Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν διεξάγεται μόνο στο θαλάσσιο πεδίο, ούτε εξαντλείται στις κινήσεις πολεμικών πλοίων, εμπορικών σκαφών, drones και αεροπορικών μέσων. Διεξάγεται παράλληλα στο πεδίο της γλώσσας και της  επικοινωνίας. Η ονομασία της αμερικανικής επιχείρησης ως Project Freedom αποτελεί συνειδητή προσπάθεια πλαισίωσης της κρίσης ως ζητήματος ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, προστασίας εγκλωβισμένων πληρωμάτων και αποκατάστασης διεθνούς κανονικότητας. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εμφανίσει την επιχείρηση όχι ως πράξη επιβολής, αλλά ως αποστολή σταθεροποίησης, ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι το αμερικανικό ναυτικό θα βοηθήσει πλοία να κινηθούν μέσω των Στενών, προειδοποιώντας παράλληλα ότι τυχόν παρεμπόδιση θα αντιμετωπιστεί με ισχύ.

Η στρατηγική επικοινωνία σε τέτοιες κρίσεις έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι προηγείται συχνά της στρατιωτικής πράξης και διαμορφώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή θα κριθεί. Όταν μια επιχείρηση παρουσιάζεται ως ανθρωπιστική ή προστατευτική, το πολιτικό βάρος μετατοπίζεται από την εικόνα της σύγκρουσης στην εικόνα της ευθύνης. Η αμερικανική πλευρά δεν επιθυμεί να εμφανιστεί ως δύναμη που εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο στρατιωτικής αντιπαράθεσης, αλλά ως δύναμη που εγγυάται ότι εμπορικά πλοία και πληρώματα δεν θα παραμείνουν όμηροι μιας περιφερειακής κρίσης. Η διατύπωση αυτή έχει σαφή στόχο: να διευρύνει τη διεθνή ανοχή προς την επιχείρηση, να περιορίσει την κριτική περί μονομερούς στρατιωτικοποίησης και να θέσει την αντίπαλη πλευρά στη θέση εκείνου που εμποδίζει την κανονική λειτουργία μιας διεθνούς θαλάσσιας αρτηρίας.

Ωστόσο, η γλώσσα της νομιμοποίησης έχει όρια όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα του πεδίου. Οι ίδιες αναφορές που περιγράφουν το Project Freedom ως προσπάθεια καθοδήγησης εμπορικών πλοίων καταγράφουν επίσης ανταλλαγές πυρών, επιθέσεις σε εμπορικά σκάφη, στρατιωτική κινητοποίηση και συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για το εάν η εκεχειρία ΗΠΑ–Ιράν παραμένει ουσιαστικά λειτουργική.  Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική της συγκράτησης και στη δυναμική της στρατιωτικής αντιπαράθεσης είναι το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της επιχείρησης. Μια αποστολή μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως περιορισμένη, αλλά αν το πεδίο παράγει επεισόδια υψηλής έντασης, η διεθνής κοινή γνώμη και οι αγορές θα την αξιολογήσουν με βάση τις συνέπειες και όχι μόνο με βάση τις προθέσεις.

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, επιχειρεί να αντιστρέψει το αμερικανικό πλαίσιο. Αντί να αποδεχθεί την εικόνα μιας επιχείρησης απελευθέρωσης της ναυσιπλοΐας, παρουσιάζει την αμερικανική παρουσία ως εξωτερική επιβολή σε έναν χώρο όπου θεωρεί ότι έχει ζωτικό συμφέρον ασφαλείας. Η απαίτηση οι διελεύσεις να συντονίζονται με τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις δεν είναι μόνο επιχειρησιακή θέση· είναι επικοινωνιακό μήνυμα ισχύος. Δηλώνει ότι κανένα καθεστώς διέλευσης δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ιρανική συμμετοχή ή ανοχή. Με τον τρόπο αυτό, η Τεχεράνη προσπαθεί να μετατρέψει την αμερικανική «ελευθερία διέλευσης» σε εικόνα αμερικανικής πρόκλησης, ενώ η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει την ιρανική επιμονή στον συντονισμό σε εικόνα παρεμπόδισης διεθνούς εμπορίου.

Η επικοινωνιακή σύγκρουση επηρεάζει άμεσα και την επιχειρησιακή συμπεριφορά. Όταν ένας ηγέτης χρησιμοποιεί σκληρή δημόσια γλώσσα, αυξάνει την αποτρεπτική αξιοπιστία του μηνύματος, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει το περιθώριο ευέλικτης αποκλιμάκωσης. Όταν μια κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν θα ανεχθεί καμία παρεμπόδιση, δυσκολεύεται πολιτικά να απορροφήσει μικρές προκλήσεις χωρίς απάντηση. Αντίστοιχα, όταν μια άλλη πλευρά δηλώνει ότι ελέγχει ή επιτηρεί μια θαλάσσια ζώνη, δυσκολεύεται να επιτρέψει ανενόχλητη διέλευση χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί. Έτσι, η δημόσια γλώσσα δημιουργεί δεσμεύσεις. Σε κρίσεις υψηλής έντασης, οι δεσμεύσεις αυτές μπορεί να γίνουν εξίσου κρίσιμες με τις στρατιωτικές δυνατότητες.

Η πολιτική νομιμοποίηση της αμερικανικής επιχείρησης θα εξαρτηθεί από τρία στοιχεία. Πρώτον, από το εάν η επιχείρηση θα διατηρήσει σαφή προστατευτικό χαρακτήρα και δεν θα μετατραπεί σε ευρύτερη στρατιωτική εκστρατεία. Δεύτερον, από το εάν θα υπάρξει πραγματική αποκατάσταση της εμπορικής κίνησης, διότι χωρίς ορατό πρακτικό αποτέλεσμα η ρητορική περί ελευθερίας θα αποδυναμωθεί. Τρίτον, από το εάν οι εμπορικοί φορείς θα πεισθούν ότι η διέλευση είναι ασφαλής.

Σε τελική ανάλυση, το Project Freedom δεν θα κριθεί μόνο από το εάν θα περάσουν πλοία από τα Στενά. Θα κριθεί από το εάν η Ουάσιγκτον θα μπορέσει να διατηρήσει τη θεσμική υπεροχή της αφήγησής της: ότι ενεργεί για την αποκατάσταση ενός διεθνούς κοινού αγαθού και όχι για την επιβολή μονομερούς στρατιωτικού ελέγχου. Αν αυτή η αφήγηση παραμείνει πειστική, η επιχείρηση θα διαθέτει πολιτικό βάθος. Αν όμως η κρίση εκτραπεί σε σειρά επεισοδίων, πληγμάτων και ανταποδόσεων, τότε η γλώσσα της ελευθερίας θα υποχωρήσει μπροστά στην εικόνα μιας ακόμη ανοιχτής περιφερειακής αντιπαράθεσης.