Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του αγγίζει τον πυρήνα της ελληνικής αντίληψης για τη θαλάσσια γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου, επειδή επιχειρεί να δημιουργήσει οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης παρακάμπτοντας την παρουσία ελληνικών νησιών που βρίσκονται ανάμεσα στις δύο χώρες.

Η ΕΕ επανέλαβε ότι το μνημόνιο παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι άκυρο και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη. Η ευρωπαϊκή αυτή στάση έχει ουσιαστική πολιτική σημασία: το ζήτημα δεν παρουσιάζεται θεσμικά ως μια απλή διμερής διαφωνία Ελλάδας–Τουρκίας, αλλά ως πρόβλημα συμβατότητας μιας θαλάσσιας συμφωνίας με δικαιώματα κρατών-μελών και με το Δίκαιο της Θάλασσας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η γεωγραφία της Κρήτης. Η ελληνική επιχειρηματολογία ξεκινά από μια απλή αλλά νομικά θεμελιώδη διαπίστωση: τα νησιά αποτελούν ακτές. Διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο και δεν μπορούν να θεωρηθούν ανύπαρκτα προκειμένου να δημιουργηθεί τεχνητή γειτνίαση μεταξύ δύο άλλων κρατών. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Οκτώβριο του 2026, διατύπωσε ακριβώς αυτή τη θέση: τα νησιά δικαιούνται υφαλοκρηπίδα και αποκλειστική οικονομική ζώνη και καμία συμφωνία δύο κρατών δεν μπορεί να αφαιρέσει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτου κράτους.

Η ελληνική νομική επιχειρηματολογία είναι ισχυρότερη όταν διατυπώνεται με ακρίβεια. Το δικαίωμα των νησιών να διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες δεν σημαίνει ότι σε κάθε δικαστική οριοθέτηση κάθε νησί λαμβάνει μηχανικά το μέγιστο θεωρητικό αποτέλεσμα. Η διεθνής νομολογία εξετάζει τις σχετικές γεωγραφικές περιστάσεις κατά την τελική χάραξη της γραμμής. Αυτή η διαδικασία, όμως, προϋποθέτει ότι το νησί αναγνωρίζεται ως μέρος της γεωγραφίας και ότι τα δικαιώματά του λαμβάνονται υπόψη. Η ελληνική ένσταση προς το τουρκολιβυκό μνημόνιο βρίσκεται σε βαθύτερο επίπεδο: η συγκεκριμένη χάραξη επιχειρεί, κατά την Αθήνα και την ΕΕ, να παράγει θαλάσσια γειτνίαση Τουρκίας–Λιβύης κατά τρόπο που παρακάμπτει δικαιώματα τρίτων κρατών.

 Η νομική φύση του καλωδίου δεν πρέπει να συγχέεται με οριοθέτηση. Μια υποθαλάσσια γραμμή ηλεκτρικής μεταφοράς δεν καθορίζει ΑΟΖ, δεν αναγνωρίζει θαλάσσια σύνορα και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο διεθνούς συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης. Η στρατηγική του σημασία βρίσκεται αλλού: για να υλοποιηθεί πρέπει να υπάρξει πραγματική οικονομική δραστηριότητα μέσα στον χώρο στον οποίο το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρεί να αποδώσει διαφορετική γεωγραφική και δικαιοδοτική τάξη.

Έτσι, οι ανταγωνιστικές χαρτογραφήσεις παύουν να είναι αφηρημένες. Ένα ερευνητικό πλοίο πρέπει να κινηθεί σε πραγματικές συντεταγμένες. Μια διοικητική αρχή πρέπει να αδειοδοτήσει τις δραστηριότητες. Μια αγγελία προς ναυτιλλομένους πρέπει να εκδοθεί. Ένα καλώδιο πρέπει τελικά να ποντιστεί. Η υποδομή μεταφέρει τη σύγκρουση από τον διπλωματικό χάρτη στη φυσική χρήση του θαλάσσιου χώρου.

Η Ελλάδα διαθέτει απέναντι σε αυτή τη λογική ένα σημαντικό θεσμικό πλεονέκτημα: έχει ακολουθήσει την οδό πραγματικών συμφωνιών οριοθέτησης με κράτη των οποίων οι ακτές βρίσκονται απέναντι στις ελληνικές. Το 2020 ολοκλήρωσε συμφωνία ΑΟΖ με την Αίγυπτο και συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με την Ιταλία. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χρησιμοποιεί ακριβώς αυτά τα παραδείγματα για να υποστηρίξει ότι η χώρα επιδιώκει οριοθετήσεις μέσω διαπραγμάτευσης και βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Παράλληλα, Αθήνα και Τρίπολη έχουν επανεκκινήσει τεχνικές συνομιλίες για οριοθέτηση ΑΟΖ, με την Ελλάδα να επιμένει ότι η διαδικασία πρέπει να εδράζεται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Αυτή είναι στρατηγικά πολύ σημαντικότερη απάντηση από την παραγωγή ενός ανταγωνιστικού μονομερούς χάρτη. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να ενισχύει ένα μοντέλο στο οποίο οι πραγματικές θαλάσσιες διαφορές επιλύονται με συμφωνίες μεταξύ κρατών που διαθέτουν πραγματικές απέναντι ή παρακείμενες ακτές, με διαπραγμάτευση και εφαρμογή διεθνών κανόνων. Το μοντέλο αυτό αντιπαραβάλλεται ευθέως με την τουρκολιβυκή λογική, την οποία η Ελλάδα θεωρεί ότι αναδιατάσσει τη φυσική γεωγραφία προκειμένου να παραγάγει ένα επιθυμητό στρατηγικό αποτέλεσμα.

