Οι επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μία δοκιμασία της ικανότητας του αμερικανικού πολιτικού συστήματος να παραμένει λειτουργικό υπό συνθήκες ταυτόχρονης θεσμικής κόπωσης και εξωτερικής στρατηγικής πίεσης. Η αναμέτρηση του Νοεμβρίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή διεξάγεται σε ένα θεσμικό πλαίσιο εξαιρετικά οριακών ισορροπιών: στη Βουλή των Αντιπροσώπων η κυβερνητική πλειοψηφία είναι εύθραυστη, ενώ στη Γερουσία οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν πλειοψηφία 53 έναντι 47, γεγονός που καθιστά τη μάχη για τα δύο σώματα άνιση ως προς τις αφετηρίες και διαφορετική ως προς τη λογική του ανταγωνισμού. Το αποτέλεσμα, συνεπώς, δεν θα εξαρτηθεί από ένα ενιαίο εθνικό κύμα, αλλά από μία σύνθετη αλληλεπίδραση οικονομικής δυσαρέσκειας, γεωγραφικά διαφοροποιημένης εκλογικής συμπεριφοράς, θεσμικών υπολογισμών και κοινωνικών διαθέσεων, οι οποίες δεν συμπίπτουν πάντοτε. Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να έχουν θεωρητικά πιο ρεαλιστική διαδρομή προς την ανάκτηση της Βουλής, ενώ η Γερουσία παραμένει δυσκολότερο πεδίο λόγω του χάρτη των εδρών που ανανεώνονται. Αυτό σημαίνει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές δεν θα λειτουργήσουν μόνο ως αποτίμηση της μέχρι στιγμής προεδρίας, αλλά ως συνολικός έλεγχος του κατά πόσον η εκτελεστική εξουσία μπορεί ακόμη να κυβερνά με στοιχειώδη άνεση.

Η ουσία της εκλογικής αναμέτρησης βρίσκεται ακριβώς στο ότι η αμερικανική κοινωνία προσέρχεται στην κάλπη σε ένα περιβάλλον διάχυτης ανασφάλειας, όπου η οικονομία, η θεσμική πόλωση και οι διεθνείς εξελίξεις δεν λειτουργούν ως διακριτά πεδία αλλά ως αλληλένδετα επίπεδα της ίδιας πολιτικής εμπειρίας. Οι ενδιάμεσες εκλογές, στην αμερικανική συνταγματική λογική, είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου το εκλογικό σώμα επαναξιολογεί την εξουσία εν κινήσει, χωρίς να χρειάζεται να αναμένει το τέλος της προεδρικής θητείας. Σε μια συγκυρία όπως η τρέχουσα, ο μηχανισμός αυτός αποκτά βαθύτερο περιεχόμενο, διότι οι ψηφοφόροι δεν καλούνται μόνο να αποφασίσουν αν επιθυμούν να περιορίσουν ή να επιβεβαιώσουν την κυβερνητική ισχύ· καλούνται να τοποθετηθούν απέναντι στο αν το ομοσπονδιακό κράτος εξακολουθεί να διαθέτει την ικανότητα να προσφέρει προβλεψιμότητα, να απορροφά εξωτερικούς κραδασμούς και να μετατρέπει την ισχύ σε σταθερότητα. Με αυτή την έννοια, η εκλογική συμπεριφορά του 2026 είναι πιθανότερο να εκφράσει λιγότερο μια απλή κομματική προτίμηση και περισσότερο μια κρίση για την ίδια τη λειτουργικότητα της διακυβέρνησης. Όταν η κυβέρνηση εμφανίζεται να διαχειρίζεται ταυτόχρονα ανατιμήσεις, διεθνή ένταση, νομικές συγκρούσεις για βασικά εργαλεία οικονομικής πολιτικής και δύσκολες κοινοβουλευτικές ισορροπίες, τότε η κάλπη μετατρέπεται σε δοκιμασία πολιτικής αξιοπιστίας πολύ ευρύτερη από την αριθμητική των εδρών.

