Η θεσμική μορφή των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών παραμένει έντονα αποκεντρωμένη. Το ομοσπονδιακό σύστημα έχει κατασκευαστεί ακριβώς ώστε οι νομοθέτες να εκλέγονται από συγκεκριμένες πολιτείες και περιφέρειες και να λογοδοτούν στους αντίστοιχους εκλογείς τους. Η πολιτική λειτουργία αυτών των αναμετρήσεων έχει, ωστόσο, μεταβληθεί βαθιά. Οι υποψήφιοι εξακολουθούν να είναι τοπικοί ως προς την εκλογική τους βάση, αλλά οι δυνάμεις που οργανώνουν την επιλογή των ψηφοφόρων είναι ολοένα περισσότερο εθνικές. Το 2026 αυτή η εθνικοποίηση παίρνει ειδικότερα τη μορφή μιας έντονης προεδρικοποίησης γύρω από τη δεύτερη θητεία του Donald Trump.
Η έννοια της προεδρικοποίησης χρειάζεται να διαχωριστεί από την απλή δημοσιότητα που διαθέτει κάθε Πρόεδρος. Πρόκειται για διαδικασία κατά την οποία η αξιολόγηση της εκτελεστικής εξουσίας, η προεδρική ατζέντα και η στάση απέναντι στον ίδιο τον Πρόεδρο μετατρέπονται σε κυρίαρχα κριτήρια εκλογικών επιλογών που θεσμικά αφορούν διαφορετικά αξιώματα. Ο υποψήφιος για τη Βουλή μπορεί να έχει οικοδομήσει πολυετή σχέση με την περιφέρειά του, αλλά η ψήφος προς αυτόν επηρεάζεται από το αν ο πολίτης επιθυμεί να ενισχύσει ή να περιορίσει τον Λευκό Οίκο. Ο υποψήφιος για τη Γερουσία μπορεί να διαθέτει ισχυρό προσωπικό προφίλ, αλλά η εκλογή του προσδιορίζει ταυτόχρονα ποιο κόμμα θα ελέγχει τους προεδρικούς διορισμούς. Η ίδια η θεσμική συνέπεια της ψήφου ωθεί επομένως τον ψηφοφόρο να σκέφτεται πέρα από το τοπικό πρόσωπο.
Η μακροχρόνια αμερικανική εξέλιξη είναι εντυπωσιακή. Η παλαιότερη βιβλιογραφία μπορούσε ακόμη να περιγράψει τις εκλογές του Κογκρέσου ως έντονα τοπικοποιημένες, με σημαντική επιρροή της προσωπικής φήμης, της υπηρεσίας προς την περιφέρεια και του πλεονεκτήματος του εν ενεργεία βουλευτή. Οι τελευταίες δεκαετίες έχουν κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η πρόσφατη έρευνα για την «εθνικοποιημένη πολιτική» καταγράφει συνεχή αύξηση της σύνδεσης ανάμεσα στην προεδρική και στην κοινοβουλευτική ψήφο, καθώς η εθνική κομματική ταυτότητα καθορίζει όλο και περισσότερο τις επιλογές των πολιτών σε διαφορετικά επίπεδα.
Οι εκλογές του 2024 αποτυπώνουν το μέγεθος αυτής της αλλαγής. Η συσχέτιση ανάμεσα στην προεδρική ψήφο και στην ψήφο για τη Βουλή έφθασε το 0,987, ισοφαρίζοντας ουσιαστικά το ιστορικό υψηλό του 2020. Μόνο δεκαέξι περιφέρειες σε ολόκληρη τη χώρα εξέλεξαν βουλευτή κόμματος διαφορετικού από εκείνο του προεδρικού υποψηφίου που επικράτησε στην ίδια περιφέρεια. Αυτή η σχεδόν πλήρης ευθυγράμμιση σημαίνει ότι ο παραδοσιακός «διαχωρισμός της ψήφου», στον οποίο ένας πολίτης μπορούσε συχνά να επιλέγει Δημοκρατικό Πρόεδρο και Ρεπουμπλικανό βουλευτή ή το αντίστροφο, έχει περιοριστεί δραστικά.
Η πόλωση είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς αυτής της μεταβολής. Όσο περισσότερο Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί παρουσιάζονται ως διακριτές πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συμμαχίες, τόσο μεγαλύτερη πληροφοριακή αξία αποκτά η κομματική ταυτότητα. Ο ψηφοφόρος δεν χρειάζεται να γνωρίζει λεπτομερώς κάθε υποψήφιο για να εκτιμήσει τη γενική πολιτική κατεύθυνση που θα υποστηρίξει στο Κογκρέσο. Το κομματικό σήμα λειτουργεί ως ισχυρή συντόμευση πληροφόρησης. Η εθνικοποίηση και η πόλωση αλληλοενισχύονται: όταν η ψήφος περιστρέφεται γύρω από τον εθνικό κομματικό έλεγχο, μειώνεται η δυνατότητα μετριοπαθών υποψηφίων να δημιουργούν διακομματική προσωπική βάση· καθώς περιορίζονται οι διασταυρούμενες ψήφοι, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση γίνεται ακόμη πιο πολωμένη.
Ο Trump προσθέτει σε αυτή τη διαδικασία ισχυρή προσωπική διάσταση. Η δεύτερη κυβέρνησή του έχει προωθήσει μεγάλες αλλαγές στο εμπόριο, τη μετανάστευση, την ομοσπονδιακή διοίκηση, την εξωτερική πολιτική και τις κοινωνικές δαπάνες. Οι επιλογές αυτές προσφέρουν έναν σαφή άξονα γύρω από τον οποίο μπορούν να οργανωθούν οι κοινοβουλευτικές εκστρατείες. Ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος καλείται να εξηγήσει σε ποιο βαθμό θα στηρίξει την ατζέντα του Λευκού Οίκου. Ο Δημοκρατικός καλείται να παρουσιάσει ποια τμήματα αυτής της ατζέντας σκοπεύει να περιορίσει. Ακόμη και μια τοπική εκλογή μετατρέπεται συνεπώς σε συζήτηση για τη μελλοντική δυνατότητα διακυβέρνησης του Προέδρου.
