Στο παρελθόν, η ισχύς ενός κράτους μετριόταν κυρίως με στρατιωτικούς, δημογραφικούς ή οικονομικούς όρους. Σήμερα, όμως, η ισχύς εξαρτάται εξίσου από την ικανότητα ενός κράτους να προστατεύει τις ψηφιακές του υποδομές, να αντέχει σε φυσικές καταστροφές, να διαχειρίζεται υβριδικές απειλές, να εξασφαλίζει συνέχεια λειτουργίας της διοίκησης, να προστατεύει ενεργειακά και μεταφορικά δίκτυα και να αξιοποιεί τεχνολογίες αιχμής χωρίς να καθίσταται παθητικά εξαρτημένο από εξωτερικούς παρόχους. Η ελληνογαλλική συνεργασία, στη νέα της μορφή, μπορεί να διαβαστεί ακριβώς ως πλαίσιο ενίσχυσης αυτής της πολυδιάστατης ανθεκτικότητας.
Η διεύρυνση της συνεργασίας Ελλάδας και Γαλλίας σε τομείς όπως η τεχνολογία, η καινοτομία, η περιβαλλοντική προστασία, η εκπαίδευση, η ασφάλεια, η μετανάστευση και η πολιτική προστασία δείχνει ότι η στρατηγική σχέση μετατοπίζεται πέρα από την κλασική άμυνα. Αυτή η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα, διότι η γεωγραφική της θέση και η έκθεσή της σε φυσικούς, τεχνολογικούς και μεταναστευτικούς κινδύνους καθιστούν την ανθεκτικότητα προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας.
Η κυβερνοασφάλεια είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα νέας στρατηγικής απειλής. Τα κράτη δεν απειλούνται πλέον μόνο μέσω συμβατικών μέσων, αλλά και μέσω επιθέσεων σε δίκτυα, υποκλοπών, παραπληροφόρησης, διατάραξης υπηρεσιών, στοχοποίησης κρίσιμων υποδομών και οικονομικού εκβιασμού μέσω ψηφιακών συστημάτων. Η Ελλάδα, λόγω της αυξανόμενης ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης, της σημασίας του τουρισμού, της ναυτιλίας, των τραπεζικών συστημάτων και των ενεργειακών δικτύων, χρειάζεται ένα συνεκτικό δόγμα κυβερνοανθεκτικότητας. Η συνεργασία με τη Γαλλία μπορεί να προσφέρει τεχνογνωσία, εκπαιδευτικά πρότυπα, επιχειρησιακές μεθόδους και πρόσβαση σε ευρωπαϊκά τεχνολογικά οικοσυστήματα. Το ζητούμενο δεν είναι η απλή αγορά λύσεων κυβερνοασφάλειας, αλλά η ανάπτυξη εθνικής ικανότητας κατανόησης, πρόληψης, απόκρισης και ανάκαμψης.
Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στρατηγικής πολυπλοκότητας. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνολογία αυτοματοποίησης ή παραγωγικότητας. Πρόκειται για πεδίο που επηρεάζει τη διοίκηση, την άμυνα, την υγεία, τις μεταφορές, την εκπαίδευση, την ασφάλεια, τη δικαιοσύνη και την οικονομία. Η Ελλάδα χρειάζεται ρυθμιστική επάρκεια, τεχνική γνώση και ικανότητα εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης με τρόπο που να ενισχύει τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Η γαλλική εμπειρία σε δημόσιες πολιτικές τεχνολογικής κυριαρχίας μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο υπόδειγμα, ιδίως εάν συνδεθεί με ελληνικά πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εισαγόμενο εργαλείο, αλλά ως πεδίο όπου η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει εξειδικευμένες εφαρμογές σε τομείς όπως η ναυτιλία, η πολιτική προστασία, η υγεία, ο τουρισμός και η ενεργειακή διαχείριση.
Η πολιτική προστασία αποτελεί δεύτερο θεμελιώδες πεδίο ανθεκτικότητας. Οι μεσογειακές κοινωνίες βιώνουν ήδη την αυξημένη συχνότητα και ένταση ακραίων φαινομένων. Πυρκαγιές, πλημμύρες, καύσωνες, ξηρασία και φθορά υποδομών δημιουργούν νέες απαιτήσεις για κράτη που μέχρι πρόσφατα αντιμετώπιζαν τέτοια φαινόμενα κυρίως ως έκτακτες κρίσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται μετάβαση από το μοντέλο της αντίδρασης στο μοντέλο της πρόληψης. Αυτό σημαίνει χαρτογράφηση κινδύνων, δορυφορική παρακολούθηση, αξιοποίηση δεδομένων, εκπαίδευση τοπικών αρχών, ενίσχυση υποδομών, δασική διαχείριση, αντιπλημμυρικό σχεδιασμό και διαλειτουργικότητα υπηρεσιών. Η Γαλλία, με τη διοικητική της παράδοση και τις τεχνολογικές της δυνατότητες, μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη πιο οργανωμένων συστημάτων σχεδιασμού και απόκρισης.
