Το ουσιώδες πρόβλημα της ευρωπαϊκής άμυνας στον πυρήνα του, είναι πρόβλημα πολιτικής συνοχής. Η Ευρώπη δεν στερείται ούτε οικονομικού βάρους ούτε βιομηχανικού δυναμικού ούτε θεσμικής εμπειρίας συνεργασίας. Εκείνο που διαχρονικά τη δυσκολεύει είναι η μετατροπή μιας διάχυτης και, σε μεγάλο βαθμό, κοινής επίγνωσης κινδύνου σε επαρκώς συνεκτική στρατηγική βούληση. Η αμυντική ενοποίηση δεν προσκρούει κατά κύριο λόγο σε έλλειψη μέσων, αλλά στην ατελή σύμπτωση πολιτικών ενστίκτων, ιστορικών εμπειριών, εθνικών ιεραρχήσεων κινδύνου και αντιλήψεων περί κυριαρχίας. Γι’ αυτό και το πραγματικό διακύβευμα της σημερινής συγκυρίας δεν είναι αν η Ευρώπη θα εξαγγείλει έναν ακόμη φιλόδοξο στόχο άμυνας, αλλά αν μπορεί να αποκτήσει το ελάχιστο εκείνο επίπεδο πολιτικής συνοχής που απαιτείται ώστε οι επιμέρους εθνικές βουλήσεις να παραγάγουν ένα κοινό και λειτουργικά αξιόπιστο στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η δυσκολία αυτή καθίσταται ακόμη πιο ορατή επειδή η ευρωπαϊκή συζήτηση για την άμυνα παραμένει συχνά παγιδευμένη σε έναν παραπλανητικό δυϊσμό. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται η ιδέα μιας εντονότερα ευρωπαϊκής στρατηγικής χειραφέτησης. Από την άλλη, διατυπώνεται η αντίρροπη θέση ότι μόνο το ΝΑΤΟ συνιστά πραγματικό και επαρκές πλαίσιο συλλογικής άμυνας. Η αντιπαράθεση αυτή, αν και πολιτικά κατανοητή, συγκαλύπτει το ουσιαστικό ζήτημα. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα επιλέξει συμβολικά ανάμεσα σε μια αφηρημένη «ευρωπαϊκή άμυνα» και στη διατήρηση του ατλαντικού πλαισίου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να οικοδομήσουν τέτοιο βαθμό πολιτικής, βιομηχανικής, επιχειρησιακής και χρηματοδοτικής σύγκλισης ώστε να καθίστανται περισσότερο ικανές, πιο αξιόπιστες και λιγότερο ευάλωτες, ακριβώς εντός του συμμαχικού οικοδομήματος. Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή αμυντική πρόοδος δεν θα κριθεί από την καθαρότητα των συνθημάτων της, αλλά από τον βαθμό πρακτικής συνάρθρωσης διαφορετικών κρατικών προσεγγίσεων σε ένα πλέγμα κοινής ισχύος.
Η αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη ουδέποτε υπήρξε, και δεν πρόκειται στο άμεσο μέλλον να καταστεί, ένας απολύτως ομοιογενής στρατηγικός χώρος. Τα κράτη-μέλη διαφέρουν βαθιά ως προς τη γεωγραφική τους θέση, τις ιστορικές τους μνήμες, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την απειλή, τη σχέση τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το εύρος της αμυντικής τους βιομηχανίας και την ετοιμότητά τους να δεσμεύσουν πολιτικό κεφάλαιο υπέρ μιας πιο απαιτητικής αμυντικής μετάβασης. Κράτη της ανατολικής πτέρυγας αντιλαμβάνονται το ζήτημα της ασφάλειας με αμεσότητα και υπαρξιακή σοβαρότητα, ενώ άλλες χώρες της δυτικής και νότιας Ευρώπης το προσεγγίζουν συχνά μέσα από πιο σύνθετες ισορροπίες μεταξύ δημοσιονομικής επιβάρυνσης, εσωτερικών κοινωνικών προτεραιοτήτων και ιστορικής πολιτικής κουλτούρας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απαίτηση πλήρους στρατηγικής ομοφωνίας πριν από οποιαδήποτε ουσιαστική εμβάθυνση της άμυνας είναι όχι μόνο ανεδαφική αλλά και πολιτικά παραλυτική. Η Ευρώπη δεν πρόκειται να προχωρήσει όταν και αν επιτύχει την τέλεια ταύτιση όλων των κρατών της, αλλά όταν κατορθώσει να μετατρέψει την ατελή της σύγκλιση σε λειτουργική ικανότητα.