Η Ελλάδα θεωρεί σταθερά ότι η μόνη εκκρεμής ελληνοτουρκική διαφορά που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας δεν αποτελούν, σύμφωνα με την πάγια ελληνική θέση, αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Το καλώδιο αποκαλύπτει πόσο σημαντική είναι αυτή η διάκριση: άλλο πράγμα η εκκρεμής οριοθέτηση και άλλο η αποδοχή ότι μέχρι να λυθεί η διαφορά η Ελλάδα οφείλει να απέχει από κάθε δραστηριότητα που η Τουρκία αποφασίζει να αμφισβητήσει.

Το διεθνές δίκαιο  αναγνωρίζει στα νησιά δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ σύμφωνα με το άρθρο 121 της UNCLOS και το εθιμικό Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η ελληνική διπλωματία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι τα ελληνικά νησιά παράγουν θαλάσσιες ζώνες όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη και ότι η οριοθέτηση πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η Τουρκία προβάλλει μια πολύ διαφορετική προσέγγιση, ιδίως ως προς την επήρεια των νησιών της Ανατολικής Μεσογείου.

Η εκκρεμότητα αυτή μπορούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα να διαχειρίζεται σε επίπεδο διπλωματικών δηλώσεων και χαρτών. Το GSI μεταβάλλει την πρακτική διάσταση. Ένα καλώδιο περίπου 900 χιλιομέτρων πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδρομή. Πρέπει να προηγηθούν εργασίες βυθού, να κινηθούν εξειδικευμένα πλοία και να εκδοθούν ναυτιλιακές αναγγελίες. Η Ελλάδα δεν μπορεί να υλοποιήσει ένα έργο αυτού του μεγέθους διατηρώντας ταυτόχρονα αόριστη την πρακτική άσκηση των δικαιωμάτων που θεωρεί ότι διαθέτει. Η υποδομή υποχρεώνει το κράτος να μεταφέρει τη νομική του θέση στη διοικητική και επιχειρησιακή πραγματικότητα.

Η Κάσος το 2024 αποτέλεσε την πρώτη σαφή προειδοποίηση. Η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά τη διάρκεια ερευνών για το έργο ανέδειξε τη δυνατότητα μιας τεχνικής δραστηριότητας να συναντήσει στην πράξη τις τουρκικές διεκδικήσεις. Η ελληνική πλευρά έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν χωρίς να ζητηθεί τουρκική άδεια. Αυτή η επισήμανση είχε μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη διάρκεια του επεισοδίου: προστάτευε την ελληνική θέση από την εντύπωση ότι μια τουρκική αξίωση είχε μετατραπεί μέσω της πίεσης σε αποδεκτή διαδικασία.

Η επανάληψη της ίδιας διαφοράς το 2026 επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα είναι δομικό. Στις 6 Νοεμβρίου η Ελλάδα ολοκλήρωσε την αδειοδότηση των ερευνών και των εργασιών πόντισης, ενώ η Τουρκία εξέδωσε αντι-αγγελία, υποστηρίζοντας ότι τμήμα των δραστηριοτήτων βρίσκεται σε χώρο τον οποίο θεωρεί δική της υφαλοκρηπίδα. Μία ημέρα αργότερα, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι η διαφορά γύρω από τις NAVTEX είχε επιλυθεί και ότι η κατάσταση ήταν ομαλή, χωρίς όμως να δημοσιοποιήσει τους όρους της συνεννόησης. Η αποκλιμάκωση είναι ασφαλώς θετική, όμως από ελληνική οπτική η ουσία παραμένει η ίδια: οποιοσδήποτε πρακτικός μηχανισμός αποφυγής έντασης δεν μπορεί να μετατραπεί σε αναγνώριση τουρκικού δικαιώματος έγκρισης.

Αυτό είναι το κεντρικό πολιτικό ζήτημα του GSI. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις η διαφορά ανάμεσα στην πρακτική συνεννόηση και στη νομική συναίνεση είναι θεμελιώδης. Τα δύο κράτη μπορούν και πρέπει να επικοινωνούν ώστε να αποφεύγουν επιχειρησιακές παρεξηγήσεις ή επικίνδυνη εγγύτητα πλοίων. Αυτή η επικοινωνία δεν συνεπάγεται ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει στην Τουρκία δικαιοδοσία εκεί όπου η ελληνική νομική θέση δεν την αποδέχεται. Η δυνατότητα να διαχωρίζεται η αποκλιμάκωση από την παραχώρηση αποτελεί ίσως την κρισιμότερη δεξιότητα της ελληνικής στρατηγικής στην παρούσα φάση.

Το καλώδιο αποκαλύπτει επίσης ένα όριο της πολιτικής των «ήρεμων νερών». Η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις έχει πραγματική αξία, επειδή μειώνει την πιθανότητα ατυχήματος, επιτρέπει διάλογο και διευκολύνει συνεργασία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος. Δεν μπορεί όμως να στηρίζεται στην ακινησία. Εάν η διατήρηση καλού κλίματος απαιτούσε από την Ελλάδα να αναβάλλει επ’ αόριστον έργα, έρευνες ή άλλες πράξεις κάθε φορά που η Τουρκία προβάλλει αντίρρηση, η αποκλιμάκωση θα μετατρεπόταν σταδιακά σε περιορισμό της δυνατότητας άσκησης ελληνικής πολιτικής.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη στρατηγική σημασία του GSI. Η Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι δύο στόχοι μπορούν να συμβαδίσουν: η αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης και η ανεμπόδιστη υλοποίηση δραστηριοτήτων που θεωρεί νόμιμες. Η επιτυχία δεν μετριέται από το πόσο έντονα αντιδρά ένα κράτος λεκτικά, ούτε από το πόσα πολεμικά πλοία εμφανίζονται σε μια περιοχή. Μετριέται από το αν το έργο προχωρά χωρίς η χώρα να εγκαταλείπει νομικές θέσεις ή να αποδέχεται διαδικασίες που μπορούν να δημιουργήσουν δυσμενή πρακτική.

