Η βαθύτερη σημασία των εκλογών στην Ουγγαρία βρίσκεται στο ότι επαναφέρουν το ερώτημα που άνοιξε το 1989 και δεν απαντήθηκε ποτέ πλήρως: πώς θεμελιώνεται μια δημοκρατία μετά τον κρατικό σοσιαλισμό, όταν η τυπική εγκαθίδρυση θεσμών δεν συνοδεύεται αυτομάτως από βαθιά κοινωνική εμπιστοσύνη, σταθερή φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα, ανθεκτικές θεσμικές εγγυήσεις και οικονομική αίσθηση δικαιοσύνης; Η ουγγρική περίπτωση είναι εξαιρετικά σημαντική διότι η χώρα υπήρξε ένα από τα πρώτα και πιο εμβληματικά παραδείγματα μετακομμουνιστικής μετάβασης στην Ευρώπη. Υπήρξε επίσης η χώρα στην οποία ένας από τους συμβολικούς νέους φιλελεύθερους της αντισοβιετικής περιόδου, ο Βίκτορ Όρμπαν, εξελίχθηκε στον κατεξοχήν αρχιτέκτονα της ανελεύθερης δημοκρατίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ήττα του, επομένως, δεν κλείνει απλώς έναν κυβερνητικό κύκλο δεκαέξι ετών. Ανοίγει το ερώτημα αν η Ουγγαρία μπορεί να επιχειρήσει μια δεύτερη δημοκρατική θεμελίωση, περισσότερο ώριμη, περισσότερο κοινωνικά γειωμένη και περισσότερο ανθεκτική από εκείνη της πρώτης μετακομμουνιστικής μετάβασης.
Η ουγγρική δημοκρατία του 1989 οικοδομήθηκε σε ιστορικό περιβάλλον μεγάλης προσδοκίας. Η κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος, η επιστροφή στον κοινοβουλευτισμό, η αποκατάσταση των πολιτικών ελευθεριών, η σύνδεση με τη Δύση, η ένταξη στο ΝΑΤΟ και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησαν την εντύπωση ότι η χώρα εισέρχεται οριστικά στον χώρο των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή είχε δομικές αδυναμίες. Οι θεσμοί εγκαταστάθηκαν σχετικά γρήγορα, αλλά η κοινωνική αίσθηση δικαιοσύνης δεν εδραιώθηκε με την ίδια ταχύτητα. Η οικονομική μετάβαση προς την αγορά δημιούργησε νικητές και ηττημένους. Τα παλαιά δίκτυα δεν εξαφανίστηκαν πλήρως, οι νέες ελίτ συχνά θεωρήθηκαν αποκομμένες, και η φιλελεύθερη δημοκρατία συνδέθηκε στα μάτια πολλών πολιτών όχι μόνο με ελευθερία, αλλά και με ανασφάλεια, κοινωνική ανισότητα, αποβιομηχάνιση, διαφθορά και απώλεια ελέγχου. Το κενό αυτό αποτέλεσε το ιστορικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο ο Όρμπαν μπόρεσε αργότερα να οικοδομήσει την αντιφιλελεύθερη ηγεμονία του.
Η μετακομμουνιστική εμπειρία της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης δείχνει ότι η δημοκρατία δεν εγκαθίσταται μόνο μέσω συνταγματικών κειμένων και εκλογικών διαδικασιών. Χρειάζεται κοινωνική ενσωμάτωση, αίσθηση συμμετοχής, οικονομική αξιοπρέπεια και πειστική αφήγηση συλλογικής συνέχειας. Η πρώτη ουγγρική μετάβαση είχε ισχυρή θεσμική διάσταση, αλλά δεν μπόρεσε να προστατεύσει επαρκώς τη δημοκρατία από τη μελλοντική πολιτική εργαλειοποίηση της απογοήτευσης. Ο Όρμπαν κατανόησε ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αρκούνταν πλέον στην υπόσχεση φιλελεύθερων δικαιωμάτων και ευρωπαϊκής ένταξης. Ήθελε αναγνώριση, ασφάλεια, προστασία και αίσθηση εθνικού ελέγχου. Η αντιφιλελεύθερη στροφή του δεν ήταν απλώς ιδεολογική μεταμόρφωση ενός πολιτικού. Ήταν αξιοποίηση ενός ιστορικού κενού της πρώτης δημοκρατικής θεμελίωσης.
