Η χρήση του όρου «δημοψήφισμα» για τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές χρειάζεται αναλυτική ακρίβεια. Στις 3 Νοεμβρίου οι πολίτες δεν καλούνται να απαντήσουν αν εγκρίνουν ή απορρίπτουν τη συνέχιση της προεδρίας Donald Trump. Η τετραετής θητεία του είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα των midterms. Η έννοια του δημοψηφίσματος χρησιμοποιείται στην πολιτική επιστήμη με λειτουργικό περιεχόμενο: περιγράφει την τάση των ψηφοφόρων να χρησιμοποιούν τις εκλογές του Κογκρέσου ως αναδρομική αξιολόγηση της απόδοσης του Προέδρου και της κυβέρνησής του. Η εκλογική συνέπεια πέφτει στους υποψηφίους του προεδρικού κόμματος, ενώ το πολιτικό μήνυμα κατευθύνεται σε μεγάλο βαθμό προς τον Λευκό Οίκο.

Η θεωρία έχει μακρά ακαδημαϊκή παράδοση. Ο Edward Tufte διατύπωσε ήδη από τη δεκαετία του 1970 ένα υπόδειγμα σύμφωνα με το οποίο τα αποτελέσματα των midterms επηρεάζονται ισχυρά από την προεδρική αποδοχή και την οικονομική επίδοση. Ο Samuel Kernell έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην «αρνητική ψήφο»: η αποδοκιμασία του Προέδρου κινητοποιεί συχνά αποτελεσματικότερα τους αντιπάλους του από όσο η αποδοχή κινητοποιεί τους υποστηρικτές του. Οι Jacobson και Kernell περιέγραψαν επίσης την κοινή αντίληψη των midterms ως δημοψηφίσματος σχετικά με την απόδοση της εκάστοτε κυβέρνησης.

Η περίπτωση Trump έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή ο ίδιος επιδιώκει ενεργά να βρίσκεται στο επίκεντρο της εκλογής. Η μεγάλη σειρά προεκλογικών συγκεντρώσεων, οι παρεμβάσεις υπέρ συγκεκριμένων Ρεπουμπλικανών και η σταθερή σύνδεση της διατήρησης του Κογκρέσου με τη συνέχιση της κυβερνητικής του ατζέντας ωθούν προς μια δημοψηφισματική ανάγνωση. Από την 1η Οκτωβρίου είχε πραγματοποιήσει 25 συγκεντρώσεις σε 19 πολιτείες, ένα επίπεδο προσωπικής εμπλοκής που υπογραμμίζει πόσο άμεσα ο Λευκός Οίκος συνδέει την κοινοβουλευτική αναμέτρηση με τη δική του πολιτική ισχύ.

Η στρατηγική αυτή έχει σαφή λογική. Ο Trump μπορεί να παρουσιάσει την ψήφο σε έναν Ρεπουμπλικανό βουλευτή ή γερουσιαστή ως ψήφο για τη συνέχιση των πολιτικών του στην οικονομία, τη μετανάστευση, το εμπόριο, την ενέργεια και την εξωτερική πολιτική. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να μεταφέρει τον ισχυρό δεσμό που διατηρεί με τη Ρεπουμπλικανική βάση σε υποψηφίους οι οποίοι διαφορετικά θα διέθεταν μικρότερη προσωπική ικανότητα κινητοποίησης. Η επιλογή μετατρέπει την κομματική συμμετοχή σε υπεράσπιση μιας προεδρικής πολιτικής κατεύθυνσης.

Η δημοψηφισματική στρατηγική διαθέτει όμως εγγενή συμμετρία: όσο περισσότερο ο Πρόεδρος παρουσιάζει την εκλογή ως κρίση επί της κυβέρνησής του, τόσο περισσότερο επιτρέπει στους αντιπάλους του να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Ο ίδιος πολιτικός μηχανισμός που μπορεί να κινητοποιήσει έναν πιστό Ρεπουμπλικανό προσφέρει σε έναν δυσαρεστημένο ή αντιπολιτευόμενο ψηφοφόρο ισχυρό λόγο συμμετοχής. Η εθνικοποίηση αυξάνει ταυτόχρονα την κινητοποίηση υποστήριξης και την κινητοποίηση απόρριψης.

