Το πολιτικό ρεύμα που συγκροτήθηκε γύρω από τον Τραμπ και το America First δεν υπήρξε ποτέ απολύτως ενιαίο ως προς τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Περιέχει ένα ισχυρό ένστικτο εθνικής ισχύος, μια έντονη δυσπιστία απέναντι σε παρατεταμένες εξωτερικές δεσμεύσεις, μια απαίτηση αυστηρότερου επιμερισμού βαρών από συμμάχους, μια σκληρή γραμμή απέναντι στο Ιράν και ταυτόχρονα μια κοινωνική βάση που δεν θέλει νέα εμπλοκή τύπου Ιράκ ή Αφγανιστάν. Η κρίση του Ορμούζ φέρνει αυτά τα στοιχεία σε άμεση επαφή και αναγκάζει τη δεξιά να απαντήσει σε ένα ερώτημα που συχνά απέφευγε: ποια μορφή παγκόσμιας ισχύος είναι συμβατή με το America First;
Η αντιφατικότητα αυτή δεν αποτελεί απλή επικοινωνιακή δυσκολία. Είναι στρατηγική αντίφαση με κοινωνική βάση. Το America First δεν ταυτίζεται με πασιφισμό, ούτε με πλήρη αποχώρηση από τον κόσμο. Η πολιτική του γλώσσα επιτρέπει, και συχνά απαιτεί, σκληρή στάση απέναντι σε αντιπάλους που θεωρούνται ότι υπονομεύουν την αμερικανική ασφάλεια. Ωστόσο, η ίδια γλώσσα απορρίπτει την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να χρηματοδοτούν επ’ αόριστον τη σταθερότητα ενός διεθνούς συστήματος από το οποίο ωφελούνται και άλλοι. Αυτή η διπλή θέση μπορεί να λειτουργεί σε προεκλογική ρητορική. Γίνεται όμως δύσκολη όταν μια κρίση απαιτεί πραγματικές αποφάσεις: ανάπτυξη δυνάμεων, ανάληψη κόστους, συντονισμό με συμμάχους, διαχείριση ενεργειακής αστάθειας και πιθανότητα στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η κρίση στον Περσικό Κόλπο δεν επιτρέπει εύκολη διάκριση ανάμεσα στο «άμεσο αμερικανικό συμφέρον» και στο «διεθνές δημόσιο αγαθό». Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας, η σταθερότητα των ενεργειακών ροών και η αποτροπή ιρανικού καταναγκασμού αφορούν ασφαλώς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταυτόχρονα, αφορούν και την Ευρώπη, την Ασία, τους ενεργειακούς εισαγωγείς, τη ναυτιλιακή βιομηχανία και συνολικά την παγκόσμια αγορά. Αυτό δημιουργεί το κεντρικό πολιτικό ερώτημα για τη ρεπουμπλικανική βάση: γιατί να αναλάβει η Αμερική το κύριο βάρος για ένα σύστημα που δεν υπηρετεί μόνο την ίδια; Το ερώτημα αυτό είναι η πιο πρακτική μορφή του νέου συντηρητικού αντιπαρεμβατισμού.
Η ειδική δυσκολία για τον Τραμπ είναι ότι διαφορετικά τμήματα της παράταξης του αναμένουν διαφορετική συμπεριφορά από τον ίδιο πρόεδρο. Τα γεράκια ασφαλείας απαιτούν σαφή αποτροπή και τιμωρητική ικανότητα απέναντι στην Τεχεράνη. Οι αντιπαρεμβατικοί συντηρητικοί βλέπουν κάθε στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή μέσα από τη μνήμη της στρατηγικής υπερέκτασης. Οι ψηφοφόροι που κινούνται κυρίως από οικονομικό άγχος αξιολογούν την κρίση μέσα από την τιμή της βενζίνης και το κόστος ζωής. Τα ενεργειακά συμφέροντα παρακολουθούν ταυτόχρονα την αστάθεια των τιμών, τις δυνατότητες εγχώριας παραγωγής και την πολιτική διαχείριση των αγορών. Η εθνικοασφαλιστική γραφειοκρατία ενδιαφέρεται για αποτροπή και αξιοπιστία. Οι λαϊκές δυνάμεις της βάσης ζητούν να μη μετατραπεί ξανά η Μέση Ανατολή σε αμερικανικό βάλτο. Ο Τραμπ πρέπει να μιλήσει σε όλα αυτά τα ακροατήρια χωρίς να χάσει την κεντρική εικόνα αποφασιστικότητας.
