Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του  Ντόναλντ Τραμπ, μετά τη συνάντησή του με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, , αναδεικνύει τη μετάβαση των Ηνωμένων Πολιτειών από μια ρητορική αμφισβήτησης σε μια στρατηγική θεσμικής επαναχάραξης του ελέγχου κρίσιμων γεωγραφικών χώρων. Η αναφορά σε ένα «πλαίσιο μελλοντικής συμφωνίας» που αφορά τόσο την ανάπτυξη της αντιπυραυλικής ασπίδας «Golden Dome» όσο και την εξόρυξη στρατηγικών ορυκτών στη Γροιλανδία, υποδηλώνει ότι η Ουάσινγκτον αντιλαμβάνεται πλέον την περιοχή όχι απλώς ως προκεχωρημένο αμυντικό φυλάκιο, αλλά ως δομικό στοιχείο μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

Η Γροιλανδία, αν και τυπικά αποτελεί ημιαυτόνομο έδαφος εντός του Βασιλείου της Δανίας, έχει καταστεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο εντεινόμενου στρατηγικού ανταγωνισμού, καθώς συνδυάζει τρία κρίσιμα χαρακτηριστικά: γεωγραφική εγγύτητα με τον Βόρειο Ατλαντικό και τον Αρκτικό Ωκεανό, πλούτο σε σπάνιες γαίες και ορυκτά απαραίτητα για την τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, και κομβική θέση για συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και αντιπυραυλικής άμυνας. Η αμερικανική προσέγγιση, όπως αποτυπώνεται στις δηλώσεις Τραμπ, αποφεύγει πλέον τη ρητή αναφορά σε προσάρτηση, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει την ουσία του ζητήματος που είναι ο λειτουργικός και στρατηγικός έλεγχος.

Η επισήμανση του Αμερικανού Προέδρου ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας είναι «λίγο περίπλοκο» και ότι οι εξηγήσεις θα δοθούν «στην πορεία» δεν αποτελεί ένδειξη ασάφειας, αλλά αντίθετα μια συνειδητή στρατηγική ασάφειας, η οποία επιτρέπει την πολιτική διαχείριση αντιδράσεων εντός του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ανοικτό το πεδίο για μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις «επ’ αόριστον». Η φράση «είναι για πάντα» αποκτά εδώ ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς υποδηλώνει όχι μια συμβατική διμερή συμφωνία περιορισμένης χρονικής ισχύος, αλλά μια μόνιμη στρατηγική εγκατάσταση αμερικανικών συμφερόντων στον αρκτικό χώρο.

Το προσχέδιο συμφωνίας παραπέμπει στο μοντέλο της συμφωνίας Ηνωμένου Βασιλείου – Κύπρου, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα δημιουργικής νομικοπολιτικής μηχανικής. Στο εν λόγω μοντέλο, η κυριαρχία δεν αναιρείται τυπικά, αλλά αναδιανέμεται λειτουργικά μέσω της δημιουργίας κυρίαρχων στρατιωτικών περιοχών βάσεων, οι οποίες στην πράξη εξαιρούνται από τον ουσιαστικό έλεγχο του κράτους υποδοχής. Η εφαρμογή ενός αντίστοιχου πλαισίου στη Γροιλανδία θα επέτρεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες να ελέγχουν κρίσιμες περιοχές ως de facto αμερικανικό έδαφος, χωρίς να προκαλέσουν το πολιτικό και νομικό σοκ μιας επίσημης προσάρτησης.

Η σημασία αυτού του μοντέλου έγκειται στο ότι προσφέρει στη Δανία και στους Ευρωπαίους συμμάχους μια διέξοδο αποκλιμάκωσης, καθώς καθησυχάζει τους φόβους περί απώλειας κυριαρχίας, ενώ παράλληλα ικανοποιεί τις στρατηγικές απαιτήσεις της Ουάσινγκτον. Πρόκειται για μια λύση που μετατρέπει το ζήτημα από πρόβλημα διεθνούς δικαίου σε ζήτημα λειτουργικής ασφάλειας, εστιάζοντας όχι στο ποιος κατέχει τυπικά το έδαφος, αλλά στο ποιος το ελέγχει επιχειρησιακά.