Η εμπειρία του 2018 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Ο Gary Jacobson χαρακτήρισε εκείνες τις midterms «ακραίο δημοψήφισμα» για την πρώτη κυβέρνηση Trump, υπογραμμίζοντας ότι οι προεδρικές αξιολογήσεις, η έντονη κομματική πόλωση και η εξαιρετική πολιτική ορατότητα του Trump εθνικοποίησαν την αναμέτρηση σε βαθμό ασυνήθιστο ακόμη και για τις σύγχρονες Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν τότε τον έλεγχο της Βουλής, ενώ ταυτόχρονα ενίσχυσαν την παρουσία τους στη Γερουσία, μια υπενθύμιση ότι ακόμη και μια έντονα δημοψηφισματική εκλογή δεν παράγει αναγκαστικά ενιαίο αποτέλεσμα σε θεσμούς με διαφορετική εκλογική γεωγραφία.

Το 2026 παρουσιάζει μια διαφορετική περίπτωση. Ο Trump βρίσκεται σε δεύτερη θητεία και οι ψηφοφόροι έχουν ήδη πολυετή εμπειρία τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης προεδρικής του περιόδου. Η εκλογή πραγματοποιείται έπειτα από δύο χρόνια εφαρμογής μιας ιδιαίτερα ενεργητικής κυβερνητικής ατζέντας. Η αναδρομική αξιολόγηση μπορεί συνεπώς να βασιστεί σε συγκεκριμένες συνέπειες και όχι κυρίως σε προεκλογικές υποσχέσεις. Δασμοί, μεταναστευτική επιβολή, οικονομική πολιτική, κοινωνικές δαπάνες, πόλεμος με το Ιράν και αλλαγές στην ομοσπονδιακή διοίκηση έχουν δημιουργήσει πραγματικά αποτελέσματα που διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αξιολογούν με διαφορετικό τρόπο.

Τα διαθέσιμα δημοσκοπικά στοιχεία παρέχουν ένα στιγμιότυπο αυτής της πολιτικής ατμόσφαιρας, χωρίς να επιτρέπουν ασφαλή πρόβλεψη για τις επιμέρους εκλογές. Η έρευνα Reuters/Ipsos που ολοκληρώθηκε στις 26 Οκτωβρίου κατέγραψε συνολική αποδοχή του Trump στο 32%. Στην ίδια έρευνα, 73% των ερωτηθέντων θεωρούσαν ότι το κόστος ζωής κινείται προς λανθασμένη κατεύθυνση, ενώ στη γενική ερώτηση κομματικής προτίμησης για το Κογκρέσο οι Δημοκρατικοί βρίσκονταν μπροστά σε εθνικό επίπεδο. Το Reuters σημειώνει ρητά ότι τέτοιες εθνικές μετρήσεις δεν αποτυπώνουν τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους πολιτειακών και περιφερειακών αναμετρήσεων. Η πολιτική σημασία αυτών των δεδομένων βρίσκεται περισσότερο στο ότι δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η προσπάθεια του Trump να προσωποποιήσει την εκλογή περιλαμβάνει ταυτόχρονα δυνατότητες κινητοποίησης και κινδύνους λογοδοσίας.

