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και οι νέες γενιές χρησιμοποιούν κοινές ψηφιακές πλατφόρμες και παρόμοια πολιτισμικά σύμβολα. Οι εθνικοί θεσμοί εξακολουθούν να καθορίζουν αν η κινητοποίηση θα μετατραπεί σε διαπραγμάτευση, καταστολή, εκλογική αλλαγή ή σταδιακή εξάντληση. Η αρχική απόφαση για συλλογική δράση, όμως, λαμβάνεται πλέον μέσα σε έναν πολύ πιο ευρωπαϊκό χώρο παρατήρησης.
Οι κοινωνικές διαμαρτυρίες παραμένουν εθνικές ως προς τα άμεσα αιτήματα και τους θεσμικούς αποδέκτες τους, αλλά η γνώση πάνω στην οποία βασίζονται γίνεται όλο και περισσότερο διακρατική. Ένας μαθητής στις Βρυξέλλες, ένας φοιτητής στην Αθήνα ή ένας συνδικαλιστής στη Ρώμη δεν χρειάζεται να συμμετέχει στο ίδιο κίνημα με έναν διαδηλωτή στο Παρίσι για να επηρεάζεται από αυτόν. Αρκεί η ξένη κινητοποίηση να αλλάζει την εκτίμησή του για το πόσοι μπορούν να κινητοποιηθούν, τι μπορούν να διεκδικήσουν και πόσο πολιτικά αποτελεσματική μπορεί να αποδειχθεί η συλλογική δράση. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η σύγχρονη δύναμη της διασυνοριακής διάχυσης.
Πρόσφατα σχόλια