Στο πλαίσιο αυτό, η δυνατότητα των ΗΠΑ να αναπτύσσουν και να λειτουργούν στρατιωτικές υποδομές, να διεξάγουν επιχειρήσεις πληροφοριών και να διατηρούν απεριόριστη ελευθερία κίνησης σε αέρα, ξηρά και θάλασσα μεταξύ καθορισμένων αμυντικών περιοχών, συνιστά ουσιαστική μετατόπιση της ισορροπίας ισχύος στην Αρκτική. Η περιοχή μετατρέπεται από περιφερειακό γεωγραφικό χώρο σε κεντρικό κόμβο της παγκόσμιας αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Ρωσίας – Κίνας, με το ΝΑΤΟ να λειτουργεί ως θεσμικός πολλαπλασιαστής νομιμοποίησης της αμερικανικής παρουσίας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η αναφορά στην εξόρυξη ορυκτών χωρίς την ανάγκη αδειοδοτήσεων, καθώς συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική αυτάρκεια των Ηνωμένων Πολιτειών σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Οι σπάνιες γαίες και τα στρατηγικά μέταλλα αποτελούν βασικό πεδίο ανταγωνισμού με την Κίνα, και η Γροιλανδία προσφέρει τη δυνατότητα διαφοροποίησης των εφοδιαστικών αλυσίδων, μειώνοντας τη γεωοικονομική εξάρτηση της Δύσης από το Πεκίνο.

Η σύνδεση της Γροιλανδίας με το αμυντικό σύστημα «Golden Dome» αποκαλύπτει μια ευρύτερη αναθεώρηση της αμερικανικής στρατηγικής αντιπυραυλικής άμυνας. Η Αρκτική, λόγω της γεωμετρίας των βαλλιστικών τροχιών, αποτελεί κρίσιμο χώρο έγκαιρης ανίχνευσης και αναχαίτισης, καθιστώντας τη Γροιλανδία αναντικατάστατο στοιχείο μιας μελλοντικής ολοκληρωμένης ασπίδας. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς τεχνική, αλλά βαθύτατα πολιτική, καθώς επανατοποθετεί τις ΗΠΑ ως τον κεντρικό πάροχο ασφάλειας για ολόκληρη τη Συμμαχία.

Οι δηλώσεις Τραμπ περί «εξαιρετικής συμφωνίας» και περί μη επιβολής νέων δασμών στις ευρωπαϊκές χώρες που είχαν αντιταχθεί στις φιλοδοξίες του, καταδεικνύουν την αλληλεξάρτηση οικονομικής και αμυντικής πολιτικής. Η Γροιλανδία λειτουργεί εδώ ως διαπραγματευτικό κεφάλαιο, μέσω του οποίου η Ουάσινγκτον επιδιώκει να ανασυντάξει τη συνοχή του ΝΑΤΟ, αποκαθιστώντας ρήγματα που είχαν προκληθεί από τις προηγούμενες απειλές περί χρήσης βίας.

Η υπαναχώρηση από τη ρητορική στρατιωτικής επιβολής και η έμφαση στις άμεσες διαπραγματεύσεις συνιστούν τακτική αναδίπλωση και όχι στρατηγική υποχώρηση. Αντίθετα, υποδηλώνουν ωρίμανση της αμερικανικής προσέγγισης, η οποία αναγνωρίζει ότι η θεσμική ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών συμμάχων είναι προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα οποιασδήποτε μακροπρόθεσμης ρύθμισης στην Αρκτική.

Οι τοποθετήσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, οι οποίες επικεντρώνονται στην ασφάλεια της Αρκτικής και στην αυξανόμενη δραστηριότητα Κίνας και Ρωσίας, επιβεβαιώνουν ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας έχει πλέον μετατοπιστεί από το επίπεδο της διμερούς διαφοράς στο επίπεδο της συλλογικής ασφάλειας. Η αποφυγή σαφούς απάντησης στο ερώτημα της παραμονής της Γροιλανδίας στο Βασίλειο της Δανίας δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά συνειδητή επιλογή αποπολιτικοποίησης του ζητήματος της κυριαρχίας, προκειμένου να δοθεί έμφαση στη λειτουργική ασφάλεια.

Συνολικά, το υπό διαμόρφωση πλαίσιο συμφωνίας για τη Γροιλανδία αποτυπώνει μια ευρύτερη μετατόπιση της διεθνούς τάξης προς υβριδικά σχήματα κυριαρχίας, όπου η τυπική ιδιοκτησία υποχωρεί έναντι της επιχειρησιακής και στρατηγικής χρήσης. Η περίπτωση της Γροιλανδίας ενδέχεται να αποτελέσει πρότυπο για μελλοντικές ρυθμίσεις σε άλλες γεωστρατηγικά κρίσιμες περιοχές, επιβεβαιώνοντας ότι στον σύγχρονο κόσμο η ισχύς ασκείται λιγότερο μέσω άμεσης προσάρτησης και περισσότερο μέσω θεσμικά νομιμοποιημένου ελέγχου.