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται η σημασία της πολιτικής συνοχής ως ενδιάμεσης αλλά θεμελιώδους κατηγορίας. Η συνοχή δεν σημαίνει ομοιομορφία· δεν σημαίνει την εξαφάνιση εθνικών διαφορών ούτε τη δημιουργία ενός πλήρως συγκεντρωτικού αμυντικού υπερκράτους. Σημαίνει ότι παρά τις διαφορές στρατηγικής κουλτούρας, τα ευρωπαϊκά κράτη αποδέχονται έναν επαρκώς κοινό ορίζοντα προτεραιοτήτων, κόστους και θεσμικής συνέχειας. Σημαίνει ότι μπορούν να επενδύουν σε κοινά προγράμματα, να αναγνωρίζουν κοινά κενά δυνατοτήτων, να σχεδιάζουν σε παρόμοιο χρονικό βάθος και να αποφεύγουν τη συστηματική υπονόμευση του συλλογικού αποτελέσματος από στενά εθνικά αντανακλαστικά. Με αυτή την έννοια, η πολιτική συνοχή προηγείται της στρατηγικής ολοκλήρωσης και, συγχρόνως, την καθιστά δυνατή. Χωρίς ένα τέτοιο υπόστρωμα, κάθε συζήτηση περί «ευρωπαϊκής άμυνας» κινδυνεύει να εκφυλιστεί είτε σε ρητορική υπεραναπλήρωση είτε σε θεσμική αυταπάτη.
Η σημερινή συγκυρία καθιστά αυτή τη διάγνωση ακόμη πιο επιτακτική, διότι η Ευρώπη βρίσκεται ενώπιον μιας διπλής απαίτησης. Από τη μία πλευρά, καλείται να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες, να βελτιώσει την αμυντική παραγωγή, να επιταχύνει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και να μειώσει κρίσιμες εξαρτήσεις. Από την άλλη, οφείλει να το πράξει χωρίς να διαρρήξει τη λειτουργική συνοχή του ατλαντικού πλαισίου, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό φορέα συλλογικής άμυνας για την ήπειρο. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλή. Η Ευρώπη πρέπει να καταστεί στρατηγικά σοβαρότερη χωρίς να παραγάγει θεσμική δυαδικότητα που θα αποδυνάμωνε τη συμμαχική αξιοπιστία. Αυτή η ισορροπία απαιτεί πολιτική ωριμότητα και κυρίως αποφυγή των δύο άκρων που συχνά κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση: από τη μία της αφελούς προσδοκίας ότι η Ευρώπη μπορεί άμεσα να υποκαταστήσει το υπάρχον συμμαχικό σύστημα, και από την άλλη της εξίσου προβληματικής ακινησίας που μετατρέπει κάθε σκέψη ευρωπαϊκής αμυντικής ενίσχυσης σε δήθεν κίνδυνο για το ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα, η στρατηγική επάρκεια της Ευρώπης αποτελεί σήμερα προϋπόθεση διατήρησης της ίδιας της συμμαχικής ισορροπίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυτή η αναγκαία συνοχή δεν φαίνεται να οικοδομείται μέσα από μεγάλες θεσμικές τομές ή μέσω μιας καθαρής συντακτικής λύσης του τύπου «ευρωπαϊκός στρατός». Αντιθέτως, διαμορφώνεται περισσότερο μέσα από έναν πολυεπίπεδο και μάλλον ατελή πραγματισμό. Ορισμένες χώρες παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι σε κάθε ιδέα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράκαμψη του ΝΑΤΟ, αλλά την ίδια στιγμή υποστηρίζουν την αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, κοινών προμηθειών και βιομηχανικής συνεργασίας. Άλλες προκρίνουν σαφέστερα την ανάγκη στρατηγικής αυτονόμησης, αλλά αποδέχονται ότι η μετάβαση δεν μπορεί να λάβει χώρα εκτός του συμμαχικού πλαισίου. Αυτή η φαινομενικά αντιφατική συνύπαρξη θέσεων δεν είναι ένδειξη αδυναμίας μόνο. Είναι, ταυτόχρονα, η πραγματική μορφή μέσα από την οποία η Ευρώπη παράγει ιστορικά προόδους: όχι μέσω απόλυτης εννοιολογικής καθαρότητας, αλλά μέσω συγκλίσεων που προηγούνται της πλήρους θεωρητικής συμφωνίας. Η ευρωπαϊκή άμυνα, επομένως, ενδέχεται να εμβαθύνει αποτελεσματικότερα όχι όταν υπάρξει μία οριστική και ιδεολογικά συμπαγής λύση, αλλά όταν παγιωθούν αρκετές λειτουργικές συμπτώσεις συμφερόντων ώστε να καθίσταται αδύνατη η επιστροφή στην παλαιότερη αδράνεια.