Η βιογραφία του ίδιου του Όρμπαν ενσαρκώνει αυτό το μετακομμουνιστικό παράδοξο. Ως νεαρός αντικομμουνιστής και φιλελεύθερος, συμβόλιζε κάποτε την ελπίδα μιας ευρωπαϊκής, δημοκρατικής και ανοιχτής Ουγγαρίας. Το Fidesz ιδρύθηκε το 1988 ως νεανικό δημοκρατικό κίνημα, σε περιβάλλον αποσύνθεσης του σοβιετικού μπλοκ και πολιτικής αναγέννησης της χώρας. Σύγχρονες αναλύσεις υπενθυμίζουν αυτή την αρχική φιλελεύθερη ταυτότητα του Όρμπαν και του κόμματός του, ακριβώς για να καταδείξουν το εύρος της μετέπειτα μεταβολής του. (cato.org) Η ιστορική του πορεία, από τη φιλελεύθερη αντικομμουνιστική νεολαία στην ανελεύθερη κρατική ηγεμονία, δεν είναι απλώς προσωπική μεταστροφή. Είναι σύμπτωμα της ίδιας της μετακομμουνιστικής αμφισημίας: οι δυνάμεις που γεννήθηκαν στο όνομα της ελευθερίας μπόρεσαν, υπό συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, να μετατραπούν σε φορείς συγκεντρωτισμού.
Το καθεστώς Όρμπαν στηρίχθηκε στη διπλή κριτική της πρώτης μετάβασης. Πρώτον, υποστήριξε ότι ο φιλελευθερισμός υπήρξε ξένη επιβολή, συνδεδεμένη με τις Βρυξέλλες, τις διεθνείς ελίτ, τις ΜΚΟ, τα ανεξάρτητα μέσα και τους δικαστικούς θεσμούς. Δεύτερον, υποστήριξε ότι η παλαιά μετακομμουνιστική ελίτ δεν εκπροσώπησε τον «πραγματικό» ουγγρικό λαό, αλλά ένα στενό κοινωνικό στρώμα αστικών, μορφωμένων και διεθνοποιημένων ομάδων. Με αυτό τον τρόπο, ο Όρμπαν δεν επιτέθηκε μόνο στους πολιτικούς του αντιπάλους. Επιτέθηκε στη νομιμοποιητική βάση της φιλελεύθερης μεταπολίτευσης. Παρουσίασε το 2010 όχι ως απλή εκλογική νίκη, αλλά ως εθνική επανίδρυση. Η πλειοψηφία των δύο τρίτων που απέκτησε τότε χρησιμοποιήθηκε για να ξαναγραφτούν οι κανόνες του πολιτικού συστήματος, να αναδιαμορφωθεί το σύνταγμα, να ελεγχθούν θεσμοί και να συγκροτηθεί μια νέα μορφή καθεστωτικής εξουσίας.
