Η νομική συζήτηση γύρω από το Great Sea Interconnector έχει επιβαρυνθεί από μια σύγχυση που εξυπηρετεί την πολιτική ένταση: συχνά αντιμετωπίζονται ως ταυτόσημα η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας, η ύπαρξη κυριαρχικών δικαιωμάτων επί του βυθού, η διενέργεια επιστημονικής έρευνας και η πόντιση ενός διεθνούς ηλεκτρικού καλωδίου. Το Δίκαιο της Θάλασσας, όμως, διακρίνει τις κατηγορίες αυτές. Και αυτή η διάκριση βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής επιχειρηματολογίας.

Η υφαλοκρηπίδα παρέχει στο παράκτιο κράτος κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους. Τα υπερκείμενα ύδατα διατηρούν διαφορετικό νομικό καθεστώς και το Δίκαιο της Θάλασσας προστατεύει συγκεκριμένες ελευθερίες τρίτων κρατών. Η UNCLOS προβλέπει ρητά ότι τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα δεν μεταβάλλουν το νομικό καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων και ότι η άσκησή τους δεν πρέπει να προκαλεί αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας και άλλων αναγνωρισμένων ελευθεριών.

Το άρθρο 79 προσθέτει την κρίσιμη διάταξη για την υπόθεση του GSI: όλα τα κράτη έχουν δικαίωμα να τοποθετούν υποβρύχια καλώδια και αγωγούς στην υφαλοκρηπίδα. Το παράκτιο κράτος μπορεί να λαμβάνει εύλογα μέτρα για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών του πόρων και για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά δεν μπορεί να εμποδίζει την πόντιση ή τη συντήρηση των καλωδίων. Η διάταξη προβλέπει ειδικά συναίνεση του παράκτιου κράτους για τη χάραξη της διαδρομής αγωγών. Δεν περιέχει αντίστοιχη γενική απαίτηση συναίνεσης για τα καλώδια.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ελληνική θέση απέναντι στην Τουρκία. Ακόμη και αν υποτεθεί, για χάρη της νομικής ανάλυσης, ότι ένα τμήμα μιας διαδρομής βρισκόταν σε υφαλοκρηπίδα τρίτου παράκτιου κράτους, το Δίκαιο της Θάλασσας δεν απονέμει στο κράτος αυτό γενικό δικαίωμα απαγόρευσης της πόντισης υποβρύχιου ηλεκτρικού καλωδίου. Η τουρκική προσπάθεια να παρουσιάσει το ζήτημα σαν να αποτελούσε αυτονόητη άσκηση αποκλειστικής δικαιοδοσίας επί κάθε δραστηριότητας του βυθού δεν ανταποκρίνεται στην πολύ πιο σύνθετη αρχιτεκτονική της UNCLOS.

Η Άγκυρα επιχειρεί γι’ αυτό να μεταφέρει τη συζήτηση στις προκαταρκτικές έρευνες. Η τουρκική δήλωση του Νοεμβρίου 2026 χαρακτήρισε τις εργασίες του γαλλικού πλοίου «θαλάσσια επιστημονική έρευνα» και υποστήριξε ότι απαιτείται τουρκική συναίνεση. Η νομική κατηγοριοποίηση έχει προφανή σημασία. Αν μια δραστηριότητα είναι πραγματική θαλάσσια επιστημονική έρευνα με ανεξάρτητο επιστημονικό αντικείμενο, εφαρμόζεται διαφορετικό νομικό καθεστώς. Αν πρόκειται για εξειδικευμένη τεχνική αποτύπωση του βυθού που είναι λειτουργικά αναγκαία για την πόντιση καλωδίου, το επιχείρημα ότι αποτελεί αυτοτελή επιστημονική έρευνα είναι πολύ περισσότερο αμφισβητήσιμο.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις εργασίες αυτές ως μέρος της τεχνικής διαδικασίας υλοποίησης της υποδομής. Η ίδια η διοικητική διαδικασία του Νοεμβρίου 2026 είναι αποκαλυπτική: η Nexans, για λογαριασμό του φορέα του έργου, υπέβαλε αίτημα για τις εργασίες, η αρμόδια ελληνική διυπουργική επιτροπή γνωμοδότησε και ο υπουργός Εξωτερικών εξέδωσε την απαιτούμενη άδεια, μετά την οποία εκδόθηκε η σχετική NAVTEX. Η Αθήνα ενεργεί δηλαδή στη βάση της δικής της αντίληψης περί δικαιοδοσίας και του διεθνούς νομικού καθεστώτος των καλωδίων.