Το σημαντικότερο πεδίο μέσα στο οποίο θα δοκιμαστεί η κυβερνητική επάρκεια είναι η οικονομία, αλλά όχι με τη στενή τεχνοκρατική έννοια των μακροδεικτών. Το κρίσιμο ζήτημα για τις midterms δεν είναι απλώς αν ο πληθωρισμός εμφανίζεται σχετικά ελεγχόμενος σε ετήσια βάση, αλλά αν η κοινωνία αισθάνεται ότι η καθημερινότητά της καθίσταται λιγότερο επισφαλής. Τα τελευταία στοιχεία για τον δείκτη τιμών καταναλωτή δείχνουν ότι ο πληθωρισμός τον Φεβρουάριο διαμορφώθηκε στο 2,4% σε ετήσια βάση και στο 0,3% σε μηνιαία, ενώ ο δομικός πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 0,2%. Αυτά τα δεδομένα, απομονωμένα, θα μπορούσαν να στηρίξουν ένα αφήγημα σταθεροποίησης. Ωστόσο, η πολιτική τους αξία είναι περιορισμένη, διότι αποτυπώνουν ουσιαστικά μια προ της τελευταίας κλιμάκωσης εικόνα και δεν ενσωματώνουν πλήρως τις νέες πιέσεις που γεννά η άνοδος της ενέργειας. Η ουσία εδώ δεν είναι αριθμητική αλλά κοινωνιοπολιτική: ο μέσος ψηφοφόρος δεν βιώνει τον πληθωρισμό ως αφηρημένο ποσοστό, αλλά ως σωρευτική πίεση στο καλάθι της κατανάλωσης, στο ενοίκιο, στην ασφάλιση, στις μετακινήσεις, στην τροφή και στη δυνατότητα αποταμίευσης. Αν οι τιμές στα βασικά αγαθά και στις καθημερινές υπηρεσίες παραμένουν υψηλές ή γίνονται ξανά πιο επιθετικές, τότε η κυβερνητική επίκληση ενός τεχνικά «ήπιου» πληθωρισμού αποδυναμώνεται. Το πρόβλημα, δηλαδή, δεν είναι μόνο η οικονομία ως στατιστική σειρά, αλλά η οικονομία ως συναίσθημα ασφάλειας ή ανασφάλειας. Και στην εκλογική πολιτική, αυτό το δεύτερο έχει συχνά μεγαλύτερη βαρύτητα.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την αγορά εργασίας, η οποία μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ως το ισχυρότερο ανάχωμα απέναντι σε αφηγήματα οικονομικής φθοράς. Τα τελευταία στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι η αγορά αυτή παύει να προσφέρει καθαρή πολιτική προστασία. Τον Φεβρουάριο οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν 92.000 θέσεις εργασίας, η ανεργία αυξήθηκε στο 4,4%, και η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό υποχώρησε στο 62%, στο χαμηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2021. Το Reuters σημειώνει ότι, πέρα από ειδικούς παράγοντες όπως καιρικές συνθήκες και απεργίες, η εικόνα αυτή έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη πιο εύθραυστο περιβάλλον, στο οποίο οι μέσοι όροι των τελευταίων μηνών υποδηλώνουν σαφή κόπωση. Η πολιτική σημασία αυτών των δεδομένων είναι μείζονα. Σε περιόδους όπου η ακρίβεια διαβρώνει την κοινωνική ψυχολογία, μια ισχυρή αγορά εργασίας μπορεί να προσφέρει αντιστάθμισμα. Όταν όμως και αυτό το θεμέλιο εμφανίζει σημάδια εξασθένησης, η κυβέρνηση χάνει ένα βασικό επιχείρημα περί ανθεκτικότητας. Η κοινωνία τείνει τότε να αναγνώσει την οικονομική πραγματικότητα όχι ως παροδική δυσαρμονία, αλλά ως σύμπτωμα ευρύτερης απώλειας ελέγχου. Ενόψει midterms, μια τέτοια μετατόπιση είναι πολιτικά ιδιαιτέρως επικίνδυνη, διότι τροφοδοτεί τη λογική ότι απαιτείται εξισορρόπηση, έλεγχος ή διορθωτική ψήφος απέναντι στην εκτελεστική εξουσία.

