Η μετακίνηση του γαλλικού αεροπλανοφόρου Charles de Gaulle και της συνοδευτικής του ναυτικής δύναμης προς περιοχή που επιτρέπει ταχύτερη αντίδραση σε ενδεχόμενη αποστολή στα Στενά του Ορμούζ σηματοδοτεί μια νέα φάση διεθνοποίησης της κρίσης. Μέχρι πρότινος, το βάρος της επιχειρησιακής διαχείρισης εμφανιζόταν να ανήκει κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το Project Freedom να λειτουργεί ως το βασικό πλαίσιο καθοδήγησης εμπορικών πλοίων. Η σημερινή εικόνα είναι διαφορετική: η προσωρινή παύση της αμερικανικής πρωτοβουλίας, η επίθεση στο πλοίο της CMA CGM και η αυξανόμενη ναυτιλιακή αβεβαιότητα δημιουργούν χώρο για μια ευρωπαϊκή ή πολυμερή προσέγγιση, η οποία θα επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από την αμιγώς αμερικανική διαχείριση της κρίσης.

Η Ευρώπη έχει ζωτικό συμφέρον στη διατήρηση ανοικτών θαλασσίων οδών, στην προστασία εμπορικών πλοίων, στην αποφυγή ενεργειακής αποσταθεροποίησης και στη συγκράτηση μιας κρίσης που θα μπορούσε να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία. Παράλληλα, η Ευρώπη γνωρίζει ότι η πλήρης εξάρτηση από την αμερικανική διαχείριση κρίσεων περιορίζει τη δική της στρατηγική αυτονομία. Μια καλά ορισμένη αποστολή θαλάσσιας ασφάλειας μπορεί να λειτουργήσει ως δοκιμασία ευρωπαϊκής επιχειρησιακής αξιοπιστίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα διολισθήσει σε ασαφές πολεμικό πλαίσιο.

Η σημερινή παύση του Project Freedom ενισχύει την ανάγκη εναλλακτικής ή συμπληρωματικής διεθνούς αρχιτεκτονικής. Αν η αμερικανική επιχείρηση αναστέλλεται για να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις, αλλά η εμπορική ναυτιλία εξακολουθεί να κινδυνεύει, τότε δημιουργείται κενό ανάμεσα στη διπλωματία και την ασφάλεια. Το κενό αυτό μπορεί να καλυφθεί είτε με νέα αμερικανική κλιμάκωση είτε με ευρύτερο πολυμερές σχήμα. Το δεύτερο έχει πολιτικά πλεονεκτήματα: μειώνει την εικόνα μονομερούς επιβολής, διευρύνει τη νομιμοποίηση της αποστολής και επιτρέπει στα εμπορικά κράτη να αναλάβουν μέρος της ευθύνης για την προστασία ενός κοινού διεθνούς αγαθού.

Ωστόσο, μια πολυμερής αποστολή δεν είναι απλή υπόθεση. Χρειάζεται σαφή εντολή, ενιαία διοίκηση ή τουλάχιστον αξιόπιστο συντονισμό, καθορισμένους κανόνες εμπλοκής, μηχανισμό επικοινωνίας με τις περιφερειακές αρχές, ασφαλιστική αποδοχή και ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ προστασίας εμπορικής ναυτιλίας και συμμετοχής σε στρατιωτική αντιπαράθεση. Αν η αποστολή δεν οριστεί με ακρίβεια, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στα ίδια διλήμματα που αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον: πότε προστατεύει, πότε παρεμβαίνει, πότε αποτρέπει και πότε κλιμακώνει.

Η ευρωπαϊκή κινητοποίηση έχει και εσωτερική πολιτική διάσταση. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες τους γιατί η ασφάλεια ενός θαλάσσιου περάσματος στον Περσικό Κόλπο αφορά άμεσα την ευρωπαϊκή οικονομία. Η απάντηση είναι σαφής: αφορά την ενέργεια, τις εμπορικές ροές, το κόστος μεταφορών, τις βιομηχανικές αλυσίδες και την ευρύτερη αξιοπιστία του διεθνούς εμπορίου. Όμως η πολιτική αποδοχή μιας αποστολής εξαρτάται από το εάν αυτή εμφανίζεται περιορισμένη, αμυντική και θεσμικά τεκμηριωμένη. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι επιφυλακτικές απέναντι σε ανοικτές στρατιωτικές εμπλοκές. Μια αποστολή θαλάσσιας ασφάλειας μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο αν δεν παρουσιάζεται, ως είσοδος σε πόλεμο.

Η στάση της Νότιας Κορέας είναι ενδεικτική του ευρύτερου προβλήματος διεθνούς συμμετοχής. Η Σεούλ ανέστειλε την εξέταση πιθανής συμμετοχής στο Project Freedom μετά την αμερικανική παύση της επιχείρησης, γεγονός που δείχνει πόσο άμεσα οι εταίροι προσαρμόζονται στις μεταβολές της αμερικανικής γραμμής. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη σταθερού πλαισίου. Καμία χώρα δεν θα δεσμεύσει εύκολα δυνάμεις σε αποστολή της οποίας η πολιτική βάση αλλάζει από ημέρα σε ημέρα. Η πολυμερής αξιοπιστία απαιτεί συνέχεια, όχι αιφνίδιες μετατοπίσεις.

 Η επιτυχία μιας ευρωπαϊκής ή γαλλοβρετανικής αποστολής θα εξαρτηθεί από το αν θα καταφέρει να λειτουργήσει ως μηχανισμός προστασίας, όχι ως μηχανισμός πρόσθετης αντιπαράθεσης. Αν καταφέρει να πείσει τη ναυτιλιακή αγορά ότι προσφέρει προβλέψιμη ασφάλεια, θα έχει πρακτική αξία. Αν περιοριστεί σε επίδειξη παρουσίας χωρίς σαφές πλαίσιο, θα έχει μικρή επίδραση.

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ γίνεται έτσι δοκιμασία για το μέλλον της διεθνούς ναυτικής ασφάλειας. Η αμερικανική ισχύς δεν αρκεί πάντα για την παραγωγή ευρείας νομιμοποίησης. Η ευρωπαϊκή συμμετοχή μπορεί να διευρύνει τη θεσμική βάση της προστασίας των θαλασσίων οδών, αλλά μόνο αν αποφύγει την ασάφεια. Η νέα πραγματικότητα απαιτεί συνδυασμό ισχύος, νομιμοποίησης, επιχειρησιακής ακρίβειας και διπλωματικής αυτοσυγκράτησης.