Η ειρωνεία είναι ότι το ορμπανικό σύστημα διακήρυττε ότι ολοκληρώνει την εθνική απελευθέρωση από τα ελαττώματα της μετακομμουνιστικής εποχής, ενώ στην πράξη αναπαρήγαγε με νέους όρους ορισμένες από τις παλαιές παθολογίες της. Η κομματικοποίηση του κράτους, η εξάρτηση των δημόσιων πόρων από πολιτική πίστη, η υποχώρηση της θεσμικής ουδετερότητας, η συγχώνευση οικονομικών και πολιτικών δικτύων, η χρήση της ενημέρωσης ως μηχανισμού διαπαιδαγώγησης και η υποτίμηση της ανεξάρτητης κοινωνίας πολιτών θύμιζαν, σε μετασχηματισμένη μορφή, πρακτικές που η μετακομμουνιστική δημοκρατία υποτίθεται ότι είχε υπερβεί. Ο ορμπανισμός δεν ήταν επιστροφή στον κομμουνισμό. Ήταν όμως μετακομμουνιστική εκδοχή κρατικοποιημένης κομματικής ηγεμονίας μέσα σε καπιταλιστική οικονομία και ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Εδώ βρίσκεται το ιστορικό ενδιαφέρον της ήττας του 2026. Η απομάκρυνση του Όρμπαν από την εξουσία δεν είναι απλώς αποκατάσταση της πρώτης μετακομμουνιστικής δημοκρατίας. Δεν μπορεί να είναι απλή επιστροφή στο 1989 ή στο προ-2010 πολιτικό περιβάλλον. Η κοινωνία που ανέδειξε τον Μάγιαρ δεν ζητά να επαναφέρει αυτούσια μια παλαιά φιλελεύθερη τάξη η οποία είχε ήδη χάσει μέρος της νομιμοποίησής της. Ζητά κάτι πιο σύνθετο: θεσμική αποκατάσταση χωρίς ελιτισμό, ευρωπαϊκή επανένταξη χωρίς απώλεια εθνικής αξιοπρέπειας, κράτος δικαίου χωρίς αδιαφορία για την κοινωνική ασφάλεια, πολιτικό πλουραλισμό χωρίς επιστροφή στην κατακερματισμένη αδυναμία της προ-ορμπανικής αντιπολίτευσης. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε η Ουγγαρία δεν μπαίνει απλώς σε μετα-ορμπανική φάση. Μπαίνει σε φάση πιθανής δεύτερης δημοκρατικής θεμελίωσης.
Η έννοια της δεύτερης θεμελίωσης είναι απαραίτητη, διότι η δημοκρατική αποκατάσταση μετά από ανελεύθερη παρέκκλιση δεν είναι ίδια με την αρχική μετάβαση από δικτατορία ή κρατικό σοσιαλισμό. Το 1989 το πρόβλημα ήταν η μετάβαση από μονοκομματικό σύστημα σε πολυκομματική δημοκρατία. Το 2026 το πρόβλημα είναι πιο περίπλοκο: πώς επαναδημοκρατικοποιείται ένα κράτος που τυπικά παρέμεινε δημοκρατικό, αλλά ουσιαστικά διαβρώθηκε από μέσα; Πώς αποκαθίστανται θεσμοί που δεν καταργήθηκαν, αλλά αλλοιώθηκαν; Πώς αποκαθίσταται ο δημόσιος λόγος όταν επί χρόνια διαμορφώθηκε από προπαγανδιστικά δίκτυα; Πώς ανακτάται η εμπιστοσύνη στην Ευρώπη όταν η ευρωπαϊκή ένταξη παρουσιάστηκε ως απειλή; Πώς επανιδρύεται το κράτος δικαίου χωρίς να θεωρηθεί ότι επιστρέφει η παλαιά ελίτ που ο Όρμπαν κατηγορούσε ως αποτυχημένη; Αυτά τα ερωτήματα καθιστούν τη δεύτερη θεμελίωση δυσκολότερη από την πρώτη.