Η εσωτερική αυτή οικονομική πίεση δεν αναπτύσσεται σε κενό. Αντίθετα, επιβαρύνεται άμεσα από τις διεθνείς εξελίξεις, ιδίως από τη νέα κλιμάκωση στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου, η οποία μεταφράζεται ήδη σε άνοδο της ενέργειας και σε έντονη νευρικότητα των αγορών. Η μέση τιμή της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασε τα 3,50 δολάρια ανά γαλόνι και έφτασε στα 3,58 δολάρια, αυξημένη κατά περίπου 60 σεντ μέσα σε 11 ημέρες, δηλαδή κατά περίπου 20%, σύμφωνα με το Reuters. Παράλληλα, τα αποθέματα βενζίνης υποχώρησαν, ενώ οι αγορές παρακολουθούν με ανησυχία τη δυνατότητα περαιτέρω διαταραχής των ενεργειακών ροών και του κόστους ναυτιλίας. Πολιτικά, η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ δεν είναι ένας συνηθισμένος οικονομικός δείκτης. Είναι ίσως ο πιο άμεσος και ορατός δείκτης απόδοσης της κυβέρνησης για εκατομμύρια πολίτες. Συνδέεται με την καθημερινή μετακίνηση, με τη γεωγραφία των αμερικανικών προαστίων, με τις μικρές επιχειρήσεις, με τον οικογενειακό προϋπολογισμό και με τη γενική αίσθηση ότι η διεθνής θέση της χώρας μεταφράζεται είτε σε ασφάλεια είτε σε επιβάρυνση. Γι’ αυτό και η γεωπολιτική κρίση αποκτά αμέσως εκλογική βαρύτητα: δεν παραμένει ζήτημα «υψηλής στρατηγικής», αλλά μετατρέπεται σε καθημερινό βίωμα. Όταν ο πολίτης πληρώνει ακριβότερα στο πρατήριο, η εξωτερική πολιτική παύει να είναι μακρινή. Γίνεται εσωτερική πολιτική με την πιο υλική και άμεση έννοια.

Ακριβώς γι’ αυτό το τρέχον διεθνές περιβάλλον δεν φαίνεται να παράγει το παραδοσιακό φαινόμενο συσπείρωσης γύρω από την ηγεσία που παλαιότερα συνόδευε ορισμένες εξωτερικές κρίσεις. Τα δημοσκοπικά δεδομένα που επικαλείται το Reuters/Ipsos είναι ενδεικτικά: μόλις το 27% έως 29% των Αμερικανών δηλώνει ότι εγκρίνει τα αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν, ενώ το 43% τα αποδοκιμάζει. Ταυτόχρονα, το 56% θεωρεί ότι ο πρόεδρος είναι υπερβολικά πρόθυμος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ, ενώ το 67% των ερωτηθέντων αναμένει περαιτέρω άνοδο στις τιμές της βενζίνης. Αυτή η εικόνα είναι αποκαλυπτική για τη σημερινή κατάσταση της αμερικανικής κοινωνίας. Η κοινωνία εμφανίζεται κουρασμένη από εξωτερικές εμπλοκές που δεν συνδέονται με σαφή και άμεσα αναγνωρίσιμη απόδοση για το εσωτερικό, δυσπιστεί απέναντι στην υπόσχεση ότι οι στρατιωτικές κινήσεις παραμένουν ελεγχόμενες, και αξιολογεί την εξωτερική πολιτική μέσα από το φίλτρο του κόστους ζωής. Με άλλα λόγια, η στρατηγική ισχύς δεν μετατρέπεται αυτόματα σε πολιτικό κύρος. Πρέπει να συνοδεύεται από σαφή αίσθηση περιορισμένου ρίσκου, σύντομου χρονικού ορίζοντα και χαμηλού εσωτερικού κόστους. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η εξωτερική κρίση μπορεί να λειτουργήσει όχι ως μηχανισμός συσπείρωσης αλλά ως επιταχυντής φθοράς.

