Η υφαλοκρηπίδα παρέχει στο παράκτιο κράτος αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους. Δεν μετατρέπει την ανοικτή θάλασσα πάνω από αυτήν σε εθνικό θαλάσσιο έδαφος. Το άρθρο 78 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ρητά ότι τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας δεν επηρεάζουν το νομικό καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων και ότι η άσκησή τους δεν πρέπει να συνεπάγεται αδικαιολόγητη επέμβαση στα δικαιώματα και στις ελευθερίες άλλων κρατών.
Το άρθρο 79 είναι ακόμη πιο άμεσα σχετικό. Κατοχυρώνει το δικαίωμα όλων των κρατών να τοποθετούν υποβρύχια καλώδια και αγωγούς στην υφαλοκρηπίδα. Το παράκτιο κράτος διατηρεί δικαιώματα προστασίας των φυσικών πόρων και ορισμένες περιβαλλοντικές αρμοδιότητες, όμως δεν μπορεί να εμποδίζει την πόντιση ή τη συντήρηση των καλωδίων σύμφωνα με το καθεστώς της Σύμβασης. Ειδική συναίνεση του παράκτιου κράτους προβλέπεται στο κείμενο για τον καθορισμό της διαδρομής αγωγών· η ίδια διατύπωση δεν επαναλαμβάνεται για τα υποβρύχια καλώδια.
Η διάκριση αυτή αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους νομικούς άξονες της ελληνικής θέσης. Η πόντιση του GSI δεν συνιστά εκμετάλλευση φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας. Η ηλεκτρική ενέργεια μεταφέρεται μέσω μιας γραμμής που εδράζεται στον βυθό και η ύπαρξη της υποδομής δεν απονέμει στον φορέα της δικαιώματα στους πόρους της περιοχής. Γι’ αυτό η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η διαδρομή του καλωδίου σαν να επρόκειτο για δραστηριότητα εξόρυξης αλλοιώνει τη νομική φύση του έργου.
Η δυσκολία συγκεντρώνεται στις προκαταρκτικές έρευνες. Ένα καλώδιο σχεδόν 900 χιλιομέτρων δεν μπορεί να ποντιστεί χωρίς προηγούμενη λεπτομερή αποτύπωση της μορφολογίας του βυθού. Πρέπει να εντοπιστούν απότομες κλίσεις, γεωλογικοί κίνδυνοι, άλλα καλώδια, περιοχές αυξημένης ευαισθησίας και σημεία όπου απαιτείται ιδιαίτερη τεχνική προστασία. Οι δραστηριότητες αυτές έχουν επιστημονικά και τεχνολογικά χαρακτηριστικά, υπηρετούν όμως έναν συγκεκριμένο κατασκευαστικό σκοπό. Η Τουρκία επιδιώκει να τις εντάξει στην κατηγορία της θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας, ώστε να ενισχύσει το επιχείρημα ότι χρειάζεται συναίνεσή της σε περιοχές τις οποίες θεωρεί δική της υφαλοκρηπίδα.
Από ελληνική νομική οπτική, αυτή η κατηγοριοποίηση δεν μπορεί να γίνεται μηχανικά. Το γεγονός ότι ένα πλοίο πραγματοποιεί γεωφυσικές ή βυθομετρικές μετρήσεις δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε εργασία σε αυτοτελές ερευνητικό πρόγραμμα για τους φυσικούς πόρους ή σε δραστηριότητα που υπάγεται ανεξαιρέτως στην αποκλειστική δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους. Η λειτουργία, ο σκοπός, η φύση των δεδομένων και η άμεση σχέση τους με την εγκατάσταση του καλωδίου έχουν ουσιώδη σημασία.
Η ελληνική στάση το 2026 κινήθηκε ακριβώς σε αυτή τη βάση. Η Nexans, ενεργώντας για τον φορέα του έργου, υπέβαλε στις ελληνικές αρχές το σχετικό αίτημα, η αρμόδια διυπουργική επιτροπή γνωμοδότησε θετικά, ο υπουργός Εξωτερικών χορήγησε την προβλεπόμενη άδεια και ακολούθησε έκδοση NAVTEX. Η διαδικασία αυτή είναι σημαντική επειδή αποτυπώνει έμπρακτα ότι η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει την τουρκική συναίνεση ως προϋπόθεση της ελληνικής διοικητικής πράξης.
Το ζήτημα περιπλέκεται από την εκκρεμή οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Η ελληνική θέση παραμένει ότι τα ελληνικά νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ότι η διαφορά με την Τουρκία αφορά το πού ακριβώς θα τοποθετηθεί η τελική οριοθετική γραμμή. Η ύπαρξη της διαφοράς αυτής δεν συνεπάγεται ότι η τουρκική μονομερής αντίληψη του ορίου αποκτά αυτομάτως δεσμευτική ισχύ. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για την ελληνική μέγιστη αξίωση: το τελικό όριο χρειάζεται συμφωνία ή διεθνή δικαιοδοτική επίλυση. Μέχρι τότε, όμως, καμία πλευρά δεν μπορεί να μετατρέπει τη δική της μονομερή χαρτογράφηση σε καθολικό δικαίωμα ελέγχου επί κάθε χρήσης της θάλασσας.
