Το διεθνές δίκαιο στην Ανατολική Μεσόγειο έχει μεταβληθεί από συνοδευτικό πλαίσιο κανόνων σε βασικό πυλώνα στρατηγικής ισχύος. Η συμφωνία Κύπρου–Λιβάνου αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση όπου η νομιμότητα προηγείται της ισχύος και όχι το αντίστροφο. Η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών ενσωματώνει θεμελιώδη αρχή του σύγχρονου διεθνούς συστήματος: η ισχύς δεν παράγεται μόνο από τις στρατιωτικές ή οικονομικές δυνατότητες ενός κράτους, αλλά από την ικανότητά του να εντάσσεται σε κανόνες, να δημιουργεί θεσμούς και να παράγει σταθερότητα.

Η θεσμική αυτή εξέλιξη λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε αναθεωρητικές στρατηγικές, επειδή μετατρέπει την παραβίαση της νομιμότητας σε υψηλού κόστους επιλογή. Το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ως στρατηγική ασπίδα: δημιουργεί ένα σύστημα στο οποίο η χρήση ισχύος καθίσταται λιγότερο αποτελεσματική και η θεσμική συμμόρφωση περισσότερο επωφελής. Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί έτσι υπόδειγμα περιοχής όπου η ασφάλεια δεν παράγεται μόνο από αποτρεπτική ισχύ, αλλά και από την ύπαρξη ενός καθεστώτος κανόνων που επιβάλουν προβλεψιμότητα.

Η συμφωνία Κύπρου–Λιβάνου ενσωματώνει αυτή τη νέα αρχιτεκτονική, η οποία περιορίζει τις δυνατότητες για μονομερείς πρακτικές και δημιουργεί προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμη ειρηνική συνύπαρξη. Η νομιμότητα γίνεται έτσι εργαλείο εξισορρόπησης, προσδίδοντας στην περιοχή ένα χαρακτηριστικό μοναδικό στο διεθνές σύστημα: τη μετατροπή του δικαίου σε μορφή στρατηγικής ισχύος. Αυτός ο μετασχηματισμός ανατρέπει τη λογική της αναθεώρησης όχι επειδή δημιουργεί αντιστάσεις, αλλά επειδή μεταβάλλει τους κανόνες του παιχνιδιού.