Η νίκη του Μάγιαρ δημιουργεί ενδιαφέρουσα ιστορική συνέχεια και ασυνέχεια. Από τη μία πλευρά, έρχεται από το εσωτερικό του ευρύτερου μετα-ορμπανικού συντηρητικού χώρου και όχι από την παλαιά φιλελεύθερη αντιπολίτευση. Από την άλλη, θέτει ως βασικούς στόχους την αποκατάσταση του κράτους δικαίου, την επανεκκίνηση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την αντιμετώπιση της διαφθοράς και την αποδέσμευση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Σύμφωνα με το Reuters, η σαρωτική νίκη του Tisza τού δίνει ευρεία εντολή για μεταρρυθμίσεις, ενίσχυση του κράτους δικαίου και πιθανή αποδέσμευση δισεκατομμυρίων ευρώ ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. (reuters.com) Αυτός ο συνδυασμός είναι πολιτικά σημαντικός: η νέα θεμελίωση δεν προέρχεται από καθαρή αναβίωση του παλαιού φιλελεύθερου στρατοπέδου, αλλά από μια μορφή εσωτερικής διόρθωσης της εθνικής-συντηρητικής πολιτικής οικογένειας.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί πλεονέκτημα. Η πρώτη φιλελεύθερη μετάβαση του 1989 υπέφερε εν μέρει από την εντύπωση ότι ο φιλελευθερισμός ήταν γλώσσα ελίτ, τεχνοκρατών και διεθνοποιημένων στρωμάτων. Η νέα δημοκρατική αποκατάσταση μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη κοινωνική βάση αν κατορθώσει να αποσπάσει την έννοια της δημοκρατίας από την ιδεολογική της ταύτιση με έναν στενό κοινωνικό χώρο. Αν το κράτος δικαίου παρουσιαστεί όχι ως ιδεολογική επιταγή της φιλελεύθερης ελίτ, αλλά ως εγγύηση για τον αγρότη, τον μικρομεσαίο, τον εργαζόμενο, τον περιφερειακό πολίτη, τον συντηρητικό οικογενειάρχη, τον νέο που θέλει μέλλον στη χώρα του, τότε μπορεί να ριζώσει βαθύτερα. Η δεύτερη θεμελίωση πρέπει να είναι λιγότερο αφηρημένη και περισσότερο κοινωνική από την πρώτη.
Το μεγάλο δίδαγμα της περιόδου Όρμπαν είναι ότι η δημοκρατία χωρίς κοινωνική εμπέδωση παραμένει ευάλωτη. Οι θεσμοί μπορούν να αλλοιωθούν αν μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν τους θεωρεί δικούς του. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης μπορεί να παρουσιαστεί ως εμπόδιο στη λαϊκή βούληση. Η ελευθερία του Τύπου μπορεί να παρουσιαστεί ως προνόμιο εχθρικών ελίτ. Οι ΜΚΟ μπορούν να παρουσιαστούν ως ξένα όργανα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να παρουσιαστεί ως μηχανισμός επιβολής. Αν οι πολίτες δεν κατανοούν τη σχέση αυτών των θεσμών με τη δική τους καθημερινή προστασία, τότε είναι εύκολο για έναν ηγέτη να τους υπονομεύσει στο όνομα της δημοκρατικής πλειοψηφίας. Η νέα Ουγγαρία πρέπει να μεταφράσει τη θεσμική δημοκρατία σε κοινωνική χρησιμότητα.
Η μετακομμουνιστική ιστορία της Ουγγαρίας δείχνει επίσης ότι η διαφθορά δεν είναι απλώς παρέκκλιση από τη δημοκρατική κανονικότητα. Μπορεί να γίνει εναλλακτικός τρόπος οργάνωσης κράτους. Σύγχρονες αναλύσεις περιγράφουν το ορμπανικό καθεστώς ως μορφή «μετακομμουνιστικού μαφιόζικου κράτους», όπου η διαφθορά δεν συνυπάρχει απλώς με υποβαθμισμένο κράτος δικαίου, αλλά οργανώνει τη λειτουργία της ίδιας της εξουσίας μέσω κοινοβουλευτικών και θεσμικών μέσων. (internationalviewpoint.org) Ανεξάρτητα από το πόσο κανείς αποδέχεται πλήρως αυτόν τον χαρακτηρισμό, αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο: η κατάχρηση του κράτους δεν έγινε εξωτερικά προς τους θεσμούς, αλλά μέσω αυτών. Νόμοι, διορισμοί, ιδρύματα, μεταβιβάσεις περιουσίας και δημόσιες συμβάσεις χρησιμοποιήθηκαν για να δημιουργήσουν καθεστώς νομιμοποιημένης ιδιοποίησης. Η δεύτερη δημοκρατική θεμελίωση πρέπει, επομένως, να αντιμετωπίσει όχι μόνο παράνομες πράξεις, αλλά και νόμιμες δομές αδικίας.
Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, διότι η αποκατάσταση μετά από θεσμικά νομιμοποιημένη στρέβλωση δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στο ποινικό δίκαιο. Πολλές πράξεις του προηγούμενου καθεστώτος μπορεί να ήταν τυπικά νόμιμες, ακριβώς επειδή το καθεστώς είχε τη δυνατότητα να φτιάχνει τους νόμους. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο να τιμωρηθούν παρανομίες. Είναι να επανεξεταστούν οι ίδιοι οι κανόνες που επέτρεψαν τη μετατροπή του δημόσιου συμφέροντος σε κομματικό ή ιδιωτικό όφελος. Αυτό απαιτεί λεπτή θεσμική εργασία: έλεγχος συνταγματικότητας, αναθεώρηση νόμων, αξιολόγηση δημόσιων μεταβιβάσεων, διαφάνεια περιουσιακών σχέσεων, ανεξάρτητες αρχές και δυνατότητα δικαστικής προσφυγής. Η δεύτερη θεμελίωση δεν μπορεί να είναι μόνο ηθική αποκήρυξη του παρελθόντος. Πρέπει να είναι νομική ανακατασκευή.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραματίζει σε αυτή την ιστορική φάση διαφορετικό ρόλο από εκείνον που είχε το 1989 και το 2004. Στην πρώτη μετάβαση, η Ευρώπη ήταν ο ορίζοντας ένταξης, το σύμβολο επιστροφής στη Δύση, η υπόσχεση ευημερίας και θεσμικής κανονικότητας. Σήμερα, η Ευρώπη είναι ταυτόχρονα κριτής, χρηματοδότης, θεσμικός εταίρος και αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει επισημάνει ότι υπάρχει «γρήγορη δουλειά» που πρέπει να γίνει μετά την επικοινωνία με τον Μάγιαρ, ενώ το ζήτημα των παγωμένων ευρωπαϊκών πόρων συνδέεται με τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος δικαίου. (reuters.com) Αυτό σημαίνει ότι η δεύτερη θεμελίωση δεν είναι εθνική υπόθεση αποκομμένη από την Ευρώπη. Όμως η ευρωπαϊκή στήριξη πρέπει να χρησιμοποιηθεί με τρόπο που δεν θα ακυρώνει την εσωτερική πολιτική αυτονομία της μετάβασης. Αν η δημοκρατική αποκατάσταση εμφανιστεί ως συμμόρφωση προς εξωτερικές εντολές, ο ορμπανισμός θα βρει εύκολα έδαφος επανενεργοποίησης.
Η ιστορική πρόκληση για τον Μάγιαρ είναι, συνεπώς, να ενώσει δύο λόγους που ο Όρμπαν είχε καταφέρει να παρουσιάσει ως αντίθετους: τον εθνικό και τον ευρωπαϊκό. Η πρώτη μετακομμουνιστική μετάβαση συχνά ταύτισε την ευρωπαϊκή ένταξη με εκσυγχρονισμό από τα πάνω. Ο ορμπανισμός απάντησε ταυτίζοντας την εθνική κυριαρχία με αντίσταση στις Βρυξέλλες. Η δεύτερη θεμελίωση πρέπει να σπάσει αυτή τη διχοτόμηση. Πρέπει να υποστηρίξει ότι η ευρωπαϊκή ένταξη δεν αντιστρατεύεται την εθνική κυριαρχία, αλλά μπορεί να την ενισχύει όταν προσφέρει πόρους, θεσμική προστασία, διεθνή αξιοπιστία και ασφάλεια. Πρέπει, επίσης, να δείξει ότι η εθνική αξιοπρέπεια δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη εξουσία της κυβέρνησης, αλλά σεβασμό των πολιτών από το ίδιο τους το κράτος.