Η απόφαση της λιβυκής Βουλής το 2026 καθιστά το πρόβλημα πολιτικά δυσκολότερο, χωρίς να μεταβάλλει κατά την ελληνική και ευρωπαϊκή θέση το νομικό του καθεστώς. Η Τουρκία αποκτά ισχυρότερη πολιτική στήριξη μέσα στο λιβυκό σύστημα και συνεπώς η Αθήνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά ως ελληνοτουρκικό. Χρειάζεται συνεχή πολιτική παρουσία στη Λιβύη, ενίσχυση των διαύλων με όλες τις θεσμικές πλευρές της χώρας και συνέχιση της πραγματικής διαπραγμάτευσης για θαλάσσια οριοθέτηση. Η επανέναρξη τεχνικών συνομιλιών Ελλάδας–Λιβύης αποκτά ακριβώς γι’ αυτό στρατηγική αξία.

Το GSI εντάσσεται σε αυτή την πολιτική χωρίς να μετατρέπεται σε εργαλείο «χάραξης συνόρων». Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να του αποδώσει ιδιότητες που δεν έχει. Η αξία του βρίσκεται στο ότι καταδεικνύει πως η περιφερειακή οικονομική ζωή δεν μπορεί να ανασταλεί μέχρι να γίνουν αποδεκτές από όλους οι τουρκικές χαρτογραφήσεις. Μια ευρωπαϊκή υποδομή μπορεί να προχωρά σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τα υποβρύχια καλώδια και με σεβασμό στις πραγματικές νομικές αρμοδιότητες, ενώ οι διαφορές οριοθέτησης εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται στα αρμόδια διπλωματικά και νομικά πεδία.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία για την Κρήτη. Η ελληνική στρατηγική δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η ύπαρξη του νησιού λύνει αυτομάτως κάθε τεχνικό ζήτημα οριοθέτησης. Χρειάζεται να αποκρούσει την ιδέα ότι η Κρήτη μπορεί να παρακαμφθεί ως σχετική ακτή στην περιφερειακή θαλάσσια γεωγραφία. Οι συμφωνίες με την Αίγυπτο, οι ελληνικές θαλάσσιες δραστηριότητες, οι ευρωπαϊκές υποδομές και η διπλωματική παρουσία στη Λιβύη αποτελούν επιμέρους στοιχεία μιας συνεκτικής πολιτικής που διατηρεί την Κρήτη στο πραγματικό κέντρο της ανατολικομεσογειακής γεωγραφίας.

Στην πράξη, η αντιπαράθεση αφορά δύο διαφορετικές μεθόδους παραγωγής περιφερειακής τάξης. Η πρώτη βασίζεται σε μονομερείς ή διμερείς χαρτογραφήσεις που, σύμφωνα με την ελληνική και ευρωπαϊκή θέση, παραβλέπουν δικαιώματα τρίτων. Η δεύτερη στηρίζεται σε συμφωνημένες οριοθετήσεις, στο Δίκαιο της Θάλασσας, στην ένταξη υποδομών σε ευρωπαϊκά θεσμικά πλαίσια και στη σταδιακή οικοδόμηση πραγματικών δικτύων συνεργασίας. Για την Ελλάδα, το δεύτερο μοντέλο προσφέρει ταυτόχρονα νομική νομιμοποίηση και στρατηγικό βάθος.

Η βαθύτερη σημασία του Great Sea Interconnector βρίσκεται ακριβώς εδώ. Το έργο δεν ακυρώνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ούτε μπορεί να λύσει μια διεθνή διαφορά με την απλή παρουσία ενός καλωδίου στον βυθό. Συμβάλλει όμως στη δημιουργία μιας πραγματικής περιφερειακής γεωγραφίας στην οποία η Κρήτη και η Κύπρος αποτελούν ενεργά στοιχεία της ευρωπαϊκής οικονομικής και ενεργειακής αρχιτεκτονικής. Η ελληνική απάντηση στις τουρκολιβυκές αξιώσεις αποκτά έτσι μεγαλύτερο βάθος: συνδυάζει διεθνές δίκαιο, συμφωνίες οριοθέτησης, ευρωπαϊκή στήριξη, ενεργή διπλωματία και πραγματικές υποδομές.

Αυτή είναι και η ασφαλέστερη στρατηγική για την Αθήνα. Οι χάρτες αντιμετωπίζονται με δίκαιο και διπλωματία· οι αβάσιμες, κατά την ελληνική θέση, αξιώσεις δεν αφήνονται να παράγουν πρακτικό δικαίωμα αρνησικυρίας· οι πραγματικές διαφορές οδηγούνται σε συμφωνία ή διεθνή δικαιοδοτική επίλυση· και η οικονομική ζωή της Ανατολικής Μεσογείου συνεχίζει να αναπτύσσεται. Το GSI αποκτά έτσι σημασία ως μέρος μιας ελληνικής πολιτικής που επιδιώκει να μετατρέψει τη γεωγραφία και το διεθνές δίκαιο σε σταθερή περιφερειακή πραγματικότητα, χωρίς αναζήτηση έντασης και χωρίς αποδοχή της αναθεώρησης του θαλάσσιου χάρτη μέσω μονομερών τετελεσμένων.