Το ενδιαφέρον της Τουρκίας για το Great Sea Interconnector δύσκολα εξηγείται από την οικονομική λειτουργία ενός ηλεκτρικού καλωδίου. Η διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου δεν αφαιρεί από την Τουρκία κάποιο ενεργειακό πόρο, δεν περιορίζει από μόνη της τη δυνατότητά της να αναπτύσσει δικά της δίκτυα και δεν αποτελεί έργο εκμετάλλευσης κοιτάσματος που βρίσκεται υπό τουρκική κυριαρχία ή αναγνωρισμένα τουρκικά κυριαρχικά δικαιώματα. Η ιδιαίτερη βαρύτητα που αποδίδει η Άγκυρα στο έργο πηγάζει από διαφορετικό επίπεδο: από την πολιτική γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου και από την προσπάθεια να μην αποκτήσουν πρακτικό βάθος θαλάσσιες και περιφερειακές διευθετήσεις που δεν συμβαδίζουν με τη δική της στρατηγική αντίληψη.

Το Great Sea Interconnector αποκτά ακριβώς αυτή τη σημασία επειδή μετατρέπει μια γεωγραφική σχέση σε μόνιμη υποδομή. Η Κύπρος είναι σήμερα το τελευταίο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραμένει εκτός του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού δικτύου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει τη διασύνδεσή της με την Ελλάδα ως έργο ευρωπαϊκής προτεραιότητας, έχει διαθέσει χρηματοδότηση ύψους 658 εκατ. ευρώ και το έχει εντάξει στα έργα που αποσκοπούν στην άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος. Η ουσία είναι επομένως ευρύτερη από την ηλεκτρική αγορά: η Κυπριακή Δημοκρατία εντάσσεται υλικά σε ένα ευρωπαϊκό δίκτυο μέσω της Ελλάδας.

Αυτό το στοιχείο έχει στρατηγικό βάρος. Η ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου υπήρξε επί δεκαετίες συνέπεια της γεωγραφίας της. Η άρση της απομόνωσης μειώνει σταδιακά τη σημασία της φυσικής απόστασης και καθιστά την Ελλάδα τον βασικό διάδρομο ηλεκτρικής σύνδεσης του νησιού με την ευρωπαϊκή αγορά. Η Τουρκία, η οποία επί χρόνια επιδιώκει να εδραιωθεί ως αναντικατάστατος ενεργειακός κόμβος μεταξύ Ευρώπης, Καυκάσου, Μέσης Ανατολής και Ανατολικής Μεσογείου, έχει προφανή λόγο να παρακολουθεί ένα δίκτυο που συγκροτεί διαφορετική γεωγραφία συνδεσιμότητας.

Η τουρκική αντίδραση, όμως, έχει ακόμη βαθύτερη αιτία. Η διαδρομή προς την Κύπρο περνά από θαλάσσιες περιοχές στις οποίες η Τουρκία έχει προβάλει αξιώσεις που η Ελλάδα απορρίπτει ως αντίθετες στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η Αθήνα θεωρεί ότι τα ελληνικά νησιά διαθέτουν δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και ότι η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Η ελληνική θέση δεν αναγνωρίζει στην Τουρκία δικαιοδοσία να εγκρίνει ή να απαγορεύει την πόντιση καλωδίου σε περιοχές που η Αθήνα θεωρεί ότι δεν εμπίπτουν σε τουρκικά κυριαρχικά δικαιώματα. 