Το διεθνές πλαίσιο προσφέρει στην Αθήνα σημαντικά επιχειρήματα. Το άρθρο 79 της UNCLOS προστατεύει το δικαίωμα πόντισης υποβρύχιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα και προβλέπει περιορισμένη δυνατότητα παρεμπόδισης από το παράκτιο κράτος. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χαρακτηρίσει το GSI στρατηγική ηλεκτρική διασύνδεση που αποσκοπεί στην άρση της απομόνωσης της Κύπρου. Η Ελλάδα επομένως δεν επιχειρεί να κατασκευάσει κάποιο μονομερές έργο αξιοποίησης αμφισβητούμενων φυσικών πόρων· υλοποιεί διεθνή ηλεκτρική διασύνδεση που εντάσσεται στο ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκτυο.

Η τουρκική προσπάθεια να μεταφέρει τη συζήτηση στη συναίνεση για θαλάσσιες έρευνες δημιουργεί για την Αθήνα ένα ζήτημα αρχής. Εάν η Τουρκία μπορούσε να επιβάλει την άποψη ότι κάθε έρευνα που προηγείται της πόντισης απαιτεί έγκρισή της, θα αποκτούσε στην πράξη δυνατότητα ελέγχου επί μιας δραστηριότητας την οποία η ίδια η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι βρίσκεται εκτός του πεδίου της τουρκικής αρμοδιότητας. Η διαφορά επομένως δεν αφορά απλώς μερικές ώρες δραστηριότητας ενός ερευνητικού πλοίου. Αφορά το ποιος καθορίζει τις προϋποθέσεις άσκησης δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από αυτή την άποψη, το GSI λειτουργεί ως υπόθεση-δοκιμή και για μελλοντικές ελληνικές πρωτοβουλίες. Η εποχή των ενεργειακών δικτύων θα δημιουργήσει περισσότερα υποθαλάσσια καλώδια, πιθανές διασυνδέσεις με την Αίγυπτο και άλλες υποδομές στη Νότια και Ανατολική Μεσόγειο. Αν η πρώτη μεγάλη υποδομή δημιουργήσει πρακτική σύμφωνα με την οποία η τουρκική συναίνεση θεωρείται απαραίτητη, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει περισσότερα από ένα έργο. Αντίθετα, η υλοποίηση του GSI με τεχνική συνεννόηση για λόγους ασφάλειας αλλά χωρίς παραχώρηση επί της δικαιοδοσίας θα δημιουργήσει ένα λειτουργικό προηγούμενο διαφορετικής κατεύθυνσης.

Η ευρωπαϊκή διάσταση ενισχύει τη σημασία αυτής της προσέγγισης. Η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ένωσης και η ενεργειακή της απομόνωση αποτελεί ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η γραμμή Κρήτης–Κύπρου επομένως αφορά και την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ολοκληρώνει την εσωτερική της ενεργειακή αγορά. Μια κατάσταση στην οποία ευρωπαϊκή στρατηγική υποδομή εξαρτάται από τη συναίνεση τρίτου κράτους βάσει θαλάσσιων αξιώσεων που η ΕΕ δεν αναγνωρίζει θα δημιουργούσε θεσμικό προηγούμενο πολύ ευρύτερο από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Για την ελληνική πολιτική, το Great Sea Interconnector είναι γι’ αυτό κάτι περισσότερο από μια ακόμη διαφωνία με την Τουρκία. Αποτελεί δοκιμασία της μετάβασης από τη διακήρυξη στην εφαρμογή. Η Ελλάδα έχει επί δεκαετίες διατυπώσει σαφείς θέσεις για τα δικαιώματα των νησιών, για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ και για την προσήλωσή της στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η πραγματική ισχύς αυτών των θέσεων κρίνεται όταν μια οικονομική ή στρατηγική δραστηριότητα απαιτεί την πρακτική άσκησή τους.

Η θετική προοπτική για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν βρίσκεται στην αναβολή τέτοιων δοκιμασιών. Βρίσκεται στην ανάπτυξη μιας σχέσης στην οποία οι δύο χώρες μπορούν να διαφωνούν βαθιά, να διατηρούν τις νομικές τους θέσεις και ταυτόχρονα να αποφεύγουν την κλιμάκωση μέχρι να επιτευχθεί οριστική οριοθέτηση μέσω συμφωνίας ή διεθνούς δικαιοδοσίας. Από ελληνική σκοπιά, αυτό προϋποθέτει ένα σαφές όριο: η αποκλιμάκωση δεν μπορεί να αποκτήσει το περιεχόμενο άτυπου τουρκικού δικαιώματος συναπόφασης επί ελληνικών ή ευρωπαϊκών δραστηριοτήτων. Το GSI είναι το πεδίο όπου αυτή η αρχή καλείται πλέον να αποδειχθεί στην πράξη.