Η παραδοσιακή ελληνοτουρκική διαφορά για την υφαλοκρηπίδα και την αποκλειστική οικονομική ζώνη έχει επί δεκαετίες ένα χαρακτηριστικό που επέτρεπε στις δύο χώρες να συμβιώνουν με την εκκρεμότητά της: μεγάλο μέρος της μπορούσε να παραμένει στο επίπεδο της διπλωματίας.Το Great Sea Interconnector εισάγει έναν διαφορετικό παράγοντα. Μια υποδομή πρέπει να κατασκευαστεί σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Η νομική θέση αποκτά πλέον διοικητικές, οικονομικές και επιχειρησιακές συνέπειες.

 Η πάγια θέση της χώρας είναι ότι όλα τα ελληνικά νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και δικαίωμα σε αποκλειστική οικονομική ζώνη σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας και ότι η πραγματική διαφορά με την Τουρκία αφορά την οριοθέτηση αυτών των ζωνών.  Το GSI θέτει ένα πρόσθετο πρακτικό ερώτημα: τι συμβαίνει μέχρι να επιτευχθεί η τελική οριοθέτηση;

Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι η αναστολή κάθε δραστηριότητας. Μια τέτοια πρακτική θα έδινε σε οποιαδήποτε μονομερή τουρκική αξίωση τη δυνατότητα να παράγει άμεσα αποτελέσματα, πριν ακόμη κριθεί ή συμφωνηθεί η πραγματική οριοθέτηση. Αν η Τουρκία μπορούσε απλώς να χαράσσει μια περιοχή ως δική της υφαλοκρηπίδα και στη συνέχεια να απαιτεί την ελληνική αποχή από κάθε έργο που τη διασχίζει, η εκκρεμής διαφορά θα μετατρεπόταν σε μονομερή τουρκική αρνησικυρία. Από ελληνική σκοπιά, αυτό θα αντέστρεφε την ίδια τη λογική της ειρηνικής επίλυσης: η μη ύπαρξη συμφωνίας θα παρήγαγε πλεονέκτημα για εκείνον που προβάλλει την ευρύτερη αξίωση.

Το επεισόδιο της Κάσου το 2024 ανέδειξε για πρώτη φορά με τέτοια καθαρότητα αυτή την προβληματική. Οι έρευνες που συνδέονταν με την προετοιμασία της διασύνδεσης πραγματοποιήθηκαν υπό τουρκική αμφισβήτηση και παρουσία τουρκικών ναυτικών μονάδων. Η ελληνική κυβέρνηση επέμεινε στη συνέχεια σε ένα σημείο που έχει μεγάλη νομική και πολιτική αξία: οι προβλεπόμενες εργασίες ολοκληρώθηκαν και δεν ζητήθηκε τουρκική άδεια. Η έμφαση αυτή είχε σαφή στόχο. Η διαχείριση μιας έντασης δεν έπρεπε να μπορεί να ερμηνευθεί ως αναγνώριση αρμοδιότητας που η Ελλάδα δεν αποδέχεται.

Η ίδια λογική επέστρεψε τον Νοέμβριο του 2026. Οι ελληνικές αρχές ολοκλήρωσαν την προβλεπόμενη διαδικασία αδειοδότησης για τις νέες έρευνες και τις εργασίες πόντισης. Η Τουρκία απάντησε με αντι-αγγελία προς ναυτιλλομένους, υποστηρίζοντας ότι τμήμα των περιοχών εμπίπτει στη δική της υφαλοκρηπίδα και ότι οι δραστηριότητες απαιτούν συντονισμό με τις τουρκικές αρχές. Η διαφορά, επομένως, δεν περιορίζεται πλέον στο πού θα χαραχθεί κάποτε ένα όριο. Επεκτείνεται στο ποιος μπορεί σήμερα να ασκεί συγκεκριμένες λειτουργικές αρμοδιότητες.

Από ελληνική οπτική, εδώ χρειάζεται μια εξαιρετικά καθαρή στρατηγική γραμμή. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρεί μηχανισμούς επικοινωνίας με την Τουρκία. Η περιοχή είναι γεωγραφικά περιορισμένη, οι στρατιωτικές δυνάμεις των δύο χωρών συχνά επιχειρούν σε σχετικά μικρές αποστάσεις και ένα τεχνικό περιστατικό μπορεί εύκολα να αποκτήσει ανεπιθύμητη πολιτική δυναμική. Ο διάλογος, η ενημέρωση και η αποκλιμάκωση αποτελούν εργαλεία ασφάλειας. Το ουσιαστικό όριο βρίσκεται στο νομικό νόημα αυτής της επικοινωνίας: συνεννόηση για την ασφάλεια δεν ισοδυναμεί με αίτηση άδειας, ούτε μπορεί να μεταφραστεί σε αναγνώριση τουρκικής αρμοδιότητας.

Ακριβώς γι’ αυτό το GSI είναι μια δυσκολότερη δοκιμασία από τις συνηθισμένες ελληνοτουρκικές λεκτικές αντιπαραθέσεις. Η πολιτική των τελευταίων ετών έχει στηριχθεί στην προσπάθεια διατήρησης ήπιου κλίματος χωρίς επίλυση των θεμελιωδών διαφορών. Το μοντέλο αυτό έχει προσφέρει πραγματικά οφέλη: μείωση της έντασης, δυνατότητα πολιτικού διαλόγου και καλύτερη διαχείριση της καθημερινής σχέσης. Η ωριμότητά του κρίνεται όμως όταν εμφανίζεται πραγματική σύγκρουση συμφερόντων. Τα «ήρεμα νερά» αποκτούν στρατηγικό περιεχόμενο όταν επιτρέπουν σε δύο κράτη να διατηρούν τη διαφωνία τους και ταυτόχρονα να συνεχίζουν νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες.