Η περιβαλλοντική προστασία δεν είναι πλέον μόνο ηθικό ή οικολογικό ζήτημα, αλλά ζήτημα οικονομικής και κρατικής σταθερότητας. Η υποβάθμιση οικοσυστημάτων, η διατάραξη υδάτινων πόρων, η πίεση στις παράκτιες ζώνες και η ανάγκη βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης συνδέονται άμεσα με την ελληνική οικονομία. Η ελληνογαλλική συνεργασία μπορεί να συμβάλει σε πολιτικές θαλάσσιας προστασίας, πράσινης ναυτιλίας, διαχείρισης αποβλήτων, κυκλικής οικονομίας και ενεργειακής αποδοτικότητας. Η πραγματική πρόκληση είναι να συνδεθεί η περιβαλλοντική πολιτική με την παραγωγική πολιτική: να μη λειτουργεί ως περιορισμός, αλλά ως μοχλός καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας.
Σημαντική θέση κατέχει και η εκπαίδευση ως υποδομή ανθεκτικότητας. Ένα κράτος δεν μπορεί να είναι τεχνολογικά ανεξάρτητο ή διοικητικά ικανό χωρίς ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας. Η συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας σε εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και επιστημονική έρευνα μπορεί να διαμορφώσει νέα προγράμματα σπουδών, κοινά ερευνητικά έργα και εξειδικευμένες δεξιότητες σε τομείς κρίσιμους για το μέλλον. Η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο υποδομές· είναι και γνώση, πειθαρχία, τεχνική επάρκεια, διοικητική κουλτούρα και κοινωνική προετοιμασία.
Η διαχείριση της μετανάστευσης εντάσσεται επίσης στο πεδίο της ανθεκτικότητας, όχι ως μονοδιάστατο ζήτημα ασφάλειας, αλλά ως σύνθετη δημόσια πολιτική. Απαιτεί προστασία συνόρων, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, διοικητική ικανότητα, κοινωνική ένταξη όπου απαιτείται και συνεργασία με χώρες προέλευσης και διέλευσης. Η Ελλάδα και η Γαλλία, αν και αντιμετωπίζουν διαφορετικές όψεις του ζητήματος, έχουν κοινό συμφέρον στη διαμόρφωση αποτελεσματικής ευρωπαϊκής πολιτικής. Η συμπερίληψη της μετανάστευσης στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνογαλλικής συνεργασίας δείχνει ότι η ασφάλεια του 21ου αιώνα δεν είναι στενή έννοια, αλλά σύνολο διασυνδεδεμένων πολιτικών.
Η ελληνογαλλική συνεργασία στον τομέα της ανθεκτικότητας μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη αξία εάν μετατραπεί σε πρακτικό μηχανισμό. Αυτό σημαίνει κοινές ασκήσεις πολιτικής προστασίας, ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε κυβερνοασφάλεια, συνεργασία πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, πιλοτικά έργα τεχνητής νοημοσύνης, συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε τεχνολογικές αλυσίδες, κοινά προγράμματα κατάρτισης στελεχών και αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Χωρίς εφαρμογή, η ανθεκτικότητα παραμένει έννοια. Με εφαρμογή, γίνεται κρατική ικανότητα.
Το βαθύτερο συμπέρασμα είναι ότι η νέα ελληνογαλλική σχέση δεν αφορά μόνο την προστασία από εξωτερικές απειλές. Αφορά την ικανότητα του ελληνικού κράτους να λειτουργεί αποτελεσματικά σε έναν κόσμο αυξημένης αβεβαιότητας. Η ασφάλεια, η τεχνολογία, η πολιτική προστασία, η εκπαίδευση, το περιβάλλον και η διοικητική επάρκεια αποτελούν πλέον ενιαίο πεδίο στρατηγικής. Σε αυτό το πεδίο, η συνεργασία με τη Γαλλία μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης εθνικού εκσυγχρονισμού.
Πρόσφατα σχόλια