Η αποτίμηση του πρώτου έτους της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ συνιστά αναλυτική πρόκληση όχι λόγω της απλής συσσώρευσης πολιτικών γεγονότων, αλλά λόγω της ποιοτικής μεταβολής που αυτά υποδηλώνουν στο ίδιο το υπόδειγμα διακυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η παρούσα ανάλυση προσεγγίζει τη συγκεκριμένη περίοδο όχι ως μια συγκυριακή πολιτική εκτροπή ή ως ιδιοσυγκρασιακό προϊόν ηγεσίας, αλλά ως ένδειξη βαθύτερης δομικής αναδιάρθρωσης της σχέσης μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας, θεσμών και κοινωνίας. Πρόκειται για μια διαδικασία που επηρεάζει άμεσα τόσο την εσωτερική πολιτική ισορροπία όσο και τη διεθνή συμπεριφορά των ΗΠΑ.
Κατ’αρχάς, η εσωτερική αυταρχικοποίηση και ο εξωτερικός αναθεωρητισμός δεν αποτελούν διακριτές ή παράλληλες εξελίξεις, αλλά αλληλένδετες όψεις ενός ενιαίου στρατηγικού προσανατολισμού. Η αποδυνάμωση των θεσμικών αναχωμάτων στο εσωτερικό δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια εξωτερική πολιτική μειωμένων δεσμεύσεων, αυξημένης αυθαιρεσίας και περιορισμένης προβλεψιμότητας. Αντιστρόφως, η εξωτερική σύγκρουση και η γεωπολιτική αβεβαιότητα λειτουργούν ως μηχανισμοί νομιμοποίησης της εσωτερικής συγκέντρωσης εξουσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «εργαλειοποίησης του φόβου» αποκτά αναλυτική βαρύτητα. Ο φόβος δεν λειτουργεί απλώς ως συναισθηματικό αποτέλεσμα κρίσεων ή απειλών, αλλά ως ενεργό εργαλείο διακυβέρνησης. Μέσω της συστηματικής ανάδειξης εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων, η εκτελεστική εξουσία αναδιαμορφώνει τις κοινωνικές προσδοκίες και περιορίζει τον ορίζοντα του πολιτικά εφικτού. Η αποδοχή έκτακτων μέτρων, η ανοχή στη θεσμική παρέκκλιση και η εσωτερίκευση της αυτολογοκρισίας συνιστούν άμεσες συνέπειες αυτής της στρατηγικής.
Ο καταιγισμός εκτελεστικών πράξεων δεν μπορούν να ιδωθούν απλώς ως δείκτες έντονης κυβερνητικής δραστηριότητας. Συνιστούν ενδείξεις θεσμικής συμπίεσης, δηλαδή συστηματικής μεταφοράς πολιτικής πρωτοβουλίας από το νομοθετικό και δικαστικό πεδίο προς την εκτελεστική εξουσία. Η διαδικασία αυτή υπονομεύει την αρχή των ελέγχων και ισορροπιών, όχι μέσω ανοιχτής κατάργησής τους, αλλά μέσω της σταδιακής αδρανοποίησής τους.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η απονομή χάριτος σε πρόσωπα καταδικασμένα για τη συμμετοχή τους στα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021. Η πράξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική επιλογή συμβολικού χαρακτήρα, αλλά συνιστά θεσμική επανανοηματοδότηση της έννοιας της πολιτικής βίας. Η επιλεκτική ατιμωρησία δημιουργεί ένα προηγούμενο που αποδυναμώνει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα του κράτους δικαίου και ενισχύει την αντίληψη ότι η πολιτική νομιμότητα καθορίζεται από τη σχέση με την εκτελεστική εξουσία.
Παράλληλα, η αφαίρεση κρατικής προστασίας από πρώην ανώτατους κρατικούς αξιωματούχους εισάγει μια κρίσιμη μεταβολή στη φύση της θεσμικής ασφάλειας. Η ασφάλεια παύει να αποτελεί καθολική θεσμική εγγύηση και μετατρέπεται σε ανακλητό προνόμιο. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει ένα καθεστώς πολιτικής πειθαρχίας, στο οποίο η διαφωνία συνεπάγεται προσωπικό κόστος και αυξημένο ρίσκο.