Η Ελλάδα έχει επίσης έναν πρόσθετο λόγο να μην αποδέχεται ότι η τουρκική αμφισβήτηση αρκεί για να παγώσει το έργο. Το GSI δεν αποτελεί ιδιωτική δραστηριότητα αμφίβολης οικονομικής αξίας. Είναι ευρωπαϊκό έργο διασύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ενιαία αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το έχει εντάξει στα βασικά ενεργειακά έργα ακριβώς επειδή αποσκοπεί στον τερματισμό της κυπριακής ενεργειακής απομόνωσης. Η υλοποίηση συνεπώς συνδέεται και με την ικανότητα της ΕΕ να κατασκευάζει κρίσιμες υποδομές που ενώνουν δύο κράτη-μέλη της.

Αυτό μεταβάλλει τον χαρακτήρα της ελληνοτουρκικής διαφοράς. Μέχρι πρόσφατα η σημαντικότερη πρακτική της εκδήλωση συνδεόταν κυρίως με υδρογονάνθρακες, ερευνητικά πλοία και πιθανή αξιοποίηση του βυθού. Η ηλεκτρική διασύνδεση εισάγει στον ίδιο χώρο μια τελείως διαφορετική οικονομική δραστηριότητα. Η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται και οι θαλάσσιες ζώνες αποκτούν νέες χρήσεις. Υποθαλάσσια ενεργειακά δίκτυα, τηλεπικοινωνιακά καλώδια και άλλες υποδομές θα αυξηθούν τις επόμενες δεκαετίες. Η δυνατότητα της Ελλάδας να συμμετέχει σε αυτή την οικονομία χωρίς να χρειάζεται πολιτική συναίνεση από την Τουρκία για δραστηριότητες στις οποίες δεν αναγνωρίζει τουρκική δικαιοδοσία αποτελεί πλέον μακροχρόνιο στρατηγικό ζήτημα.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ιδωθεί και η προοπτική επίλυσης της πραγματικής διαφοράς. Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μπορεί να γίνει με συμφωνία ή, εφόσον οι δύο χώρες συμφωνήσουν σε συνυποσχετικό, μέσω διεθνούς δικαιοδοσίας. Μια τέτοια λύση θα έδινε οριστική νομική ασφάλεια και θα μείωνε δραστικά τις δυνατότητες μελλοντικών κρίσεων. Μέχρι τότε, όμως, η διαχείριση της εκκρεμότητας δεν μπορεί να στηρίζεται στη λογική ότι η Ελλάδα αναστέλλει κάθε δραστηριότητα την οποία η άλλη πλευρά αμφισβητεί.

Εδώ βρίσκεται μια λεπτή αλλά ουσιώδης διάσταση της ελληνικής στρατηγικής. Η άσκηση δικαιωμάτων δεν χρειάζεται να αποκτά επιδεικτικό ή συγκρουσιακό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα προκύπτει όταν η χώρα ενεργεί θεσμικά, προβλέψιμα και στη βάση συγκεκριμένων κανόνων: πραγματοποιεί τις απαιτούμενες αδειοδοτήσεις, ενημερώνει τη ναυσιπλοΐα, υποστηρίζει διεθνώς τη νομική της θέση, διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και επιτρέπει στο έργο να προχωρήσει. Η θεσμική κανονικότητα αποτελεί ισχυρότερη μορφή άσκησης δικαιωμάτων από μια πολιτική διαρκούς ρητορικής έντασης.

Το GSI είναι συνεπώς νέο κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων επειδή μεταβάλλει το αντικείμενο της αντιπαράθεσης. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το ποια γραμμή θα χαραχθεί σε έναν μελλοντικό χάρτη. Αφορά το πώς δύο κράτη με εκκρεμή οριοθέτηση θα διαχειριστούν στο παρόν πραγματικές οικονομικές δραστηριότητες. Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι να διατηρηθούν ταυτόχρονα τρία αγαθά: ειρήνη, διάλογος και απρόσκοπτη άσκηση των δικαιωμάτων που θεωρεί ότι της παρέχει το διεθνές δίκαιο.

Αν το έργο προχωρήσει με αυτόν τον τρόπο, θα δημιουργηθεί ένα σημαντικό υπόδειγμα για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Θα αποδειχθεί ότι η ύπαρξη σοβαρής διαφοράς δεν απαιτεί ούτε στρατιωτική κλιμάκωση ούτε αυτοαναστολή της οικονομικής δραστηριότητας. Η οριστική λύση μπορεί να παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή διεθνούς δικαιοδοσίας και, παράλληλα, τα δύο κράτη να διαχειρίζονται τις πρακτικές ανάγκες της περιοχής χωρίς να ζητούν από την άλλη πλευρά να εγκαταλείψει τις νομικές της θέσεις. Για την Ελλάδα, αυτή είναι η πιο ώριμη μορφή στρατηγικής σταθερότητας: ειρήνη χωρίς παραίτηση από δικαιώματα και αποκλιμάκωση χωρίς αναγνώριση μονομερών διεκδικήσεων.