Το κρίσιμο εδώ είναι ότι η ελληνική θέση διαθέτει συγκεκριμένη βάση στο Δίκαιο της Θάλασσας. Το άρθρο 79 της UNCLOS αναγνωρίζει σε όλα τα κράτη δικαίωμα πόντισης υποβρύχιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα και προβλέπει ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να παρεμποδίζει την πόντιση ή τη συντήρησή τους, με τις επιφυλάξεις που προβλέπει η Σύμβαση. Ιδιαίτερη συναίνεση του παράκτιου κράτους προβλέπεται ρητά για τον καθορισμό της διαδρομής αγωγών, όχι κατά τον ίδιο τρόπο για τα καλώδια. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει επομένως την προσπάθεια να συνδεθεί η υλοποίηση του GSI με τουρκική «άδεια» ως ζήτημα που υπερβαίνει το τεχνικό έργο: θα σήμαινε αποδοχή μιας αρμοδιότητας την οποία η ελληνική πλευρά δεν αναγνωρίζει.

Ακριβώς γι’ αυτό η τουρκική πολιτική επιδιώκει να μεταφέρει το κέντρο της συζήτησης από το δικαίωμα πόντισης στη δικαιοδοσία επί των προπαρασκευαστικών εργασιών. Η Άγκυρα χαρακτήρισε τον Νοέμβριο του 2026 τις προβλεπόμενες εργασίες του γαλλικού πλοίου ως θαλάσσια επιστημονική έρευνα εντός περιοχής που θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα και ζήτησε συντονισμό με τουρκικές αρχές. Η Ελλάδα, αντίθετα, προχώρησε στην αδειοδότηση των ερευνών και των εργασιών πόντισης, με την άδεια να εκδίδεται μετά την προβλεπόμενη ελληνική διοικητική διαδικασία. Η αντιπαράθεση επομένως αφορά στην ουσία το αν η Άγκυρα θα κατορθώσει να εισαγάγει την τουρκική συναίνεση ως αναγκαίο στάδιο για την υλοποίηση μιας ευρωπαϊκής υποδομής.

Για την Ελλάδα, μια τέτοια πρακτική θα ήταν στρατηγικά προβληματική ακριβώς επειδή θα υπερέβαινε τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αποδοχή ότι η Τουρκία πρέπει να εγκρίνει ή να συντονίζει εργασίες σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Αθήνα δεν αναγνωρίζει τουρκική δικαιοδοσία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πολιτικά για να ενισχύσει ένα πολύ ευρύτερο σύστημα τουρκικών διεκδικήσεων. Η ελληνική στρατηγική, επομένως, δεν αφορά μόνο την ολοκλήρωση ενός έργου αξίας περίπου 1,9 δισ. ευρώ. Αφορά τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων που η χώρα θεωρεί ότι διαθέτει χωρίς να δημιουργεί με τη συμπεριφορά της εντυπώσεις αποδοχής τρίτων αξιώσεων.

Αυτό εξηγεί επίσης γιατί το επεισόδιο της Κάσου το 2024 απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία. Η Αθήνα επέμεινε δημόσια ότι οι προβλεπόμενες έρευνες ολοκληρώθηκαν, ότι δεν ζητήθηκε τουρκική άδεια και ότι δεν αναγνωρίστηκε οποιοδήποτε τουρκικό δικαίωμα στην περιοχή. Η επιμονή σε αυτή τη διατύπωση είχε στρατηγική λειτουργία: η αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης έπρεπε να συμβαδίσει με τη διατήρηση της ελληνικής νομικής θέσης. Η αποκλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει αξία μόνο εφόσον δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό σταδιακής αποδοχής διεκδικήσεων που η Ελλάδα θεωρεί αβάσιμες.

Από τουρκικής πλευράς, αντιστρόφως, η μη καταγραφή αντίδρασης θα μπορούσε να αποδυναμώσει πολιτικά τη συνοχή της δικής της στρατηγικής. Η Άγκυρα έχει επενδύσει επί χρόνια στην ιδέα ότι η Ανατολική Μεσόγειος δεν μπορεί να οργανωθεί ενεργειακά και γεωπολιτικά χωρίς την Τουρκία και ότι οι ελληνικές και κυπριακές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες περιορίζουν υπερβολικά τον τουρκικό θαλάσσιο χώρο. Η ανοχή σε μια μεγάλη υποδομή που υλοποιείται στη βάση διαφορετικής νομικής αντίληψης θα ερχόταν σε ένταση με αυτή την πολιτική.