Η μεταναστευτική πολιτική λειτουργεί ως προνομιακό πεδίο εφαρμογής της λογικής της εξαίρεσης. Η στρατιωτικοποίηση της επιβολής, η ενίσχυση των επιχειρήσεων του ICE και η ανοχή σε πρακτικές που κινούνται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας συγκροτούν ένα καθεστώς διακυβέρνησης μέσω παραδειγματισμού. Οι εικόνες μαζικών συλλήψεων και βίαιης καταστολής δεν αποτελούν παρεπόμενα, αλλά κεντρικά στοιχεία επικοινωνιακής και πολιτικής στρατηγικής.
Η χρήση της εθνοφρουράς για την καταστολή διαδηλώσεων και η αντιμετώπιση της κοινωνικής διαμαρτυρίας ως απειλής εσωτερικής ασφάλειας εντάσσονται στην ίδια λογική. Η διάκριση μεταξύ δημόσιας τάξης και πολιτικής διαφωνίας καθίσταται ασαφής, ενισχύοντας μια αντίληψη εσωτερικού εχθρού που νομιμοποιεί την αυξημένη καταστολή.
Η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης και η αποδυνάμωση ανεξάρτητων θεσμών αποτελούν δομικά στοιχεία της αυταρχικής μετατόπισης. Η αποψίλωση της διοικητικής μνήμης και η αντικατάσταση έμπειρων στελεχών από πολιτικά ευθυγραμμισμένα πρόσωπα μειώνει την ικανότητα του κράτους να λειτουργεί ως ουδέτερος μηχανισμός εφαρμογής πολιτικής. Το κράτος μετασχηματίζεται από θεσμικό αντίβαρο σε εργαλείο εκτελεστικής βούλησης.
Η σύγκρουση με τα πανεπιστήμια και τα μέσα ενημέρωσης ενισχύει περαιτέρω αυτή τη δυναμική. Η οικονομική πίεση, η επιλεκτική χρηματοδότηση και η ρητορική απονομιμοποίησης της κριτικής γνώσης περιορίζουν τον δημόσιο χώρο διαλόγου. Η αυτολογοκρισία αναδεικνύεται ως βασικός μηχανισμός προσαρμογής, ιδιαίτερα σε θεσμούς που εξαρτώνται από κρατικούς πόρους.
Η εσωτερική αυτή αυταρχική αναδιάρθρωση αντανακλάται άμεσα στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η σταδιακή εγκατάλειψη της πολυμέρειας και η υιοθέτηση μιας συναλλακτικής αντίληψης των συμμαχιών παραπέμπουν σε έναν αναθεωρημένο ρεαλισμό ισχύος. Οι συμμαχίες δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως θεσμικές δεσμεύσεις μακράς πνοής, αλλά ως εργαλεία άμεσης διαπραγμάτευσης.
Η αμφισβήτηση της χρησιμότητας του ΝΑΤΟ, η επιβολή δασμών σε παραδοσιακούς συμμάχους και οι αναφορές σε εδαφικές αναδιατάξεις, όπως στην περίπτωση της Γροιλανδίας, συγκροτούν ένα πλαίσιο γεωπολιτικού αναθεωρητισμού. Οι πρακτικές αυτές υπονομεύουν τη διεθνή εμπιστοσύνη και ενισχύουν την αίσθηση αμερικανικής απροβλεψιμότητας.
Η στάση απέναντι στη Ρωσία χαρακτηρίζεται από στρατηγική αμφισημία, ενώ η αντιπαράθεση με την Κίνα αναδεικνύει τα όρια της μονομερούς πίεσης. Παρά τις εμπορικές και τεχνολογικές κυρώσεις, το Πεκίνο κατορθώνει να ενισχύσει τη θέση του στο διεθνές σύστημα, αξιοποιώντας την κόπωση κρατών που πλήττονται από την αμερικανική πολιτική. Η εξέλιξη αυτή επιταχύνει τη μετάβαση προς μια πολυκεντρική, μεταδυτική διεθνή τάξη.
Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται αφορά όχι μόνο την ανθεκτικότητα των αμερικανικών θεσμών, αλλά και την ικανότητα του διεθνούς συστήματος να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα όπου η αστάθεια τείνει να παγιωθεί ως νέα κανονικότητα.
Πρόσφατα σχόλια