Η σχέση με το παρελθόν θα είναι ένα από τα πιο δύσκολα πεδία. Κάθε δεύτερη θεμελίωση χρειάζεται μνήμη, αλλά όχι αιχμαλωσία στη μνήμη. Η Ουγγαρία πρέπει να κατανοήσει πώς έφτασε στην ανελεύθερη δημοκρατία, χωρίς να μετατρέψει αυτή την κατανόηση σε ατελείωτο εμφύλιο συμβολισμών. Πρέπει να αναγνωρίσει τον ρόλο των ελίτ, της κοινωνικής απογοήτευσης, της οικονομικής ανισότητας, της ευρωπαϊκής αδυναμίας, της προπαγάνδας, της διαφθοράς και της πολιτικής δεξιοτεχνίας του Όρμπαν. Αν το παρελθόν ερμηνευθεί απλώς ως έργο ενός κακού ηγέτη, η κοινωνία δεν θα μάθει αρκετά. Αν ερμηνευθεί ως συλλογική ενοχή των ψηφοφόρων, θα παραχθεί άμυνα και πόλωση. Η ώριμη ιστορική ανάγνωση πρέπει να διακρίνει ανάμεσα σε ευθύνη ηγεσίας, θεσμικές αδυναμίες και κοινωνικές συνθήκες.
Η μετακομμουνιστική Ουγγαρία υπήρξε επίσης πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη μνήμη της εθνικής κυριαρχίας και στη μνήμη των εξωτερικών επιβολών. Από την Αυστροουγγρική κληρονομιά και τη Συνθήκη του Τριανόν έως τη σοβιετική κυριαρχία και την επανάσταση του 1956, η ουγγρική πολιτική κουλτούρα διαμορφώθηκε από ισχυρή αίσθηση ιστορικού τραύματος. Ο Όρμπαν αξιοποίησε αυτό το τραύμα για να παρουσιάσει κάθε εξωτερικό έλεγχο ως συνέχεια ιστορικών ταπεινώσεων. Η δεύτερη δημοκρατική θεμελίωση δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή τη μνήμη. Πρέπει να την επανανοηματοδοτήσει. Να δείξει ότι η πραγματική κυριαρχία δεν είναι η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να παραβιάζει κανόνες χωρίς συνέπειες, αλλά η δυνατότητα μιας κοινωνίας να έχει κράτος αξιόπιστο, θεσμούς σεβαστούς και διεθνείς σχέσεις που ενισχύουν, αντί να υπονομεύουν, το μέλλον της.
Ο κίνδυνος παλινδρόμησης είναι υπαρκτός. Η ήττα του Όρμπαν δεν σημαίνει ότι ο ορμπανισμός εξαφανίζεται. Το Chatham House θέτει ακριβώς το ερώτημα αν οι ψηφοφόροι απέρριψαν μόνο τον Όρμπαν ή και το μοντέλο του, επισημαίνοντας ότι η επιβίωση του ορμπανισμού θα εξαρτηθεί από το βάθος των θεσμικών και κοινωνικών μεταβολών που θα ακολουθήσουν. (chathamhouse.org) Αυτό είναι κεντρικό για τη δεύτερη θεμελίωση. Αν η νέα κυβέρνηση περιοριστεί σε αλλαγή προσώπων, ο ορμπανισμός μπορεί να επιβιώσει ως νοοτροπία, ως δίκτυο και ως εναλλακτικό αφήγημα επιστροφής. Αν, αντίθετα, αποκαταστήσει θεσμούς με κοινωνική νομιμοποίηση, τότε η ήττα του Όρμπαν μπορεί να μετατραπεί σε ήττα του τρόπου διακυβέρνησης που εκείνος ενσάρκωσε.
Η δεύτερη θεμελίωση απαιτεί επίσης νέο κομματικό σύστημα. Η πρώτη μετακομμουνιστική περίοδος δημιούργησε κόμματα που σταδιακά έχασαν αξιοπιστία, κατακερματίστηκαν ή ενσωματώθηκαν σε παλαιές διαιρέσεις. Το Fidesz κατόρθωσε να κυριαρχήσει όχι μόνο λόγω δύναμης, αλλά και λόγω αδυναμίας των αντιπάλων του. Το Tisza πρέπει να αποφύγει να γίνει απλώς προσωποπαγές όχημα της αντι-ορμπανικής αλλαγής. Χρειάζεται εσωτερικούς θεσμούς, προγραμματική σαφήνεια, περιφερειακή οργάνωση, στελέχη ικανά να κυβερνήσουν και μηχανισμούς ελέγχου. Μια δημοκρατία δεν θεμελιώνεται μόνο απέναντι στον αυταρχισμό. Θεμελιώνεται και μέσα στα κόμματα που τη στηρίζουν. Αν τα νέα κόμματα λειτουργούν με παλαιές λογικές αρχηγισμού, η θεσμική ανανέωση θα μείνει ελλιπής.