Από την άποψη της πολιτικής επιστήμης, η εξέλιξη αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι δείχνει ότι οι σύνθετες πολιτικές οντότητες δεν συγκροτούνται πάντοτε μέσα από την άμεση μεταβίβαση πλήρους κυριαρχίας σε ένα νέο επίπεδο εξουσίας. Συχνά συγκροτούνται μέσα από τη σταδιακή πυκνότητα κοινών πρακτικών, κοινών εξαρτήσεων, κοινών χρηματοδοτήσεων και κοινών θεσμικών ρυθμών, οι οποίοι προηγούνται της συμβολικής ολοκλήρωσης. Η ευρωπαϊκή άμυνα φαίνεται να εισέρχεται ακριβώς σε αυτή τη φάση. Η πλήρης πολιτική ενότητα παραμένει μακρινή, αλλά η λειτουργική διασύνδεση μπορεί να επιταχυνθεί. Αυτό σημαίνει ότι η συνοχή δεν πρέπει να μετριέται μόνο με βάση το αν τα κράτη συμφωνούν σε όλα, αλλά με βάση το αν είναι διατεθειμένα να δεσμεύσουν πόρους, χρόνο, διοικητική ικανότητα και πολιτικό κεφάλαιο υπέρ ενός κοινού αμυντικού αποτελέσματος.
Εάν οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες παραμείνουν εγκλωβισμένες σε αργές διαδικασίες και σε υπερβολικά γενικές πολιτικές διακηρύξεις, τότε η σημερινή ατζέντα κινδυνεύει να χάσει τη δυναμική της. Αντιθέτως, εάν η Ευρώπη κατορθώσει να συνδέσει τη θεσμική συνεργασία με συγκεκριμένες δυνατότητες, αν πετύχει απτές βελτιώσεις στην παραγωγή, στην κινητικότητα, στην αεράμυνα, στις κοινές προμήθειες και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, τότε η πολιτική συνοχή θα ενισχυθεί ακριβώς επειδή θα παύσει να είναι αφηρημένη αρχή και θα γίνει εμπειρικά τεκμηριωμένη πραγματικότητα. Με αυτό το κριτήριο, η αμυντική συνοχή δεν είναι μόνο όρος επιτυχίας της πολιτικής· είναι και αποτέλεσμα της επιτυχούς εφαρμογής της. Δημιουργείται, εν μέρει, μέσα από τα ίδια τα εργαλεία που παράγει.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Ευρώπη δεν είναι η συμβολική υιοθέτηση ενός εντυπωσιακού αμυντικού αφηγήματος, αλλά η οικοδόμηση μιας ώριμης πολιτικής ενότητας ικανής να αντέχει τη στρατηγική πολυμορφία της ηπείρου χωρίς να παραλύει από αυτήν. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται απαραίτητα ενιαία στρατηγική ταυτότητα για να αρχίσει να λειτουργεί ως σοβαρότερος αμυντικός δρων. Χρειάζεται, όμως, εκείνο το ελάχιστο αλλά ουσιώδες επίπεδο συνοχής που θα της επιτρέπει να δρα συλλογικά, να σχεδιάζει συντονισμένα και να παραμένει αξιόπιστη σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας. Εάν το κατορθώσει, τότε η ευρωπαϊκή άμυνα δεν θα έχει προχωρήσει μόνο θεσμικά ή επιχειρησιακά. Θα έχει προχωρήσει πολιτικά, δηλαδή στο πεδίο που είναι πάντοτε το δυσκολότερο και το κρισιμότερο: στο πεδίο της συγκρότησης κοινής βούλησης μέσα από την πολλαπλότητα. Και αυτό, τελικά, είναι η ουσία του ευρωπαϊκού στρατηγικού προβλήματος.
Πρόσφατα σχόλια