Η τουρκική απαίτηση αποκτά βαρύτερη πολιτική σημασία επειδή συνδέεται με πολύ ευρύτερες αξιώσεις. Η Ελλάδα θεωρεί ότι τα νησιά διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες και ότι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με την Τουρκία πρέπει να γίνει σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ιδανικά μέσω συμφωνίας και, εφόσον αυτή δεν επιτευχθεί, μέσω διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου με κοινό συνυποσχετικό. Μέχρι τότε, η ύπαρξη εκκρεμούς οριοθέτησης δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τουρκικό δικαίωμα καθολικού ελέγχου επί των δραστηριοτήτων της περιοχής.

Η ακριβής νομική διατύπωση είναι εδώ κρίσιμη για την ελληνική στρατηγική. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ισχυριστεί ότι κάθε ελληνική θέση για την τελική οριοθέτηση έχει ήδη δικαστικά επικυρωθεί. Η οριοθέτηση αποτελεί πράγματι εκκρεμή διαφορά. Μπορεί όμως να υποστηρίξει κάτι πολύ ισχυρότερο και νομικά καθαρότερο: η εκκρεμότητα της οριοθέτησης δεν παράγει αυτομάτως δικαίωμα της Τουρκίας να εγκρίνει κάθε διεθνές καλώδιο που διέρχεται από την περιοχή ούτε να μετατρέπει τις δικές της μονομερείς συντεταγμένες σε δεσμευτικό καθεστώς για την Ελλάδα.

Η ίδια λογική ισχύει για τις NAVTEX. Οι αγγελίες προς ναυτιλλομένους εξυπηρετούν ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και ενημέρωση σχετικά με δραστηριότητες. Δεν αποτελούν τίτλο κυριαρχίας, δεν οριοθετούν ΑΟΖ και δεν δημιουργούν υφαλοκρηπίδα. Η έκδοση ανταγωνιστικής τουρκικής NAVTEX έχει επομένως πολιτική και διοικητική σημασία, όχι τη δύναμη να μεταβάλει από μόνη της το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο. Η ελληνική πολιτική ορθά έχει συμφέρον να αποφεύγει την αποδοχή της εικόνας ότι κάθε τουρκική αντι-αγγελία δημιουργεί «αμφισβητούμενη περιοχή».

Αυτό έχει και σημαντική επικοινωνιακή διάσταση. Ο όρος «αμφισβητούμενα ύδατα» συχνά χρησιμοποιείται δημοσιογραφικά ως ουδέτερη περιγραφή, αλλά μπορεί να δημιουργήσει παραπλανητική εικόνα νομικής ισοδυναμίας. Η ύπαρξη μιας μονομερούς τουρκικής διεκδίκησης δεν αρκεί για να μετατρέψει αυτομάτως κάθε ελληνικό δικαίωμα σε αμφίβολο. Η σωστή προσέγγιση απαιτεί να διαχωρίζεται η πραγματική ύπαρξη διαφοράς οριοθέτησης από την εγκυρότητα κάθε επιμέρους αξίωσης που προβάλλεται στο πλαίσιο αυτής της διαφοράς.

Το GSI έχει λοιπόν μετατραπεί σε ελληνοτουρκικό ζήτημα επειδή η Τουρκία επιχειρεί να συνδέσει την υλοποίησή του με τη δική της αντίληψη περί θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Η Ελλάδα έχει βάσιμο λόγο να αντιστέκεται σε αυτή τη σύνδεση. Η προστασία του διεθνούς δικαιώματος πόντισης καλωδίων, η διατήρηση της ελληνικής θέσης για τις θαλάσσιες ζώνες και η αποτροπή δημιουργίας πρακτικής τουρκικής συναπόφασης αποτελούν τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα συμφέροντα.

Η ουσιαστική ελληνική στρατηγική πρέπει επομένως να είναι ταυτόχρονα νομικά ακριβής και πολιτικά σταθερή. Να επιτρέπει πρακτική επικοινωνία για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και την αποφυγή έντασης, χωρίς να αποδέχεται ότι αυτή η επικοινωνία ισοδυναμεί με αίτηση άδειας. Να στηρίζει την υλοποίηση του έργου στο ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο. Και να απορρίπτει τη μετατροπή μιας μη οριοθετημένης περιοχής σε χώρο όπου η Τουρκία αποκτά μονομερώς δικαίωμα αρνησικυρίας. Η μεγαλύτερη δύναμη της ελληνικής θέσης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διάκριση: επιδιώκει ειρηνική οριοθέτηση της πραγματικής διαφοράς, χωρίς στο μεταξύ να αναγνωρίζει σε μονομερείς τουρκικές αξιώσεις εξουσίες που το Δίκαιο της Θάλασσας δεν τους απονέμει.