Εδώ ακριβώς συναντώνται η οικονομική πολιτική, η εξωτερική στρατηγική και η πολιτική νομιμοποίηση. Η σημερινή αμερικανική διακυβέρνηση δεν δοκιμάζεται μόνο από την άνοδο των καυσίμων ή από μια συγκυριακή επιβάρυνση των αγορών, αλλά από το ερώτημα αν εξακολουθεί να πείθει ότι διατηρεί έλεγχο επί των εξελίξεων. Η νομιμοποίηση στις σύγχρονες δημοκρατίες δεν απορρέει μόνο από την εκλογική νίκη· ανανεώνεται καθημερινά μέσα από την αίσθηση αποτελεσματικότητας. Όταν αυτή η αίσθηση υποχωρεί, οι ψηφοφόροι τείνουν να αντιμετωπίζουν πιο σκληρά την εκτελεστική εξουσία στις ενδιάμεσες εκλογές. Η πολιτική αδυναμία τότε δεν προκύπτει μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά από τη διάχυτη κοινωνική πεποίθηση ότι η κυβέρνηση ακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει. Η εκλογική δυσκολία για τους Ρεπουμπλικανούς δεν είναι λοιπόν μόνο η παραδοσιακή ιστορική τάση που ευνοεί απώλειες για το κόμμα του προέδρου στις midterms. Είναι ότι η συγκεκριμένη προεδρία εισέρχεται στη μάχη του Νοεμβρίου σε κλίμα στο οποίο οι πολίτες συνδέουν την εξωτερική επιλογή με υψηλότερο ενεργειακό κόστος, την οικονομία με κοινωνική πίεση και την εκτελεστική εξουσία με αυξημένο ρίσκο ασυνέπειας. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η αντιπολίτευση δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να πείσει για μια πλήρως εναλλακτική εθνική στρατηγική· αρκεί να πείσει ότι απαιτείται θεσμικό αντίβαρο.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο αν συνεκτιμηθεί η εσωτερική λειτουργία του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος. Η ηγεσία των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή επιχειρεί να επαναφέρει στο επίκεντρο μια ατζέντα «affordability», με έμφαση στο κόστος στέγασης και στην καθημερινή οικονομική ανακούφιση, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι αυτό είναι το κυρίαρχο ζήτημα για τους ψηφοφόρους. Ωστόσο, το Reuters καταγράφει ότι αυτή η προσπάθεια συναντά δυσκολίες, καθώς η κομματική ενότητα παραμένει ατελής και η παραγωγή νομοθετικής ατζέντας σκοντάφτει στις ίδιες τις εσωτερικές διαφορές της πλειοψηφίας. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία αναγκάζονται να αναδείξουν τόσο επιθετικά την καθημερινή προσιτότητα ως εκλογικό άξονα μαρτυρά και το μέγεθος της ευαλωτότητάς τους. Όταν το κυβερνών κόμμα νιώθει την ανάγκη να αποδείξει ότι «παραμένει το κόμμα της καθημερινότητας», αυτό συνήθως σημαίνει ότι η κοινωνία δεν θεωρεί αυτονόητη αυτή την ιδιότητα. Η δυναμική αυτή είναι κρίσιμη για τις αμφίρροπες περιφέρειες, ιδίως στα προάστια και στις μικτές κοινωνικά περιοχές, όπου οι ψηφοφόροι είναι πιο ευαίσθητοι στο κόστος ζωής και λιγότερο δεσμευμένοι από αμιγώς ιδεολογική ψήφο. Σε τέτοια εκλογικά περιβάλλοντα, οι διαφορές στον τόνο, στην αίσθηση επάρκειας και στην αξιοπιστία διαχείρισης μπορεί να αποδειχθούν πιο καθοριστικές από τη στενή κομματική ταύτιση.