Η σύγχρονη θεωρία προσθέτει ακόμη έναν μηχανισμό: την «θερμοστατική» αντίδραση των ψηφοφόρων. Πρόσφατη έρευνα των Matt Grossmann και Christopher Wlezien δείχνει ότι οι εκλογείς μπορούν να αντιδρούν στην ιδεολογική κατεύθυνση των πολιτικών, περιορίζοντας το κόμμα που θεωρούν ότι έχει μετακινήσει την κυβερνητική πολιτική υπερβολικά προς τη δική του πλευρά. Σε αυτή την οπτική οι midterms δεν αποτελούν αποκλειστικά κρίση περί επιτυχίας ή αποτυχίας. Μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός εξισορρόπησης: ένας πολίτης μπορεί να έχει υποστηρίξει την προεδρική αλλαγή του 2024 και δύο χρόνια αργότερα να επιθυμεί πιο αργή ή περισσότερο ελεγχόμενη εφαρμογή της.

Παρόμοια είναι η θεωρία της εκλογικής εξισορρόπησης. Η δυνατότητα να ενισχυθεί το αντίπαλο κόμμα στο Κογκρέσο επιτρέπει σε έναν κεντρώο ψηφοφόρο να επηρεάσει τη συνολική κατεύθυνση της ομοσπονδιακής πολιτικής χωρίς να χρειάζεται να αρνηθεί την προηγούμενη προεδρική του επιλογή. Η πολιτική επιστήμη έχει περιγράψει δύο παράλληλες λειτουργίες: «εξισορρόπηση», μέσω ενίσχυσης του κόμματος εκτός Προεδρίας, και «φωνή», όπου η ψήφος χρησιμοποιείται ως μήνυμα δυσαρέσκειας προς τον Πρόεδρο.

Αυτό σημαίνει ότι ο χαρακτηρισμός μιας εκλογής ως δημοψηφίσματος απαιτεί προσοχή όταν μετατρέπεται σε ερμηνεία του αποτελέσματος. Αν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αυτό θα παρείχε πολιτικό επιχείρημα υπέρ της αντοχής της κυβερνητικής τους συμμαχίας. Δεν θα σήμαινε ότι κάθε ψηφοφόρος ενέκρινε κάθε πολιτική Trump. Αν αντιθέτως ένα σώμα περνούσε στους Δημοκρατικούς, αυτό θα αποτελούσε πραγματικό θεσμικό περιορισμό της Προεδρίας και ένδειξη πολιτικής μεταβολής, αλλά δεν θα επέτρεπε από μόνο του να αποδοθεί η αλλαγή σε μία και μοναδική κυβερνητική πολιτική.

Οι εκλογείς ψηφίζουν για πολλούς λόγους. Η οικονομία, η μετανάστευση, ο πόλεμος, η άμβλωση, η προσωπική ποιότητα του υποψηφίου, η κομματική ταυτότητα και τα ειδικά συμφέροντα μιας πολιτείας συνυπάρχουν στην ίδια απόφαση. Η δημοψηφισματική λειτουργία αφορά την κοινή εθνική κατεύθυνση αυτών των κρίσεων, όχι την ύπαρξη μιας μοναδικής αιτίας.

Ο Trump μπορεί επομένως να επιχειρήσει να μετατρέψει τις midterms σε δημοψήφισμα υπέρ της δεύτερης προεδρίας του και μεγάλο μέρος της αμερικανικής πολιτικής δομής διευκολύνει αυτή τη στρατηγική. Η ίδια επιλογή όμως παραδίδει στους ψηφοφόρους ένα εξίσου σαφές μέσο για να εκφράσουν επιφύλαξη ή αντίδραση. Σε μια δημοκρατία όπου ο Πρόεδρος δεν μπορεί να ανακληθεί πολιτικά μέσω μιας κοινοβουλευτικής ψήφου δυσπιστίας, οι midterms προσφέρουν το πλησιέστερο θεσμικό ισοδύναμο μιας ενδιάμεσης συλλογικής αξιολόγησης. Το αποτέλεσμά τους δεν αποφαίνεται για το αν ο Trump θα παραμείνει Πρόεδρος. Αποφαίνεται σε σημαντικό βαθμό για το πόσο ισχυρό Κογκρέσο θα έχει απέναντι ή δίπλα του και, μέσω αυτού, για τους όρους υπό τους οποίους θα ολοκληρώσει τη δεύτερη θητεία του.