Παρά τις διαχρονικά ανταγωνιστικές σχέσεις του Ιράν με την Τουρκία και τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, καθώς και παρά το γεγονός ότι η σταδιακή αποδυνάμωση της ιρανικής ισχύος έχει κατά περιόδους εξυπηρετήσει άμεσα ή έμμεσα τα συμφέροντα των κρατών αυτών, καμία από τις εν λόγω περιφερειακές ηγεσίες δεν επιθυμεί την κατάρρευση του θεοκρατικού καθεστώτος στην Τεχεράνη. Η στάση αυτή δεν συνιστά παράδοξο· αντιθέτως, αντανακλά μια βαθιά ρεαλιστική ανάγνωση της περιφερειακής ασφάλειας, της κρατικής σταθερότητας και της διαχείρισης κινδύνου σε ένα εξαιρετικά εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ο κοινός παρονομαστής που διαπερνά τις ανησυχίες τόσο της Τουρκίας όσο και των μοναρχιών του Κόλπου είναι ο φόβος της αποσταθεροποίησης. Η πιθανότητα μιας άτακτης μετάβασης ή, ακόμη χειρότερα, μιας βίαιης κρατικής κατάρρευσης στο Ιράν, εκλαμβάνεται ως εξέλιξη υψηλού ρίσκου με δυνητικά ανεξέλεγκτες περιφερειακές επιπτώσεις. Σε αντίθεση με το υφιστάμενο καθεστώς, το οποίο – παρά την επιθετική του ρητορική και τις αναθεωρητικές του πρακτικές – παραμένει σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμο, ένα μεταθεοκρατικό Ιράν θα εισήγαγε μια περίοδο στρατηγικής αβεβαιότητας, όπου οι ισορροπίες ισχύος, οι συμμαχίες και οι εσωτερικές δυναμικές θα επανακαθορίζονταν με απρόβλεπτο τρόπο.

Για την Τουρκία ειδικότερα, ένα σενάριο κρατικής κατάρρευσης στο Ιράν συνιστά σχεδόν εφιαλτική προοπτική. Η Άγκυρα, ήδη επιβαρυμένη από την προσφυγική κρίση που προέκυψε από τον πόλεμο στη Συρία, θα βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα νέο, ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερο κύμα προσφύγων. Το μήκος των τουρκοϊρανικών συνόρων, η γεωγραφική εγγύτητα και η σχετική διαπερατότητα των συνοριακών περιοχών καθιστούν την Τουρκία τον πιο πιθανό πρώτο αποδέκτη μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών σε περίπτωση γενικευμένου χάους στο Ιράν. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβάρυνε περαιτέρω το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σύστημα της χώρας, σε μια περίοδο κατά την οποία η τουρκική ηγεσία αντιμετωπίζει ήδη έντονες εσωτερικές πιέσεις.

Πέραν του προσφυγικού, η τουρκική ανησυχία εστιάζει με ιδιαίτερη ένταση στο κουρδικό ζήτημα. Η πιθανότητα αποσταθεροποίησης στο βορειοδυτικό Ιράν θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για την ενεργοποίηση κουρδικών ένοπλων ομάδων, ορισμένες εκ των οποίων διατηρούν ιστορικούς, ιδεολογικούς και επιχειρησιακούς δεσμούς με το PKK. Για την Άγκυρα, το ενδεχόμενο σύγκλισης ή συντονισμού κουρδικών κινημάτων σε Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν αποτελεί στρατηγικό εφιάλτη, καθώς θα ενίσχυε το σενάριο μιας de facto ενιαίας κουρδικής γεωπολιτικής οντότητας. Η διατήρηση ενός ισχυρού – έστω και αποδυναμωμένου – ιρανικού κράτους λειτουργεί, υπό αυτό το πρίσμα, ως φραγμός στη γεωπολιτική ολοκλήρωση του κουρδικού παράγοντα.

Επιπροσθέτως, η τουρκική στρατηγική ελίτ αντιμετωπίζει με καχυποψία το ενδεχόμενο μιας ενισχυμένης ισραηλινής παρουσίας σε ένα μεταθεοκρατικό Ιράν. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει το στρατηγικό βάθος του Ισραήλ, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και ενισχύοντας την ήδη υφιστάμενη αίσθηση «περικύκλωσης» που διατρέχει την τουρκική στρατηγική κουλτούρα. Παράλληλα, η κατάρρευση του ιρανικού κράτους θα έθετε εν αμφιβόλω φιλόδοξα σχέδια χερσαίας διασύνδεσης που συνδέουν την Τουρκία με την Κεντρική και Νότια Ασία, συμπεριλαμβανομένων των αξόνων προς το Πακιστάν και την Κίνα, στους οποίους η Άγκυρα έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό και στρατηγικό κεφάλαιο.

