Η σύγχρονη διεθνής τάξη διέρχεται μια περίοδο βαθιάς δομικής μετάβασης, η οποία επηρεάζει άμεσα τη χάραξη πολιτικής τόσο σε επίπεδο μεγάλων δυνάμεων όσο και σε επίπεδο μεσαίων και μικρών κρατών. Η σταδιακή αποδόμηση του μεταπολεμικού πλαισίου κανόνων δεν συντελείται μέσα από μία μετωπική κατάρρευση, αλλά μέσω συστηματικών αποκλίσεων, επιλεκτικών ερμηνειών και πολιτικών πρακτικών που αποδυναμώνουν τη συνοχή του διεθνούς δικαίου. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για policy-oriented ανάλυση καθίσταται επιτακτική, καθώς οι αποφάσεις δεν μπορούν πλέον να βασίζονται αποκλειστικά σε θεωρητικά αξιώματα, αλλά απαιτούν προσαρμοστική στρατηγική και θεσμική ευελιξία.
Η μετάβαση του διεθνούς συστήματος από μια σχετικά σταθερή, κανόνα-κεντρική τάξη σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και ανταγωνισμού συνιστά το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουν να επαναπροσδιοριστούν οι πολιτικές επιλογές τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των κρατών-μελών της. Η αποδόμηση της διεθνούς νομιμότητας δεν είναι αποτέλεσμα μίας μεμονωμένης κρίσης, αλλά συσσωρευτικό φαινόμενο που παράγεται από την αλληλεπίδραση μεγάλων στρατηγικών μετατοπίσεων: την επανεμφάνιση της ωμής ισχύος, την κρίση των θεσμών συλλογικής ασφάλειας και τη συστηματική εργαλειοποίηση του διεθνούς δικαίου.
Στο ευρωατλαντικό πλαίσιο, η κρίση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ίδια η Δύση υπήρξε ο βασικός αρχιτέκτονας της μεταπολεμικής τάξης. Η σταδιακή απόκλιση στρατηγικών προτεραιοτήτων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαφορετική αντίληψη περί απειλών και η ασύμμετρη κατανομή βαρών στο ΝΑΤΟ υπονομεύουν τη συνοχή του συστήματος συλλογικής ασφάλειας. Οι ΗΠΑ τείνουν να προσεγγίζουν το διεθνές σύστημα με όρους άμεσου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, ενώ η ΕΕ εξακολουθεί να επενδύει στη θεσμική κανονιστικότητα, συχνά χωρίς τα απαραίτητα μέσα επιβολής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τη ρητορική περί «γεωπολιτικής Επιτροπής», παραμένει ένας ατελής στρατηγικός δρων. Η έλλειψη ενιαίας στρατηγικής κουλτούρας, οι αποκλίνουσες εθνικές προτεραιότητες και η εξάρτηση από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ περιορίζουν την ικανότητά της να λειτουργήσει ως αυτόνομος παράγοντας ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ευρωατλαντική σχέση δεν καταρρέει, αλλά μετασχηματίζεται σε μια σχέση διαχειριζόμενης ασυμμετρίας, όπου η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη χωρίς να διαθέτει ακόμη τα αναγκαία εργαλεία.
Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ωστόσο η λειτουργία του επιβαρύνεται από εσωτερικές αντιφάσεις. Η διεύρυνση, η αντιμετώπιση πολλαπλών απειλών και η ύπαρξη μελών με αναθεωρητικές συμπεριφορές δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον λήψης αποφάσεων. Η συλλογική άμυνα παραμένει θεμελιώδης, αλλά η πολιτική συνοχή δεν είναι δεδομένη, γεγονός που αυξάνει την αξία των μεσαίων δυνάμεων που λειτουργούν ως σταθεροποιητικοί πυλώνες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε χαρακτηριστική περίπτωση policy εφαρμογής. Ως μεσαία δύναμη με σαφή προσανατολισμό στο status quo, η ελληνική εξωτερική πολιτική επενδύει στη θεσμική νομιμότητα, στις συμμαχίες και στη διεθνή προβλεψιμότητα. Η στρατηγική αυτή δεν είναι παθητική, αλλά αντανακλά μια ρεαλιστική αποτίμηση κόστους–οφέλους σε ένα περιβάλλον αυξημένου αναθεωρητισμού. Η Ελλάδα επιδιώκει να μετατρέψει τη συμμόρφωση στους κανόνες σε πηγή ισχύος, ενισχύοντας τη διεθνή της αξιοπιστία.
Η ελληνική πολιτική επιλογή υπέρ της ευρωατλαντικής συνοχής αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους έντασης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Η Αθήνα αποφεύγει τη λογική του διλήμματος και επιδιώκει τη λειτουργία ως γέφυρα, στηρίζοντας τις ευρωπαϊκές θέσεις χωρίς να διαρρηγνύει τις στρατηγικές σχέσεις με την Ουάσινγκτον. Η στάση αυτή μεγιστοποιεί την επιρροή της χώρας εντός των θεσμών και περιορίζει τους κινδύνους απομόνωσης.
Σε επίπεδο πολιτικής, η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί τρεις βασικές προκλήσεις: την αποτροπή αναθεωρητικών συμπεριφορών στην άμεση γεωπολιτική της γειτονιά, τη διατήρηση της ευρωατλαντικής συνοχής και την ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας χωρίς ρήξη με τους συμμάχους. Οι επιλογές αυτές δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες, αλλά απαιτούν υψηλό βαθμό διπλωματικής επάρκειας και στρατηγικής συνέπειας.
Συμπερασματικά, η αποδόμηση της διεθνούς τάξης δεν οδηγεί αναγκαστικά σε χάος, αλλά σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον χάραξης πολιτικής. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η άκριτη προσκόλληση στο παρελθόν ούτε ο καιροσκοπικός πραγματισμός. Αντιθέτως, απαιτείται συνδυασμός θεσμικής προσήλωσης, στρατηγικής προσαρμοστικότητας και ενεργού συμμετοχής στη διαμόρφωση της νέας ισορροπίας ισχύος.
Πρόσφατα σχόλια