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κλίματος παίζει και η θεσμική-νομική αβεβαιότητα γύρω από βασικά εργαλεία οικονομικής πολιτικής, όπως οι δασμοί. Σύμφωνα με το Reuters, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με δικαστικές αποφάσεις και με προσφυγές πολιτειών κατά των νέων οριζόντιων δασμών 10%, μετά την ακύρωση μεγάλου μέρους προηγούμενων μέτρων. Η εξέλιξη αυτή έχει βαρύνουσα σημασία διότι συνδέει την οικονομική πολιτική με το ερώτημα των ορίων της εκτελεστικής εξουσίας. Οι δασμοί δεν αποτελούν μόνο εργαλείο εμπορικής και βιομηχανικής πολιτικής, αλλά και μηχανισμό πολιτικής σημειολογίας: προβάλλονται ως απόδειξη ισχύος, εθνικού ελέγχου και αποφασιστικότητας. Όταν, όμως, η εφαρμογή τους περιπλέκεται δικαστικά και πολιτειακά, η εικόνα που εκπέμπεται δεν είναι εκείνη της σταθερής στρατηγικής, αλλά της τριβής, της αμφισβήτησης και της μειωμένης προβλεψιμότητας. Σε προεκλογική συγκυρία, αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο. Μια κυβέρνηση που εμφανίζεται να συγκρούεται ταυτόχρονα με αγορές, δικαστήρια, πολιτείες και εσωτερικές κομματικές αντιστάσεις δυσκολεύεται να πείσει ότι εγγυάται σταθερότητα. Και σε εποχές γενικευμένης αβεβαιότητας, η σταθερότητα λειτουργεί ως από μόνη της πολιτικό αγαθό.

Η εκλογική γεωγραφία ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σημασία αυτών των παραγόντων. Η μάχη για τη Βουλή θα κριθεί σε περιορισμένο αριθμό περιφερειών, όπου μικρές μετατοπίσεις αρκούν για να αλλάξουν τον συσχετισμό δύναμης. Το Reuters επισημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί έχουν, μέχρι στιγμής, καλύτερες επιδόσεις στη χρηματοδότηση σε πολλές από τις πιο ανταγωνιστικές έδρες, ενώ οι αμφίρροπες περιφέρειες παραμένουν το πεδίο όπου η οικονομική δυσαρέσκεια έχει τη μεγαλύτερη μεταφραστική ισχύ. Αντίθετα, στη Γερουσία ο χάρτης είναι διαφορετικός και ευνοεί περισσότερο τη διατήρηση της σημερινής ρεπουμπλικανικής ανωτερότητας. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στα δύο σώματα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια· είναι θεσμικά και πολιτικά θεμελιώδης. Σημαίνει ότι το εκλογικό σώμα μπορεί να παραγάγει ένα μικτό αποτέλεσμα, επιβάλλοντας έλεγχο στη Βουλή αλλά όχι απαραίτητα πλήρη ανατροπή στη Γερουσία. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η αμερικανική κοινωνία δεν θα έχει εκφράσει απλώς δυσαρέσκεια, αλλά μια πιο σύνθετη προτίμηση για κατανεμημένη εξουσία, δηλαδή για ισχυρότερα αντίβαρα χωρίς συνολική αποδιάρθρωση του κυβερνητικού σχήματος. Αυτό είναι από μόνο του πολιτικά εύγλωττο: υποδηλώνει ότι οι ψηφοφόροι μπορεί να επιθυμούν λιγότερη μονοκεντρική προεδρική ευχέρεια, όχι απαραίτητα όμως και συνολικό θεσμικό χάος.

