Η διεθνής ναυτιλία λειτουργεί με βάση το κόστος, τον κίνδυνο, την προβλεψιμότητα και την ασφαλιστική κάλυψη. Μια κυβέρνηση μπορεί να δηλώσει ότι επιδιώκει επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ ή να παγώσει προσωρινά μια στρατιωτική επιχείρηση για λόγους διαπραγμάτευσης. Οι εταιρείες, όμως, θα επανέλθουν σε πλήρη δραστηριότητα μόνο όταν θεωρήσουν ότι η διέλευση είναι ασφαλής, οικονομικά βιώσιμη και νομικά καθαρή.
Η σημερινή εικόνα της ναυτιλιακής αγοράς είναι αποκαλυπτική. Ο επικεφαλής της Maersk δήλωσε ότι ακόμη και η επαναλειτουργία των Στενών θα είχε περιορισμένη επίδραση στις ροές φορτίων, καθώς ο κλάδος αντιμετωπίζει ήδη μεγάλη αύξηση ενεργειακού κόστους, με τον λογαριασμό καυσίμων της εταιρείας να έχει σχεδόν διπλασιαστεί από την έναρξη της κρίσης και να προσθέτει έως 500 εκατομμύρια δολάρια μηνιαίως σε κόστος. Η δήλωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι μετατοπίζει τη συζήτηση από το απλό ερώτημα «είναι ανοικτό το πέρασμα;» στο πολύ πιο ουσιαστικό ερώτημα «έχει αποκατασταθεί η οικονομική κανονικότητα της ναυτιλίας;».
Η διαφορά είναι μεγάλη. Ένα πέρασμα μπορεί να ανοίξει πολιτικά, αλλά να παραμείνει εμπορικά μη ελκυστικό. Αν τα ασφάλιστρα παραμένουν υψηλά, αν οι εταιρείες φοβούνται νέα περιστατικά, αν τα πληρώματα εκτίθενται σε κίνδυνο, αν οι ναυλωτές μεταφέρουν το κόστος στους πελάτες και αν οι χρόνοι διέλευσης είναι απρόβλεπτοι, τότε η επαναλειτουργία έχει περιορισμένη πρακτική αξία. Η ναυτιλιακή κανονικότητα δεν είναι μόνο η φυσική δυνατότητα κίνησης. Είναι η επιστροφή σε ένα πλαίσιο όπου οι εταιρείες μπορούν να σχεδιάσουν, να ασφαλίσουν, να τιμολογήσουν και να εκτελέσουν δρομολόγια χωρίς έκτακτες παραδοχές κινδύνου.
Η επίθεση στο πλοίο της CMA CGM, η οποία τραυμάτισε μέλη πληρώματος και προκάλεσε ζημιές στο σκάφος, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ψυχολογία του κλάδου. Για μια ναυτιλιακή εταιρεία, τέτοιες επιθέσεις δεν αποτελούν απλώς είδηση ασφαλείας. Επηρεάζουν την πολιτική προστασίας πληρωμάτων, τις ασφαλιστικές ρήτρες, τις συμβάσεις ναύλωσης και τη σχέση με τους πελάτες.
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η συμπεριφορά των πλοίων που κινούνται με μειωμένη ορατότητα ή με απενεργοποιημένα σήματα εντοπισμού. Πληροφορίες για δεξαμενόπλοια LNG που διέρχονται από τα Στενά με περιορισμένη εκπομπή AIS δείχνουν ότι η αγορά έχει αρχίσει να προσαρμόζεται σε καθεστώς αμυντικής αδιαφάνειας. Αυτό μπορεί να μειώσει την πιθανότητα στοχοποίησης ενός συγκεκριμένου πλοίου, αλλά υπονομεύει τη συνολική διαφάνεια της ναυτιλιακής εικόνας. Όταν η ασφάλεια ενός πλοίου απαιτεί λιγότερη ορατότητα, το σύστημα γίνεται συνολικά πιο δύσκολο στη διαχείριση.
Η ναυτιλία είναι κλάδος που αντιδρά γρήγορα στην αβεβαιότητα, αλλά αργά στην αποκατάσταση εμπιστοσύνης. Η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να προκύψει από ένα και μόνο σοβαρό περιστατικό. Η επιστροφή της απαιτεί επαναλαμβανόμενα θετικά δεδομένα: ασφαλείς διελεύσεις, σταθερές οδηγίες, σαφή κανάλια επικοινωνίας, μειωμένα ασφάλιστρα, ομαλή λειτουργία λιμένων και απουσία νέων επιθέσεων. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν υπάρξει προσωρινή πολιτική συμφωνία, η ναυτιλιακή αγορά θα κινηθεί προσεκτικά. Δεν θα επιστρέψει πλήρως στην κανονικότητα πριν δει ότι το ρίσκο έχει πραγματικά μειωθεί.
Ήδη η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δημιουργεί μια δεύτερη κρίση: κρίση εμπιστοσύνης. Η πρώτη κρίση αφορά την ασφάλεια της διέλευσης. Η δεύτερη αφορά την αξιοπιστία του συστήματος που υποτίθεται ότι εγγυάται αυτή τη διέλευση. Η δεύτερη μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από την πρώτη. Οι ναυτιλιακές εταιρείες, ιδίως οι μεγάλες, δεν αποφασίζουν με βάση την πολιτική αισιοδοξία της ημέρας, αλλά με βάση το σωρευτικό κόστος και την πιθανότητα επανάληψης κινδύνου. Γι’ αυτό η πραγματική επαναλειτουργία των Στενών δεν θα κριθεί από την πρώτη ανακοίνωση συμφωνίας, αλλά από το αν η ναυτιλία θα ξαναδεί την περιοχή ως κανονικό εμπορικό πέρασμα και όχι ως ζώνη εξαιρετικού κινδύνου.
Πρόσφατα σχόλια