Στις 3 Νοεμβρίου κρίνονται και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και 35 έδρες της Γερουσίας. Τυπικά πρόκειται για 470 διαφορετικές εκλογές, διεξαγόμενες σε διαφορετικές πολιτείες και περιφέρειες, με διαφορετικούς υποψηφίους, κοινωνικές συνθέσεις και τοπικά ζητήματα. Πολιτικά, όμως, οι περισσότερες εντάσσονται σε ένα εθνικό περιβάλλον του οποίου ο κυρίαρχος άξονας είναι η δεύτερη προεδρία Trump. Η τελευταία προεκλογική περίοδος αποδίδει παραστατικά αυτή τη συνθήκη: ο Trump πραγματοποίησε 25 συγκεντρώσεις σε 19 πολιτείες από την 1η Οκτωβρίου και μετά, ενώ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας για την κινητοποίηση των Ρεπουμπλικανών σε αναμετρήσεις στις οποίες ο ίδιος δεν διεκδικεί κανένα αξίωμα.

Η εξήγηση υπερβαίνει την προσωπική επικοινωνιακή ισχύ του Trump. Η σύγχρονη αμερικανική πολιτική έχει μεταφέρει μεγάλο μέρος της κομματικής ταυτότητας προς την Προεδρία. Ο Πρόεδρος λειτουργεί ως το πιο ορατό σύμβολο του κυβερνώντος κόμματος, προσδιορίζει την εθνική πολιτική ατζέντα, επηρεάζει την επιλογή υποψηφίων, οργανώνει τη σχέση με την κομματική βάση και διαμορφώνει την εικόνα με την οποία οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται τους υποψηφίους χαμηλότερα στο ψηφοδέλτιο. Η προεδρική προσωπικότητα μπορεί επομένως να βρίσκεται πολιτικά παρούσα σε μια βουλευτική περιφέρεια χωρίς να αποτελεί τυπικό αντικείμενο της ψηφοφορίας. Η ψήφος στον τοπικό Ρεπουμπλικανό ή Δημοκρατικό υποψήφιο αποκτά ταυτόχρονα χαρακτήρα τοποθέτησης απέναντι στην κυβέρνηση της Ουάσιγκτον.

Στην περίπτωση του Trump αυτή η διαδικασία είναι εντονότερη λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η επίδρασή του δεν περιορίζεται στην ιδιότητα του εν ενεργεία Προέδρου. Από το 2016 και μετά ο Trump έχει μεταβάλει σημαντικά την κοινωνική σύνθεση, την ιδεολογική γλώσσα, την οικονομική πολιτική και τις προτεραιότητες του κόμματος. Ο προστατευτισμός, η σκληρότερη μεταναστευτική πολιτική, η δυσπιστία προς τμήματα της ομοσπονδιακής διοίκησης και η περισσότερο συναλλακτική θεώρηση των διεθνών συμμαχιών έχουν ενσωματωθεί σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης Ρεπουμπλικανικής ταυτότητας. Ένας υποψήφιος του GOP το 2026 δεν τοποθετείται απλώς απέναντι σε έναν Πρόεδρο του κόμματός του· τοποθετείται απέναντι σε μια πολιτική φυσιογνωμία που έχει αναδιαμορφώσει το ίδιο το περιεχόμενο της κομματικής ετικέτας.

Αυτό εξηγεί γιατί η εκλογική επιρροή του Trump λειτουργεί προς δύο κατευθύνσεις. Για τους Ρεπουμπλικανούς αποτελεί μηχανισμό κινητοποίησης μιας κοινωνικής βάσης που έχει ισχυρούς δεσμούς με το πρόσωπό του. Η δυσκολία βρίσκεται στη μεταφορά αυτής της προσωπικής σχέσης προς υποψηφίους που δεν διαθέτουν την ίδια αναγνωρισιμότητα. Έρευνα Reuters/Ipsos στις αρχές Οκτωβρίου κατέγραψε σημαντικά χαμηλότερο ενθουσιασμό μεταξύ ψηφοφόρων που είχαν υποστηρίξει τον Trump το 2024 σε σχέση με τους ψηφοφόρους της Kamala Harris: 30% των πρώτων δήλωναν «πολύ ενθουσιασμένοι» για τις midterms έναντι 48% των δεύτερων. Το εύρημα δεν προβλέπει το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά αποκαλύπτει το οργανωτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάθε έντονα προσωποκεντρικό πολιτικό κίνημα: η δύναμη του αρχηγού δεν μετατρέπεται αυτόματα σε ισοδύναμη συμμετοχή όταν το δικό του όνομα λείπει από την κάλπη.

Για τους Δημοκρατικούς, από την άλλη πλευρά, η παρουσία Trump λειτουργεί ως παράγοντας αντισυσπείρωσης. Ο Πρόεδρος προσφέρει ένα κοινό πολιτικό σημείο αναφοράς σε ένα κόμμα το οποίο διαθέτει διαφορετικές ιδεολογικές πτέρυγες και περιφερειακές στρατηγικές. Η τελευταία εβδομάδα της εκστρατείας χαρακτηρίζεται χαρακτηριστικά από παράλληλες παρεμβάσεις Trump και Barack Obama σε διαφορετικές κρίσιμες πολιτείες, παρότι κανένας από τους δύο δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο. Το φαινόμενο δείχνει πόσο έχει μετακινηθεί το κέντρο βάρους των midterms από τις προσωπικότητες εκατοντάδων τοπικών υποψηφίων προς την εθνική πολιτική αντιπαράθεση.