Η ιστορική σημασία της ήττας Όρμπαν βρίσκεται και στο ότι μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο για άλλες δημοκρατίες που έχουν υποστεί λαϊκιστική ή ανελεύθερη διάβρωση. Ο Timothy Garton Ash έχει επισημάνει ότι η Ουγγαρία ήταν από τις πρώτες χώρες που ξέφυγαν από τον κομμουνισμό το 1989 και από τις πρώτες που διολίσθησαν σε δημοκρατία-διαβρωτικό λαϊκισμό μετά το 2010· αν τώρα καταφέρει να εξέλθει επιτυχώς από αυτόν, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο προηγούμενο. (timothygartonash.substack.com) Αυτή η παρατήρηση αποτυπώνει την ευρωπαϊκή βαρύτητα της ουγγρικής περίπτωσης. Η Ουγγαρία δεν είναι μόνο αντικείμενο ανάλυσης. Είναι πιθανό εργαστήριο εξόδου από τον βαθύ λαϊκισμό.
Η σύγκριση με το 1989 έχει, όμως, και ένα όριο. Το 1989 υπήρχε ισχυρό παγκόσμιο κύμα υπέρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Το 2026 το διεθνές περιβάλλον είναι πολύ πιο αμφίσημο. Ο αυταρχισμός δεν θεωρείται ιστορικά ηττημένος. Η Ρωσία παραμένει επιθετική, η Κίνα προβάλλει εναλλακτικό μοντέλο κρατικού καπιταλισμού, οι Ηνωμένες Πολιτείες βιώνουν δικές τους δημοκρατικές εντάσεις, η ευρωπαϊκή άκρα Δεξιά παραμένει ισχυρή, η παραπληροφόρηση έχει ψηφιακή ισχύ και οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν οικονομική ανασφάλεια. Η δεύτερη ουγγρική θεμελίωση δεν θα πραγματοποιηθεί σε κλίμα ιστορικής αισιοδοξίας όπως η πρώτη. Θα πραγματοποιηθεί σε κλίμα διεθνούς ανταγωνισμού μοντέλων. Αυτό την καθιστά δυσκολότερη, αλλά και σημαντικότερη.
Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από το αν η νέα κυβέρνηση μπορεί να δώσει πρακτική απάντηση σε πέντε θεμελιώδη ερωτήματα. Πρώτον, πώς αποκαθίσταται το κράτος δικαίου χωρίς να δημιουργηθεί εντύπωση θεσμικής εκδίκησης; Δεύτερον, πώς αποδεσμεύονται ευρωπαϊκοί πόροι και αποκαθίσταται η οικονομική εμπιστοσύνη χωρίς να εμφανιστεί η κυβέρνηση ως εκτελεστής εξωτερικών απαιτήσεων; Τρίτον, πώς αποδομούνται τα δίκτυα του παλαιού καθεστώτος χωρίς να διαλυθεί η διοικητική συνέχεια του κράτους; Τέταρτον, πώς επανέρχεται ο πλουραλισμός στη δημόσια σφαίρα χωρίς νέα κομματική κατάληψη; Πέμπτον, πώς ενσωματώνονται οι συντηρητικοί και περιφερειακοί πολίτες στη νέα δημοκρατική κανονικότητα, ώστε να μη μετατραπούν σε μόνιμη δεξαμενή παλινόρθωσης;
Αυτά τα ερωτήματα αναδεικνύουν ότι η δεύτερη θεμελίωση δεν είναι μόνο θεσμικό σχέδιο. Είναι σχέδιο κοινωνικής συμφιλίωσης με δημοκρατικούς όρους. Όχι συμφιλίωσης που αποσιωπά ευθύνες, αλλά συμφιλίωσης που αποτρέπει τη μετατροπή της μετάβασης σε νέα διαίρεση «νικητών» και «ηττημένων» της ιστορίας. Το 1989 άφησε πίσω του κοινωνικές απογοητεύσεις που ο Όρμπαν αξιοποίησε. Η νέα μετάβαση δεν πρέπει να αφήσει πίσω της μια μεγάλη κοινωνική ομάδα που θα αισθανθεί ότι ταπεινώθηκε, αποκλείστηκε ή στιγματίστηκε. Η δικαιοσύνη και η λογοδοσία είναι απαραίτητες. Αλλά πρέπει να συνδυαστούν με πολιτική ένταξη όσων δεν ταυτίζονται με την εγκληματική ή καταχρηστική λειτουργία του παλαιού συστήματος, αλλά απλώς υπήρξαν ψηφοφόροι του.