Υπάρχει και η κυπριακή διάσταση. Η σύνδεση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ηπειρωτική Ευρώπη ενισχύει τη θεσμική και οικονομική της ενσωμάτωση στην ΕΕ. Παράλληλα, η Τουρκία αναπτύσσει διαφορετικό ενεργειακό σχεδιασμό για τα κατεχόμενα, με το προτεινόμενο υποθαλάσσιο σύστημα φυσικού αερίου από την Τουρκία προς το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Δημιουργούνται επομένως δύο ανταγωνιστικές κατευθύνσεις ενεργειακής ενσωμάτωσης: η ευρωπαϊκή διασύνδεση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Ελλάδας και η ενίσχυση της ενεργειακής εξάρτησης των κατεχομένων από την Τουρκία. Το καλώδιο αποκτά έτσι αναπόφευκτα και πολιτική διάσταση που αγγίζει το ίδιο το Κυπριακό.

Η ευρωπαϊκή ιδιότητα του έργου αυξάνει ακόμη περισσότερο τη στρατηγική του αξία για την ελληνική πλευρά. Το GSI δεν αποτελεί μονομερή ελληνική θαλάσσια πρωτοβουλία. Είναι αναγνωρισμένο ευρωπαϊκό έργο, χρηματοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποσκοπεί στην ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Κάθε προσπάθεια σύνδεσης της υλοποίησής του με συναίνεση τρίτου κράτους θέτει επομένως ένα ευρύτερο ερώτημα: κατά πόσο ένα κράτος εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί μέσω μη αναγνωρισμένων από την Ελλάδα θαλάσσιων αξιώσεων να επηρεάζει την υλοποίηση κρίσιμης ευρωπαϊκής υποδομής.

Από ελληνική στρατηγική οπτική, η απάντηση έχει σημασία πέρα από το GSI. Η χώρα επιχειρεί να μετατρέψει την Κρήτη σε κόμβο ηλεκτρικών διασυνδέσεων προς την Ανατολική Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική. Εάν κάθε ανάλογη υποδομή μπορούσε να τεθεί υπό καθεστώς τουρκικής έγκρισης σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Τουρκία έχει προβάλει μονομερείς αξιώσεις, η ελληνική ενεργειακή στρατηγική θα βρισκόταν στην πράξη υπό εξωτερικό περιορισμό. Η δυνατότητα υλοποίησης του GSI επομένως συνδέεται με ένα ευρύτερο ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας: αν η Ελλάδα μπορεί να μετατρέπει τα αναγνωριζόμενα από την ίδια και από το ευρωπαϊκό πλαίσιο δικαιώματά της σε πραγματική οικονομική δραστηριότητα.

Η γεωπολιτική σημασία του καλωδίου βρίσκεται ακριβώς εκεί. Η Τουρκία δεν αντιδρά επειδή ένα υποθαλάσσιο ηλεκτρικό καλώδιο μεταβάλλει από μόνο του τα θαλάσσια σύνορα. Αντιδρά επειδή η υλοποίησή του κανονικοποιεί μια περιφερειακή πραγματικότητα στην οποία η Ελλάδα συνδέει την Κύπρο με την Ευρώπη χωρίς τουρκική διαμεσολάβηση και ασκεί στην πράξη δικαιώματα που η Άγκυρα αμφισβητεί. Για την Αθήνα, αντίστοιχα, η ολοκλήρωση του έργου αποτελεί περισσότερο από ενεργειακό στόχο. Αποτελεί απόδειξη ότι η αποκλιμάκωση με την Τουρκία μπορεί να συνυπάρχει με την άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων και ότι η ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο δεν προϋποθέτει την αναστολή στρατηγικών έργων κάθε φορά που η Άγκυρα προβάλλει αντίθετη θαλάσσια αξίωση.