Η πολιτική επιστήμη περιγράφει αυτή τη μακροχρόνια διαδικασία ως «εθνικοποίηση» των εκλογών. Ο όρος αναφέρεται στην αύξηση της επιρροής εθνικών κομματικών και προεδρικών παραγόντων στις επιλογές που πραγματοποιούν οι πολίτες ακόμη και σε υποεθνικό επίπεδο. Η σχετική βιβλιογραφία καταγράφει σημαντική αύξηση της εθνικοποίησης τις τελευταίες δεκαετίες, με την προεδρική ψήφο να λειτουργεί ολοένα περισσότερο ως δείκτης της συμπεριφοράς στις βουλευτικές και γερουσιαστικές εκλογές. Στις εκλογές του 2024 η συσχέτιση ανάμεσα στην προεδρική ψήφο και στην ψήφο για τη Βουλή έφθασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα: μόνο δεκαέξι από τις 435 περιφέρειες εξέλεξαν υποψήφιο κόμματος διαφορετικού από εκείνο που κέρδισε την ίδια περιφέρεια στην προεδρική αναμέτρηση.

Ο Trump ενισχύει αυτή την τάση επειδή η πολιτική του παρουσία έχει υψηλή διακριτότητα. Οι ψηφοφόροι γνωρίζουν με σαφήνεια ποιος είναι, ποιες πολιτικές συνδέονται μαζί του και τι σημαίνει η υποστήριξη ή η αντίθεσή τους προς αυτόν. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο υποψήφιος για το Κογκρέσο λειτουργεί λιγότερο ως απομονωμένο πολιτικό πρόσωπο και περισσότερο ως φορέας μιας ευρύτερης κομματικής επιλογής. Αυτό μειώνει τη δυνατότητα του τοπικού υποψηφίου να κατασκευάζει πλήρως ανεξάρτητη εκλογική ταυτότητα, ιδιαίτερα στις περιφέρειες όπου η κομματική πόλωση είναι ήδη υψηλή.

Παράλληλα, η κεντρικότητα Trump δεν καταργεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Οι γερουσιαστικές εκλογές εξακολουθούν να διαθέτουν έντονη πολιτειακή διάσταση, ενώ η ποιότητα του υποψηφίου, η προσωπική φήμη, η χρηματοδότηση, η σύνθεση μιας περιφέρειας και τα ειδικά τοπικά ζητήματα μπορούν να μεταβάλουν την εκλογική δυναμική. Η εθνικοποίηση έχει περιορίσει τη σχετική σημασία αυτών των παραγόντων, χωρίς να τους εξαφανίσει. Έρευνα για την εθνικοποίηση των αμερικανικών εκλογών έχει δείξει ακριβώς ότι τα εθνικά κομματικά σήματα αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ, ενώ η ύπαρξη ισχυρής τοπικής ενημέρωσης μπορεί ακόμη να ενισχύει τη διασταυρούμενη ψήφο και να περιορίζει την πλήρη ευθυγράμμιση με την εθνική κομματική γραμμή.

Η ιδιαίτερη θέση του Trump στις midterms του 2026 συνδέεται επίσης με τη χρονική θέση της προεδρίας του. Βρίσκεται σε δεύτερη θητεία και η 22η Τροπολογία αποκλείει νέα εκλογή του στην Προεδρία. Η εκλογή του 2026 αποτελεί επομένως την τελευταία ενδιάμεση εκλογή στην οποία μπορεί να συμμετάσχει ως εν ενεργεία Πρόεδρος. Το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το θεσμικό περιβάλλον της διετίας 2027–2029 και ταυτόχρονα θα προσφέρει ένα από τα σημαντικότερα δεδομένα για την πολιτική αντοχή του κινήματος που δημιούργησε. Η AP έχει επισημάνει ότι οι φετινές εκλογές λειτουργούν ήδη ως σημείο μετάβασης προς τη συζήτηση για την πολιτική εποχή μετά τον Trump και για τη διαδοχή του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική σημασία της παρουσίας του. Οι midterms του 2026 κρίνουν άμεσα τη σύνθεση του Κογκρέσου, αλλά έμμεσα εξετάζουν κάτι πολύ ευρύτερο: κατά πόσο η εκλογική συμμαχία που δημιούργησε ο Trump μπορεί να λειτουργεί ως κομματική δύναμη ακόμη όταν η κινητοποίηση δεν αφορά τη δική του εκλογή. Μια προσωποκεντρική πολιτική δύναμη αποδεικνύει την πραγματική της θεσμική αντοχή όταν κατορθώνει να μεταφέρει την υποστήριξη προς οργανώσεις, υποψηφίους και πολιτικές που μπορούν να λειτουργήσουν πέρα από την εκλογική παρουσία του ηγέτη.

Γι’ αυτό ο Trump είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής μιας εκλογής στην οποία δεν είναι υποψήφιος. Η θέση αυτή δεν απορρέει απλώς από την επικοινωνιακή του κυριαρχία. Προκύπτει από τη σύμπτωση τριών βαθύτερων τάσεων: της αυξανόμενης εθνικοποίησης των κοινοβουλευτικών εκλογών, της προεδρικής κυριαρχίας στην αμερικανική πολιτική ατζέντα και της μεταμόρφωσης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος υπό την ηγεσία του. Οι 470 εκλογικές αναμετρήσεις διατηρούν τη θεσμική τους αυτονομία, αλλά διεξάγονται μέσα σε ένα κοινό πολιτικό περιβάλλον. Το πρόσωπο που ορίζει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο αυτό το περιβάλλον είναι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.