Η προσωπική δραστηριότητα του Trump ενισχύει περαιτέρω αυτή την εθνική ενοποίηση. Από την 1η Οκτωβρίου είχε πραγματοποιήσει 25 συγκεντρώσεις σε 19 πολιτείες, ενώ το τελευταίο Σαββατοκύριακο της εκστρατείας προγραμματίστηκαν νέες παρεμβάσεις του σε πολιτείες με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις. Η προεκλογική αυτή δραστηριότητα έχει διπλή λειτουργία. Κινητοποιεί τη Ρεπουμπλικανική βάση και ταυτόχρονα μεταφέρει τον πολιτικό συμβολισμό της προεδρικής εκλογής σε αναμετρήσεις όπου διαφορετικά θα κυριαρχούσαν περισσότερο οι προσωπικότητες των υποψηφίων.
Η προεδρικοποίηση ενισχύεται και από τη δομή της σύγχρονης επικοινωνίας. Η υποχώρηση πολλών τοπικών μέσων ενημέρωσης, η κυριαρχία εθνικών τηλεοπτικών δικτύων, των κοινωνικών μέσων, των podcasts και των εθνικών κομματικών πλατφορμών σημαίνει ότι ο ψηφοφόρος δέχεται δυσανάλογα περισσότερη πληροφορία για τον Πρόεδρο απ’ ό,τι για έναν υποψήφιο της περιφέρειάς του. Η ακαδημαϊκή έρευνα έχει δείξει ότι η πρόσβαση σε ισχυρότερη τοπική ενημέρωση μπορεί να αυξάνει τον διαχωρισμό της ψήφου, ακριβώς επειδή παρέχει πληροφορίες που επιτρέπουν στον πολίτη να αξιολογεί τοπικούς υποψηφίους ανεξάρτητα από το εθνικό κομματικό σήμα. Η αποδυνάμωση αυτής της πληροφοριακής υποδομής λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Υπάρχει ακόμη μια σημαντική θεσμική αιτία. Ο έλεγχος ενός σώματος του Κογκρέσου έχει σήμερα άμεσες συνέπειες για την προεδρική εξουσία. Μια μεταβολή της πλειοψηφίας στη Βουλή μπορεί να επηρεάσει τις πιστώσεις, τις επιτροπές και την κοινοβουλευτική εποπτεία. Η Γερουσία μπορεί να μεταβάλει δραστικά το περιβάλλον των ομοσπονδιακών δικαστικών και διοικητικών διορισμών. Οι ψηφοφόροι επομένως έχουν λογικό λόγο να αντιλαμβάνονται τον τοπικό υποψήφιο ως μέρος της θεσμικής εξίσωσης Trump. Το αποτέλεσμα μιας εκλογής στο Maine, στην Georgia ή στο Michigan μπορεί να επηρεάσει άμεσα το πόσο εύκολα θα κυβερνά η Προεδρία μέχρι τον Ιανουάριο του 2029.
Η προεδρικοποίηση έχει όμως όρια. Η Γερουσία παραμένει περισσότερο ευαίσθητη σε πολιτειακά χαρακτηριστικά από τη Βουλή, ενώ ισχυροί εν ενεργεία υποψήφιοι μπορούν ακόμη να δημιουργούν προσωπική εκλογική υπεραξία. Η γεωγραφία, οι πολιτειακές οικονομίες, η αναδιανομή περιφερειών, η ποιότητα του υποψηφίου και ειδικά τοπικά ζητήματα εξακολουθούν να επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Η εθνικοποίηση δεν σημαίνει πλήρη ομοιομορφία. Σημαίνει ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό της εκλογικής συμπεριφοράς εξηγείται από δυνάμεις που είναι κοινές σε ολόκληρη τη χώρα.
Ακριβώς αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για τις 470 αναμετρήσεις του 2026. Η χώρα δεν διεξάγει μία ενιαία εκλογή για το Κογκρέσο· κάθε έδρα παραμένει θεσμικά αυτοτελής. Ταυτόχρονα, οι εκλογές μοιράζονται ένα κοινό εθνικό πολιτικό περιβάλλον: την αποτίμηση δύο ετών δεύτερης κυβέρνησης Trump και το ερώτημα πόσο θεσμικό χώρο θα διαθέτει ο Πρόεδρος για τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του. Στο τέλος Οκτωβρίου περισσότερα από 51 εκατομμύρια Αμερικανοί είχαν ήδη ψηφίσει, αριθμός-ρεκόρ για ενδιάμεσες εκλογές, δείχνοντας το υψηλό επίπεδο εθνικής κινητοποίησης που έχει αποκτήσει η αναμέτρηση.
Η προεδρικοποίηση των midterms επομένως συνιστά βαθύτερη μεταβολή της αμερικανικής αντιπροσώπευσης. Ο βουλευτής παραμένει εκπρόσωπος μιας περιφέρειας και ο γερουσιαστής μιας πολιτείας, αλλά η εκλογική αξία τους εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την εθνική κομματική σύγκρουση. Ο Trump λειτουργεί το 2026 ως κοινός πολιτικός άξονας αυτής της σύγκρουσης επειδή συγκεντρώνει στο πρόσωπό του την κυβερνητική εξουσία, την κομματική ηγεσία και μια ασυνήθιστα ισχυρή πολιτική ταυτότητα.
Πρόσφατα σχόλια