Αντίστοιχα σύνθετες, αν και διαφορετικής φύσεως, είναι οι ανησυχίες της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ. Για τις μοναρχίες του Κόλπου, το Ιράν αποτελεί μεν βασικό ανταγωνιστή, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως σταθερός πόλος σε μια εξαιρετικά ρευστή περιφερειακή εξίσωση. Η πιθανότητα κατάρρευσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας εγείρει σοβαρούς φόβους για διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, ιδίως στον Περσικό/Αραβικό Κόλπο, μια περιοχή ζωτικής σημασίας για τη διεθνή οικονομία. Η αστάθεια στις θαλάσσιες οδούς, η αβεβαιότητα ως προς τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών και η πιθανότητα στρατιωτικών επεισοδίων θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές επιπτώσεις στις τιμές και στη ροή υδρογονανθράκων.

Πέραν των οικονομικών παραμέτρων, οι χώρες αυτές ανησυχούν για τη διάχυση της αστάθειας στις ίδιες τους τις κοινωνίες. Η αποσταθεροποίηση ενός μεγάλου, πολυεθνοτικού και πολυθρησκευτικού κράτους όπως το Ιράν θα μπορούσε να αναζωπυρώσει φυγόκεντρες τάσεις, να ενισχύσει ριζοσπαστικά δίκτυα και να δημιουργήσει νέα πεδία ιδεολογικής και πολιτικής αμφισβήτησης σε ολόκληρη την περιοχή. Επιπλέον, η προοπτική μιας μακροπρόθεσμης ισραηλινής παρουσίας στον Κόλπο, ως αποτέλεσμα της αναδιάταξης ισχύος μετά από μια ενδεχόμενη πτώση του ιρανικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα, καθώς θα αναδιαμόρφωνε τις λεπτές ισορροπίες ασφάλειας που έχουν διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Σαουδική Αραβία, ειδικότερα, έχει πρόσθετους λόγους ανησυχίας. Η υφιστάμενη σχέση του Ιράν με τους Χούθι της Υεμένης, όσο προβληματική και αν είναι για το Ριάντ, λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός ελέγχου και περιορισμού. Σε ένα περιβάλλον όπου το ιρανικό κράτος θα έχανε τη συνοχή και την ικανότητα επιρροής του, οι Χούθι θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία δράσης, αναδεικνυόμενοι εκ νέου σε άμεση και απρόβλεπτη απειλή για τη σαουδαραβική ασφάλεια.

Για το Κατάρ, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η Ντόχα έχει οικοδομήσει μια ιδιότυπη, λειτουργική σχέση με την Τεχεράνη, η οποία της επιτρέπει να μεγιστοποιεί τα οφέλη της από το κοινό κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars/North Dome. Η ύπαρξη ενός σταθερού ιρανικού κράτους αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση αυτής της οικονομικής και στρατηγικής ισορροπίας, από την οποία το Κατάρ αποκομίζει δυσανάλογα μεγαλύτερα οφέλη σε σύγκριση με το Ιράν. Παράλληλα, η ύπαρξη ενός «κράτους-παρία» στην περιοχή ενισχύει τη στρατηγική αξία του Κατάρ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο ως κόμβου στρατιωτικής παρουσίας όσο και ως διαμεσολαβητή σε περιφερειακές κρίσεις. Η απουσία αυτού του παράγοντα θα μπορούσε να μειώσει τη γεωπολιτική χρησιμότητα της Ντόχα στα μάτια της Ουάσινγκτον.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η στάση του Ομάν, το οποίο παραδοσιακά διατηρεί φιλικές και σταθερές σχέσεις με το Ιράν και έχει επανειλημμένα λειτουργήσει ως δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ της Τεχεράνης και της Δύσης. Για το Μουσκάτ, η διατήρηση της ιρανικής κρατικής συνοχής αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση του ρόλου του ως ουδέτερου διαμεσολαβητή και πυλώνα περιφερειακής σταθερότητας.

Ο μεγαλύτερος φόβος όλων των περιφερειακών δρώντων, ωστόσο, αφορά τη διάχυση της κρίσης πέραν των ιρανικών συνόρων. Η αποσταθεροποίηση του Ιράν θα μπορούσε να πυροδοτήσει αποσχιστικές συγκρούσεις ή να επιδεινώσει την κατάσταση σε ήδη εύθραυστα κράτη όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση και στον χώρο του Νότιου Καυκάσου. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε σοβαρές συνέπειες για την περιφερειακή ασφάλεια, δημιουργώντας ένα συνεχές τόξο αστάθειας που κανένας από τους βασικούς δρώντες δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί αποτελεσματικά.

Υπό αυτό το πρίσμα, η προτίμηση της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των λοιπών κρατών της περιοχής για τη διατήρηση ενός αποδυναμωμένου αλλά λειτουργικού ιρανικού καθεστώτος δεν συνιστά ιδεολογική επιλογή, αλλά ψυχρό στρατηγικό υπολογισμό. Η Ισλαμική Δημοκρατία μπορεί να αποτελεί ανταγωνιστή ή ακόμη και απειλή σε ορισμένα πεδία, αλλά είναι ένας γνωστός, προβλέψιμος και διαχειρίσιμος δρων. Αντιθέτως, το χάος, η αναρχία και η αβεβαιότητα που θα συνόδευαν μια άτακτη κατάρρευση θα δημιουργούσαν ένα περιβάλλον δυνητικά πιο επικίνδυνο από το σημερινό status quo.