Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί ίσως την καθαρότερη έκφραση της διαφοράς ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική αντίληψη για τη γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου. Η Αθήνα απορρίπτει τη συμφωνία ως άκυρη και ανυπόστατη έναντι των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, επειδή επιχειρεί να οριοθετήσει θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης παρακάμπτοντας την ύπαρξη ελληνικών νησιών που παρεμβάλλονται γεωγραφικά μεταξύ των δύο ακτών.
Μετά την έγκριση του μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης τον Οκτώβριο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε επίσημα ότι η συμφωνία παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συμμορφώνεται με το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι άκυρη και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη. Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό: η ελληνική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου διαθέτει σαφή ευρωπαϊκή θεσμική στήριξη.
Στον πυρήνα της διαφοράς βρίσκεται η Κρήτη. Η τουρκολιβυκή γραμμή επιχειρεί να δημιουργήσει θαλάσσια γειτνίαση ανάμεσα στις ακτές της Τουρκίας και της Λιβύης μέσα σε έναν χώρο όπου παρεμβάλλονται η Κρήτη και άλλα ελληνικά νησιά. Από ελληνική οπτική, αυτή η προσέγγιση αντιστρέφει τη βασική λογική του Δικαίου της Θάλασσας: τα νησιά αποτελούν εδάφη με δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν ώστε δύο μη γειτονικά κράτη να δημιουργήσουν τεχνητή μεταξύ τους οριοθέτηση. Ο Έλληνας πρωθυπουργός το διατύπωσε πρόσφατα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με το απλό επιχείρημα ότι η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί με αυθαίρετες γραμμές πάνω σε έναν χάρτη.
Το γεγονός ότι τα νησιά διαθέτουν δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ δεν σημαίνει ότι κάθε νησί λαμβάνει σε κάθε διεθνή οριοθέτηση μαθηματικά πλήρη επήρεια ανεξαρτήτως γεωγραφικών περιστάσεων. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε οριοθέτησης. Αυτό όμως είναι τελείως διαφορετικό από το να αγνοείται εξαρχής η ύπαρξη ενός μεγάλου νησιωτικού συμπλέγματος και να δημιουργείται οριοθέτηση μεταξύ κρατών σαν οι παρεμβαλλόμενες ακτές να μην υπήρχαν. Η ισχυρότερη ελληνική επιχειρηματολογία δεν χρειάζεται υπερβολές· στηρίζεται ακριβώς στην πραγματική γεωγραφία, στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών και στην αρχή ότι μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να στερήσει από τρίτο κράτος δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Εδώ το Great Sea Interconnector αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το έργο δεν αποτελεί πράξη οριοθέτησης και η διαδρομή ενός καλωδίου δεν καθορίζει από μόνη της ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα. Η νομική του λειτουργία πρέπει να παραμείνει απολύτως διακριτή από τη χάραξη θαλάσσιων συνόρων. Η στρατηγική του σημασία, όμως, είναι μεγάλη επειδή αναγκάζει τις ανταγωνιστικές χαρτογραφήσεις να συναντήσουν την πραγματική γεωγραφία. Η Ελλάδα και η Κύπρος σχεδιάζουν μια ευρωπαϊκή υποδομή που ενώνει την Κρήτη με την Κύπρο. Για να κατασκευαστεί, πρέπει να πραγματοποιηθούν πραγματικές εργασίες στον θαλάσσιο χώρο που το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρεί να εντάξει σε διαφορετική λογική δικαιοδοσίας.
Το επεισόδιο της Κάσου έδειξε αυτή τη σύγκρουση σε μικρογραφία. Η Ελλάδα αντιμετώπισε την περιοχή βάσει της δικής της θαλάσσιας θέσης και της μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Η Τουρκία αντέδρασε μέσα από το πλέγμα αξιώσεων που συνδέεται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις συντεταγμένες που έχει καταθέσει στον ΟΗΕ. Η τεχνική εργασία ενός πλοίου αποκάλυψε έτσι δύο διαφορετικές πολιτικές γεωγραφίες.
Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 έχει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την αντιπαράθεση. Σε αντίθεση με την τουρκολιβυκή προσέγγιση, πρόκειται για οριοθέτηση μεταξύ κρατών που πράγματι διαθέτουν απέναντι ακτές. Η Ελλάδα προβάλλει τη συμφωνία ως παράδειγμα επίλυσης θαλάσσιας οριοθέτησης μέσω διαπραγμάτευσης και εφαρμογής του Δικαίου της Θάλασσας. Η ίδια λογική ακολουθήθηκε και στη συμφωνία με την Ιταλία. Η Αθήνα επομένως έχει τη δυνατότητα να αντιπαραθέτει στην τουρκική μονομερή λογική ένα ιστορικό πραγματικών συμφωνιών οριοθέτησης με γειτονικά κράτη.
Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή το 2026 μεταβάλλει την πολιτική του ανθεκτικότητα, όχι όμως την ελληνική νομική θέση. Η Ελλάδα το κατέστησε σαφές αμέσως: μια εσωτερική κοινοβουλευτική πράξη στη Λιβύη δεν μπορεί να θεραπεύσει, κατά την ελληνική και ευρωπαϊκή αντίληψη, το ουσιαστικό πρόβλημα της συμφωνίας ούτε να δημιουργήσει δικαιώματα εις βάρος τρίτων κρατών. Η πολιτική πρόκληση για την Αθήνα είναι διαφορετική: η Τουρκία έχει πλέον κατορθώσει να ενισχύσει τη στήριξη του μνημονίου μέσα στο λιβυκό πολιτικό σύστημα και συνεπώς η ελληνική στρατηγική πρέπει να παραμένει ενεργή και προς την ίδια τη Λιβύη.
Το GSI προσφέρει στην Ελλάδα έναν διαφορετικό τρόπο παρουσίας στην περιοχή. Η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων δεν εξαντλείται σε ρηματικές διακοινώσεις και διπλωματικές επιστολές. Η δημιουργία υποδομών, οι συμφωνίες οριοθέτησης, η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική και η πραγματική οικονομική δραστηριότητα δημιουργούν μια πιο πυκνή περιφερειακή πραγματικότητα. Η Ελλάδα μπορεί να ενισχύει τη θέση της όχι μέσω μονομερών αντιχαρτών, αλλά μέσω θεσμικής ενσωμάτωσης, συμφωνιών με κράτη που διαθέτουν πράγματι απέναντι ακτές και έργων που συνδέουν τον ελληνικό χώρο με την ευρωπαϊκή αγορά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατασκευή του GSI θα «ακυρώσει» πολιτικά ή νομικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Μια υποδομή δεν υποκαθιστά μια διαδικασία οριοθέτησης. Μπορεί όμως να αποδείξει ότι οι τουρκολιβυκές αξιώσεις δεν μπορούν από μόνες τους να μετατρέψουν σε απαγορευμένη ζώνη έναν τεράστιο θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Η πρακτική εφαρμογή των ελληνικών και ευρωπαϊκών σχεδιασμών αποκτά έτσι αξία ακριβώς επειδή αποτρέπει τη σταδιακή μετατροπή μιας αμφισβητούμενης τουρκικής χαρτογράφησης σε de facto περιορισμό της δραστηριότητας τρίτων.
Η ελληνική στρατηγική έχει επομένως τρία διαφορετικά επίπεδα που πρέπει να λειτουργούν ταυτόχρονα. Το πρώτο είναι νομικό: σταθερή προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και απόρριψη της δυνατότητας του τουρκολιβυκού μνημονίου να παράγει αποτελέσματα σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων. Το δεύτερο είναι διπλωματικό: διατήρηση της ευρωπαϊκής στήριξης, εμβάθυνση της συνεργασίας με την Αίγυπτο και ουσιαστική επαναπροσέγγιση με ολόκληρο το λιβυκό πολιτικό σύστημα. Το τρίτο είναι πρακτικό: υλοποίηση νόμιμων οικονομικών και ενεργειακών δραστηριοτήτων στην περιοχή, ώστε η ελληνική εξωτερική πολιτική να μην περιορίζεται στην άμυνα απέναντι σε ξένες πρωτοβουλίες.
Από αυτή την οπτική, το Great Sea Interconnector έχει αξία πέρα από τις μεγαβατώρες που θα μεταφέρει. Η σύνδεση Κρήτης και Κύπρου δίνει υλικό περιεχόμενο σε μια ευρωπαϊκή γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου, μέσα στην οποία τα ελληνικά νησιά δεν αντιμετωπίζονται ως κενά στον χάρτη αλλά ως πραγματικοί χώροι που παράγουν οικονομική, ενεργειακή και στρατηγική συνδεσιμότητα. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρεί να οργανώσει την περιοχή στη βάση διαφορετικής ανάγνωσης. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο λογικές θα κριθεί ασφαλώς από το διεθνές δίκαιο και τη διπλωματία, αλλά θα κριθεί επίσης από το ποια πλευρά κατορθώνει να μετατρέπει τη στρατηγική της σε σταθερές, νόμιμες και διεθνώς ενσωματωμένες πραγματικότητες.
Πρόσφατα σχόλια