Η Ουγγαρία, λοιπόν, βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική δυνατότητα που δεν είναι καθόλου εγγυημένη. Μπορεί να επαναλάβει το σχήμα της πρώτης μετάβασης, εγκαθιστώντας θεσμούς χωρίς επαρκή κοινωνική νομιμοποίηση. Μπορεί να διολισθήσει σε αντι-ορμπανικό συγκεντρωτισμό, υπονομεύοντας την ίδια τη δημοκρατική της υπόσχεση. Μπορεί να εγκλωβιστεί σε συγκρούσεις με τα υπολείμματα του παλαιού συστήματος, χωρίς να παράγει θετικό πρόγραμμα. Μπορεί, όμως, και να πετύχει κάτι σπανιότερο: να μετατρέψει την εμπειρία της ανελεύθερης παρέκκλισης σε ώριμη δημοκρατική αυτογνωσία. Να οικοδομήσει θεσμούς που δεν θα προστατεύουν μόνο από τον προηγούμενο αυταρχισμό, αλλά και από μελλοντικές εκδοχές του. Να ενώσει την εθνική κυριαρχία με το κράτος δικαίου, την Ευρώπη με την κοινωνική ασφάλεια, τη δημοκρατική ελευθερία με την καθημερινή αξιοπρέπεια.
Το τελικό ιστορικό συμπέρασμα είναι ότι η ήττα του Όρμπαν δεν σημαίνει απλώς επιστροφή της Ουγγαρίας στην κανονικότητα. Η «κανονικότητα» της πρώτης μετακομμουνιστικής περιόδου είχε ήδη αποδειχθεί ανεπαρκής να προστατεύσει τη δημοκρατία από την ανελεύθερη κατάληψη. Το ζητούμενο δεν είναι να ξαναγίνει η Ουγγαρία αυτό που ήταν πριν από τον Όρμπαν. Το ζητούμενο είναι να γίνει κάτι θεσμικά ισχυρότερο, κοινωνικά δικαιότερο και πολιτικά ωριμότερο. Αν το 1989 ήταν η πρώτη απελευθέρωση από το μονοκομματικό κράτος, το 2026 μπορεί να γίνει η δεύτερη απελευθέρωση από την ψευδαίσθηση ότι η δημοκρατία επιβιώνει μόνη της επειδή υπάρχουν εκλογές. Η δημοκρατία χρειάζεται θεσμούς, αλλά χρειάζεται και πολίτες που κατανοούν γιατί οι θεσμοί τους προστατεύουν.
Η Ουγγαρία έχει ήδη υπάρξει ιστορικό παράδειγμα δύο φορές: ως χώρα της μετακομμουνιστικής ελπίδας και ως χώρα της ανελεύθερης παρέκκλισης μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ερώτημα τώρα είναι αν θα γίνει και τρίτη φορά παράδειγμα: παράδειγμα δημοκρατικής επανίδρυσης μετά από βαθιά θεσμική διάβρωση. Η απάντηση δεν θα δοθεί από την εκλογική νύχτα, όσο ιστορική και αν ήταν. Θα δοθεί στη διάρκεια της διακυβέρνησης, στην ποιότητα των μεταρρυθμίσεων, στην κοινωνική ένταξη της αλλαγής και στην ικανότητα της νέας εξουσίας να δεσμευθεί από τους κανόνες που επικαλείται.
Πρόσφατα σχόλια