Οι εκλογές φωτίζουν μια ευρύτερη μεταβολή στη φύση της αμερικανικής δημοκρατικής νομιμοποίησης. Στο παρελθόν, η σχέση ανάμεσα σε εσωτερική ευημερία και εξωτερική ισχύ μπορούσε να αποδίδεται με σχετική γραμμικότητα: μια ισχυρή Αμερική προς τα έξω μπορούσε να στηρίζει τη νομιμοποίηση μιας ισχυρής ηγεσίας στο εσωτερικό. Σήμερα, η σχέση αυτή έχει γίνει πιο περίπλοκη. Η διεθνής ισχύς δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από υλικό αίσθημα ασφάλειας στο εσωτερικό. Οι στρατηγικές επιλογές κρίνονται όχι μόνο από το αν διευρύνουν την αμερικανική επιρροή, αλλά και από το αν επιβαρύνουν το νοικοκυριό, αναζωπυρώνουν τον πληθωρισμό, καθυστερούν πιθανές μειώσεις επιτοκίων ή γεννούν τον φόβο παρατεταμένης αστάθειας. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη μετατόπιση. Η εξωτερική πολιτική δεν αξιολογείται μόνο με όρους γεωπολιτικής αποτελεσματικότητας, αλλά και με όρους κοινωνικού κόστους. Αντιστοίχως, η εσωτερική πολιτική δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς το διεθνές περιβάλλον. Οι εκλογές είναι, με αυτή την έννοια, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι σύγχρονες ηγεμονικές δημοκρατίες κυβερνούν μέσα σε καθεστώς πλήρους αλληλοδιείσδυσης εσωτερικού και εξωτερικού πεδίου.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ποιος θα ελέγχει το Κογκρέσο μετά τον Νοέμβριο, αλλά τι είδους διακυβέρνηση θα είναι εφικτή την επόμενη ημέρα. Εάν η αντιπολίτευση ανακτήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η δεύτερη προεδρική θητεία Τραμπ είναι πολύ πιθανό να σημαδευτεί από εντονότερες κοινοβουλευτικές έρευνες, δυσκολότερη ψήφιση προϋπολογισμών, σκληρότερη επιτήρηση της εκτελεστικής εξουσίας και βαθύτερη νομοθετική εμπλοκή. Αν, αντιθέτως, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροώπων ή διατηρήσουν πλήρως τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, θα μπορούν να ισχυριστούν ότι η κοινωνία, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις της, δεν επέλεξε να επιβάλει δραστική θεσμική διόρθωση. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το αποτέλεσμα θα έχει ευρύτερη διεθνή σημασία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κεντρικός πυλώνας των αγορών, των συμμαχιών και της παγκόσμιας στρατηγικής σταθερότητας. Μια Ουάσιγκτον που λειτουργεί υπό συνθήκες εντονότερης εσωτερικής παράλυσης εξάγει αβεβαιότητα προς τα έξω. Μια Ουάσιγκτον που διατηρεί στοιχειώδη θεσμική συνοχή, ακόμη και μέσα από σκληρή κομματική τριβή, διατηρεί μεγαλύτερη ικανότητα στρατηγικού συντονισμού. Επομένως, οι “midterms” δεν είναι απλώς εθνική υπόθεση. Είναι και μία δοκιμασία διεθνούς κυβερνησιμότητας της ισχυρότερης δυτικής δύναμης.

Εν κατακλείδι, οι ενδιάμεσες εκλογές  είναι και πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μια  στιγμή πολιτικής αποτίμησης, κατά την οποία η αμερικανική κοινωνία θα αποφανθεί περί του σημερινού τρόπου άσκησης της προεδρικής εξουσίας. Επίσης, η καθημερινή εμπειρία της ακρίβειας, η νέα άνοδος των καυσίμων, η επιφυλακτικότητα απέναντι στην εξωτερική στρατηγική, η κόπωση της αγοράς εργασίας και η δυσκολία παραγωγής ενιαίας νομοθετικής απάντησης συνθέτουν ένα εκλογικό περιβάλλον υψηλού ρίσκου. Το αποτέλεσμα του Νοεμβρίου θα έχει, ασφαλώς, άμεσες κοινοβουλευτικές συνέπειες. Πολύ περισσότερο, όμως, θα λειτουργήσει ως δείκτης για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν την ικανότητα να αυτοδιορθώνονται χωρίς να αυτοπαραλύουν.