Η παρούσα φάση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ δείχνει ότι μια εκεχειρία μπορεί να υπάρχει πολιτικά, αλλά να αποδυναμώνεται επιχειρησιακά. Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι η εκεχειρία δεν έχει καταρρεύσει, ενώ οι σημερινές αναφορές περιγράφουν νέα επεισόδια, ανταλλαγές πυρών, επιθέσεις κατά ναυτικών μέσων και αλληλοκατηγορίες για παραβίαση της συμφωνίας αποκλιμάκωσης.

Στις διεθνείς σχέσεις, η εκεχειρία συχνά αντιμετωπίζεται ως ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στον πόλεμο και στην ειρήνη. Στην πράξη, όμως, μπορεί να λειτουργεί ως ασαφές καθεστώς περιορισμένης βίας. Οι πλευρές δεν επιθυμούν να αναγνωρίσουν πλήρη κατάρρευση της αποκλιμάκωσης, διότι κάτι τέτοιο θα αύξανε το πολιτικό κόστος. Ταυτόχρονα, συνεχίζουν να ενεργούν στρατιωτικά όταν θεωρούν ότι απειλούνται ή όταν θέλουν να δοκιμάσουν τα όρια της άλλης πλευράς. Έτσι, η εκεχειρία μετατρέπεται σε γκρίζα ζώνη. Δεν είναι πλήρης ειρήνη. Δεν είναι όμως και επίσημη επιστροφή σε ανοικτό πόλεμο.

Αυτή η γκρίζα ζώνη είναι επικίνδυνη επειδή δημιουργεί διαφορετικές ερμηνείες για το ίδιο γεγονός. Μια στρατιωτική ενέργεια μπορεί να παρουσιαστεί από τη μία πλευρά ως εφαρμογή αποκλεισμού ή αμυντική πράξη και από την άλλη ως κατάφωρη παραβίαση της εκεχειρίας. Μια επίθεση με drone μπορεί να παρουσιαστεί ως απάντηση σε προηγούμενη ενέργεια. Μια αναχαίτιση πλοίου μπορεί να παρουσιαστεί ως προστασία της τάξης ή ως επιθετικός καταναγκασμός. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν επεισόδια. Είναι ότι δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός μηχανισμός ερμηνείας τους.

Η διαχείριση τέτοιων κρίσεων απαιτεί κάτι περισσότερο από δημόσιες δηλώσεις αυτοσυγκράτησης. Απαιτεί διαδικασίες. Χρειάζεται συμφωνημένη γλώσσα για τα όρια της εκεχειρίας και δυνατότητα απορρόφησης ενός περιστατικού χωρίς αυτό να μετατρέπεται σε αλυσιδωτή κλιμάκωση. Αν αυτά λείπουν, η εκεχειρία παραμένει πολιτική επιγραφή πάνω σε ένα επιχειρησιακά ασταθές πεδίο.

Η αμερικανική διοίκηση αντιμετωπίζει ένα κλασικό πρόβλημα αποτροπής. Αν δεν αντιδρά σε ενέργειες που θεωρεί απειλητικές, μειώνει την αξιοπιστία της. Αν αντιδρά δυναμικά, κινδυνεύει να αποδυναμώσει την ίδια τη διαδικασία διαπραγμάτευσης. Η ισχύς πρέπει να είναι αρκετή ώστε να αποτρέπει, αλλά όχι τόσο απρόβλεπτη ώστε να ακυρώνει τη διπλωματία. Αυτό είναι εύκολο ως θεωρητική διατύπωση και εξαιρετικά δύσκολο ως πρακτική διαχείριση, ιδίως όταν τα γεγονότα εξελίσσονται σε λίγα λεπτά και οι πολιτικές συνέπειες παράγονται αμέσως.

Η ιρανική πλευρά, αντιστοίχως, μπορεί να θεωρεί ότι η ελεγχόμενη ένταση αυξάνει τη διαπραγματευτική της ισχύ. Αν η ναυσιπλοΐα παραμένει ασταθής, η πίεση για συμφωνία αυξάνεται. Αν οι αγορές φοβούνται διακοπή ενεργειακών ροών, η κρίση αποκτά διεθνές βάρος. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγκάζονται να παραμένουν στρατιωτικά δεσμευμένες, το κόστος για την Ουάσιγκτον αυξάνεται. Αυτή η λογική όμως έχει όρια. Η ελεγχόμενη ένταση μπορεί εύκολα να γίνει ανεξέλεγκτη όταν το πεδίο είναι γεωγραφικά στενό, στρατιωτικά πυκνό και πολιτικά υπερφορτισμένο.

Η αναμονή απάντησης σε αμερικανική πρόταση ειρήνευσης, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δείχνει ότι η διπλωματία και η στρατιωτική πίεση δεν είναι διαδοχικά στάδια. Συνυπάρχουν. Οι συνομιλίες δεν γίνονται μετά το τέλος της έντασης, αλλά μέσα στην ένταση. Αυτό σημαίνει ότι κάθε επεισόδιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα στη διαπραγμάτευση ή ως λόγος αποχώρησης από αυτήν. Η διαδικασία γίνεται ευάλωτη στην τακτική πραγματικότητα του πεδίου.

Η εκεχειρία επομένως πρέπει να αξιολογηθεί με βάση το αν παράγει προβλέψιμη συμπεριφορά στο πεδίο. Αν τα πλοία συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις, αν οι στρατιωτικές δυνάμεις συνεχίζουν να ανταλλάσσουν πυρά, αν οι πλευρές συνεχίζουν να αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις, τότε η εκεχειρία υπάρχει περισσότερο ως διπλωματικό σχήμα παρά ως πραγματικό καθεστώς σταθερότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστη. Σημαίνει ότι παραμένει ανεπαρκής.

Η ουσιαστική πρόκληση είναι η μετατροπή της εκεχειρίας από εύθραυστη πολιτική αναφορά σε λειτουργικό μηχανισμό αποκλιμάκωσης. Χωρίς αυτό το βήμα, το Ορμούζ θα παραμείνει χώρος όπου κάθε μικρό επεισόδιο μπορεί να έχει δυσανάλογη στρατηγική συνέπεια.