Η σημερινή κρίση του ελληνικού αγροτικού τομέα, η οποία εκδηλώνεται με ένταση μέσα από τις επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις των αγροτών δεν αποτελεί αποσπασματικό φαινόμενο ούτε συγκυριακή κοινωνική διαμαρτυρία. Αντιθέτως, είναι η συσσωρευμένη έκβαση μιας ιστορικής διαδρομής κατά την οποία η ελληνική γεωργία λειτούργησε υπό καθεστώς διαρκούς θεσμικής υστέρησης, ανεπαρκούς στρατηγικού σχεδιασμού, αποσπασματικών παρεμβάσεων και διαχρονικής ασυμμετρίας μεταξύ δημοσιονομικών πόρων και παραγωγικού αποτελέσματος. Οι κινητοποιήσεις δεν αποτυπώνουν μόνο την πίεση στο αγροτικό εισόδημα, αλλά κυρίως την κρίση εμπιστοσύνης σε ένα σημερινό μοντέλο αγροτικής πολιτικής που, παρά τις ριζικές μεταρρυθμίσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, εξακολουθεί να μην δημιουργεί επαρκή αναπτυξιακά κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογικό μετασχηματισμό και διαγενεακή ανανέωση του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Η οικονομική ιστορία της μεταπολιτευτικής αγροτικής πολιτικής δείχνει ότι η Ελλάδα ουδέποτε κατόρθωσε να διαμορφώσει ένα συνεκτικό εθνικό αφήγημα για την αγροτική παραγωγή, αλλά εξάρτησε σε υπερθετικό βαθμό τη δομή και τις προτεραιότητές της από τις εκάστοτε διαμορφούμενες κατευθύνσεις της ΚΑΠ. Η εξάρτηση δεν ήταν εγγενώς προβληματική· προβληματική ήταν η απουσία διαμόρφωσης μιας συμπληρωματικής εθνικής στρατηγικής, ικανής να αξιοποιήσει τους ευρωπαϊκούς πόρους προς κατευθύνσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οι επιδοτήσεις, αντί να λειτουργήσουν ως μοχλός παραγωγικής μεγέθυνσης, λειτούργησαν συχνά ως μέσω υποστήριξης εισοδήματος, μειώνοντας τα κίνητρα για καινοτομία, εξειδίκευση, εκμηχάνιση και ορθολογική διαχείριση πόρων. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή αποσάθρωση της παραγωγικής δομής, η συρρίκνωση της γεωργικής γης, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και η διατήρηση μικρών, συχνά μη βιώσιμων εκμεταλλεύσεων.
Οι σημερινές κινητοποιήσεις εγγράφονται στο πλαίσιο αυτής της μακροχρόνιας συστημικής ασυμμετρίας. Το αυξημένο κόστος παραγωγής, η μεταβλητότητα στις διεθνείς τιμές ενέργειας και πρώτων υλών και οι απαιτήσεις της νέας ΚΑΠ για πράσινη συμμόρφωση δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο η ελληνική γεωργία, με περιορισμένη τεχνολογική υποδομή και χαμηλό βαθμό ψηφιοποίησης, δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί τόσο εντός της ΕΕ όσο και διεθνώς. Η πίεση αυτή εντείνεται από τη διαχρονική δυσκαμψία των αγορών αγροτικών προϊόντων στην Ελλάδα, στις οποίες η ασύμμετρη διαπραγματευτική ισχύς των ενδιάμεσων κρίκων της αλυσίδας τροφίμων τείνει να συμπιέζει τις τιμές παραγωγού. Το κενό αυτό μεταξύ χωραφιού και ραφιού δεν αποτελεί απλώς μικροοικονομική παθογένεια, αλλά θεσμική αδυναμία που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα ολόκληρου του συστήματος αγροδιατροφής.
Σε μακροπολιτικό επίπεδο, η αναθεώρηση της ΚΑΠ για την περίοδο 2023–2027, με την ενίσχυση των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων και την προώθηση της κλιματικής ουδετερότητας, επαναφέρει με έμφαση την ανάγκη επενδύσεων σε ψηφιακά εργαλεία ακριβείας, συστήματα εξοικονόμησης νερού, αναδιάρθρωση καλλιεργειών και ομαδοποίηση παραγωγών. Η Ελλάδα, ωστόσο, βρίσκεται σε μια μεταβατική χρονική στιγμή, όπου οι νέες απαιτήσεις δεν συναντούν ακόμη τη θεσμική και τεχνολογική ετοιμότητα του πρωτογενούς τομέα. Τούτο εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την ένταση των αντιδράσεων, καθώς η προσαρμογή σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο συνεπάγεται βραχυπρόθεσμο κόστος, ενώ τα οφέλη είναι μακροχρόνια.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η σημερινή συγκυρία θα αποτελέσει αφετηρία μετασχηματισμού. Η απάντηση εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο η ελληνική αγροτική πολιτική θα ευθυγραμμιστεί με μια τεχνοκρατική προσέγγιση που θα συνδυάζει: ισχυρό πλαίσιο κινήτρων για επενδύσεις, μείωση γραφειοκρατίας, λειτουργούσες αγορές, ενεργή πολιτική γεωργικής εκπαίδευσης και ενίσχυση συνεργασιών.
.
Πρόσφατα σχόλια