Η λειτουργία της NAVTEX πρέπει επίσης να αποσυνδεθεί από υπερβολικές πολιτικές ερμηνείες. Η αγγελία προς ναυτιλλομένους είναι μηχανισμός ενημέρωσης και ασφάλειας της ναυσιπλοΐας. Δεν αποτελεί τίτλο κυριαρχίας, δεν οριοθετεί υφαλοκρηπίδα και δεν δημιουργεί ΑΟΖ. Η έκδοση τουρκικής αντι-NAVTEX καταγράφει την τουρκική αντίρρηση και τη διεκδίκηση σχετικής αρμοδιότητας. Δεν επιλύει το νομικό ζήτημα υπέρ της Τουρκίας. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να αντιμετωπίζει μια τέτοια πράξη ως δήλωση θέσης και όχι ως γεγονός που δημιουργεί νέα διεθνή δικαιοδοσία.
Η λεπτομέρεια αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον δημόσιο λόγο. Κάθε φορά που μια τουρκική αξίωση οδηγεί αυτόματα στον χαρακτηρισμό μιας περιοχής ως «τουρκικής» ή ακόμη και ως «γκρίζας», η πραγματική νομική κατάσταση συσκοτίζεται. Η ύπαρξη διαφοράς οριοθέτησης δεν σημαίνει ότι όλες οι επιμέρους αξιώσεις είναι ίσης νομικής ισχύος, ούτε ότι κάθε δραστηριότητα πρέπει να διακοπεί έως ότου επιτευχθεί τελική συμφωνία. Η σωστή ελληνική επιχειρηματολογία είναι ισχυρότερη ακριβώς επειδή μπορεί να αποφύγει τέτοιες υπερβολές.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί και το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS. Η Ελλάδα επικαλείται σταθερά τη Σύμβαση και τους κανόνες του εθιμικού δικαίου που θεωρεί ότι δεσμεύουν όλα τα κράτη. Ειδικά ως προς τα δικαιώματα των νησιών, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ρητά ότι ο σχετικός γενικός κανόνας έχει εθιμικό χαρακτήρα. Η μη συμμετοχή της Τουρκίας στη Σύμβαση δεν της επιτρέπει, από ελληνική οπτική, να ακυρώνει δικαιώματα που απορρέουν από το γενικό Δίκαιο της Θάλασσας.
Η νομική στρατηγική της Αθήνας έχει συνεπώς δύο στόχους που πρέπει να παραμένουν διακριτοί. Ο πρώτος είναι η μελλοντική οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Πρόκειται για τη μακροχρόνια ελληνοτουρκική διαφορά, για την οποία η Ελλάδα δηλώνει διαθεσιμότητα ειρηνικής επίλυσης. Ο δεύτερος είναι η προστασία της δυνατότητας πραγματοποίησης δραστηριοτήτων που το διεθνές δίκαιο επιτρέπει κατά το διάστημα πριν από την οριοθέτηση. Το GSI ανήκει κυρίως στο δεύτερο επίπεδο.
Αυτό ακριβώς καθιστά την υπόθεση σημαντική. Αν η Τουρκία κατορθώσει να μετατρέψει την εκκρεμή οριοθέτηση σε γενικό δικαίωμα συναίνεσης επί κάθε υποθαλάσσιας υποδομής, θα έχει αποκτήσει στην πράξη πολύ περισσότερη εξουσία από εκείνη που προκύπτει από την ίδια τη φύση της διαφοράς. Η Ελλάδα έχει επομένως ισχυρό στρατηγικό συμφέρον να επιμένει στη νομική διάκριση ανάμεσα στην οριοθέτηση, στα κυριαρχικά δικαιώματα επί των φυσικών πόρων και στην ελευθερία εγκατάστασης διεθνών καλωδίων.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να παρουσιάσει το GSI ως εργαλείο επιβολής θαλάσσιων συνόρων ούτε να του αποδώσει νομικές συνέπειες που δεν έχει. Αρκεί να υποστηρίξει κάτι σαφέστερο: ένα νόμιμο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό έργο πρέπει να μπορεί να κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας, χωρίς μονομερείς αξιώσεις τρίτου κράτους να αποκτούν αυτομάτως χαρακτήρα δικαιώματος αρνησικυρίας. Η ελληνική νομική θέση γίνεται ισχυρότερη όταν παραμένει ακριβής, μετρημένη και προσανατολισμένη στην εφαρμογή των κανόνων που η χώρα επικαλείται σταθερά.
Πρόσφατα σχόλια