Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν. Αφορά άμεσα τα κράτη του Κόλπου, τα οποία βρίσκονται στο πιο δύσκολο στρατηγικό σημείο: εξαρτώνται από την προστασία των θαλασσίων οδών, έχουν βαθιά οικονομική σύνδεση με την απρόσκοπτη εξαγωγή ενέργειας και εμπορευμάτων, φιλοξενούν κρίσιμες υποδομές και ταυτόχρονα είναι εκτεθειμένα σε πιθανές αντιδράσεις, επιθέσεις ή ασύμμετρες πιέσεις. Η αμερικανική επιχείρηση για την καθοδήγηση πλοίων μέσω των Στενών μπορεί να προσφέρει αίσθηση αποτροπής, αλλά για τις χώρες της περιοχής δημιουργεί και έναν σοβαρό κίνδυνο: να μετατραπούν οι ίδιες σε πεδίο έμμεσης αντιπαράθεσης.
Για τα κράτη του Κόλπου, η ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ είναι ζήτημα εθνικής βιωσιμότητας. Οι οικονομίες τους παραμένουν συνδεδεμένες με την ενεργειακή εξαγωγή, τη λιμενική λειτουργία, τις εμπορικές ροές, τις αερομεταφορές, τα χρηματοοικονομικά κέντρα και την εικόνα τους ως ασφαλών κόμβων διεθνούς επένδυσης. Μια παρατεταμένη κρίση μπορεί να πλήξει όχι μόνο τις εξαγωγές, αλλά και το ευρύτερο αναπτυξιακό αφήγημα της περιοχής.
Η σχέση των κρατών του Κόλπου με την αμερικανική ισχύ είναι ταυτόχρονα αναγκαία και περίπλοκη. Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο σημαντικότερος εξωτερικός εγγυητής ναυτικής ασφάλειας στην περιοχή. Από την άλλη, κάθε αμερικανική στρατιωτική πρωτοβουλία υψηλής έντασης δημιουργεί για τα τοπικά κράτη τον κίνδυνο εμπλοκής σε μια αντιπαράθεση που δεν ελέγχουν πλήρως. Η προστασία είναι απαραίτητη, αλλά μπορεί να προκαλέσει αντίποινα. Η αποτροπή είναι χρήσιμη, αλλά μπορεί να μετατρέψει βάσεις, λιμένες και ενεργειακές εγκαταστάσεις σε δυνητικούς στόχους. Αυτό το δίλημμα είναι θεμελιώδες για τις κυβερνήσεις της περιοχής.
Η κρίση αναδεικνύει και τον ρόλο του Ομάν ως ειδικής περίπτωσης. Η γεωγραφική του θέση στην έξοδο των Στενών και η παραδοσιακά πιο ισορροπημένη διπλωματική του στάση το καθιστούν κρίσιμο δρώντα. Η αναζήτηση ασφαλέστερων διαδρομών κοντά στην ομανική πλευρά δεν είναι απλή τεχνική λεπτομέρεια. Εμπλέκει την κυριαρχία, τη ναυτική ασφάλεια, τη διαμεσολάβηση και την ανάγκη αποφυγής μετατροπής των ομανικών υδάτων σε πεδίο ευρύτερης αντιπαράθεσης. Το Ομάν έχει συμφέρον να παραμείνει γέφυρα και όχι προκεχωρημένο φυλάκιο οποιασδήποτε πλευράς. Η διπλωματική αξία του έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του να λειτουργεί ως χώρος επικοινωνίας όταν άλλοι δίαυλοι είναι κλειστοί.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αντιθέτως, βρίσκονται σε διαφορετική θέση. Διαθέτουν μεγάλα λιμενικά, εμπορικά και χρηματοοικονομικά συμφέροντα, ενώ η ασφάλεια των υποδομών τους είναι κρίσιμη για την εικόνα τους ως διεθνούς κόμβου. Μια επίθεση ή ακόμη και η πιθανότητα επίθεσης μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την άμεση ασφάλεια, αλλά και την επενδυτική ψυχολογία. Η περιφερειακή ασφάλεια στον Κόλπο δεν είναι πλέον μόνο θέμα στρατιωτικής άμυνας. Είναι θέμα οικονομικής εμπιστοσύνης. Η αξιοπιστία ενός λιμένα, ενός αεροδρομίου, ενός εμπορικού κέντρου ή μιας ενεργειακής εγκατάστασης εξαρτάται από την αντίληψη ότι η περιοχή είναι διαχειρίσιμη και όχι μόνιμα εκτεθειμένη σε αιφνίδια κλιμάκωση.
Η Σαουδική Αραβία και οι υπόλοιπες μοναρχίες του Κόλπου παρακολουθούν την κρίση μέσα από το πρίσμα μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής διαφοροποίησης. Τα τελευταία χρόνια, οι χώρες της περιοχής επιδιώκουν να μειώσουν την απόλυτη εξάρτηση από την ενέργεια, να προσελκύσουν επενδύσεις, να αναπτύξουν τεχνολογικούς, τουριστικούς και χρηματοοικονομικούς τομείς. Όμως η κρίση στα Στενά υπενθυμίζει ότι καμία οικονομική διαφοροποίηση δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως χωρίς σκληρή ασφάλεια. Η μεταπετρελαϊκή στρατηγική χρειάζεται σταθερό περιβάλλον, ανοικτές θαλάσσιες οδούς και περιορισμό του γεωπολιτικού κινδύνου.
Η περιφερειακή απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Τα κράτη του Κόλπου χρειάζονται αμερικανική αποτροπή, αλλά και διπλωματικούς διαύλους με την Τεχεράνη. Χρειάζονται αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, αλλά και μηχανισμούς αποκλιμάκωσης. Χρειάζονται διεθνή στήριξη, αλλά και περιφερειακή αυτονομία κινήσεων. Η κρίση δείχνει ότι η παλιά λογική της πλήρους ανάθεσης ασφάλειας σε εξωτερικό προστάτη δεν επαρκεί. Οι τοπικές δυνάμεις πρέπει να αναπτύξουν δική τους ικανότητα συντονισμού, πρόληψης και διαχείρισης κινδύνου.
Η μόνιμη παρουσία δυνάμεων μπορεί να είναι αναγκαία σε περιόδους κρίσης, αλλά η μονιμοποίηση της έντασης θα υπονομεύσει την οικονομική στρατηγική τους. Η σταθερότητα του Κόλπου δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε πολεμικά πλοία και συστήματα αεράμυνας. Χρειάζεται ένα ευρύτερο καθεστώς περιφερειακής συνύπαρξης, έστω και περιορισμένης, πρακτικής και ψυχρής. Στη διεθνή πολιτική, η ειρήνη δεν είναι πάντοτε φιλία. Συχνά είναι η συνειδητή αποδοχή ότι η ανεξέλεγκτη σύγκρουση κοστίζει περισσότερο από τη δύσκολη συνεννόηση.
Η κρίση των Στενών του Ορμούζ, επομένως, λειτουργεί ως δοκιμασία ωριμότητας για την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Αν τα κράτη του Κόλπου περιοριστούν στον ρόλο του παθητικού αποδέκτη προστασίας, θα παραμείνουν εκτεθειμένα στις αποφάσεις άλλων. Αν, αντιθέτως, αξιοποιήσουν την κρίση για να ενισχύσουν δικούς τους μηχανισμούς συντονισμού, επικοινωνίας, ανθεκτικότητας και περιφερειακής διαχείρισης, θα αποκτήσουν μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας.
Πρόσφατα σχόλια