Τα σημερινά δεδομένα επιτείνουν αυτή την εσωτερική πίεση. Η απάντηση του Ιράν στην αμερικανική πρόταση μέσω Πακιστάν, όπως μετέδωσε το Reuters, δείχνει ότι η κρίση βρίσκεται σε στάδιο όπου η στρατιωτική πίεση, η ναυτική ασφάλεια και η διπλωματική διαπραγμάτευση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Η πρόταση αφορά παύση των εχθροπραξιών και ασφαλή διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, αλλά η ίδια η αβεβαιότητα της διαδικασίας κρατά ενεργό τον κίνδυνο επαναφοράς επιχειρησιακής πίεσης. Αυτό το ενδιάμεσο καθεστώς δεν είναι εύκολο να παρουσιαστεί στο εσωτερικό της δεξιάς. Οι μετριοπαθείς θα το δουν ως αναγκαία διπλωματία. Οι σκληροί θα φοβηθούν υποχώρηση. Οι αντιπαρεμβατικοί θα φοβηθούν διολίσθηση. Οι οικονομικά πιεσμένοι ψηφοφόροι θα ρωτήσουν αν και πότε θα πέσει το κόστος.
Το πρόβλημα της δεξιάς δεν περιορίζεται στην επιλογή ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στην ισχύ και στο κόστος. Η μετατραμπική και τραμπική συντηρητική πολιτική δεν απορρίπτει την ισχύ. Απορρίπτει την ανεξέλεγκτη δαπάνη ισχύος για στόχους που δεν φαίνονται άμεσα ανταποδοτικοί. Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η ίδια βάση που μπορεί να υποστηρίξει σκληρό πλήγμα εναντίον ενός αντιπάλου μπορεί να αντιδράσει σε μια παρατεταμένη επιχείρηση με ασαφή τέλος. Η ίδια βάση που ζητά «σεβασμό» προς την αμερικανική ισχύ μπορεί να απορρίψει το κόστος μιας ακόμη μεσανατολικής στρατιωτικής δέσμευσης. Εδώ βρίσκεται η εσωτερική αστάθεια του America First ως κυβερνητικής στρατηγικής: είναι πιο εύκολο ως κριτική της παλιάς εξωτερικής πολιτικής παρά ως συνεκτικό δόγμα διαχείρισης κρίσεων.
Η δημοσκοπική εικόνα επιβεβαιώνει ότι η κρίση δεν διαμορφώνει απλώς κομματική αντιπαράθεση ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς, αλλά ασκεί πίεση και στο εσωτερικό της ρεπουμπλικανικής συμμαχίας. Το Pew Research Center κατέγραψε ότι οι υψηλότερες τιμές βενζίνης αποτελούν την κορυφαία ανησυχία των Αμερικανών για τον πόλεμο με το Ιράν, με 69% συνολικά να δηλώνει ανησυχία και με σημαντική πλειοψηφία και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ή ρεπουμπλικανικά προσκείμενων ψηφοφόρων, στο 59%. Αυτό το στοιχείο είναι πολιτικά βαρύτερο από όσο φαίνεται. Δείχνει ότι ακόμη και στο εσωτερικό του στρατοπέδου που τείνει να αποδέχεται περισσότερο τη σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν, η οικονομική επίπτωση λειτουργεί ως όριο ανοχής.
Η τιμή της ενέργειας γίνεται έτσι εσωτερικός μηχανισμός πειθαρχίας της εξωτερικής πολιτικής. Η δεξιά μπορεί να αποδεχθεί την προβολή ισχύος εφόσον αυτή φαίνεται να υπηρετεί άμεσα την εθνική ασφάλεια και να παράγει γρήγορο αποτέλεσμα. Όταν όμως η ισχύς συνοδεύεται από υψηλές τιμές καυσίμων, αβεβαιότητα στις αγορές και πιθανότητα παρατεταμένης δέσμευσης, η αρχική στήριξη μετατρέπεται σε ερώτηση κόστους. Η αντίθεση δεν είναι ανάμεσα σε πατριωτισμό και αντιπατριωτισμό. Είναι ανάμεσα σε δύο ερμηνείες του πατριωτισμού: η μία θεωρεί ότι η Αμερική πρέπει να επιβάλλει τη θέλησή της για να προστατεύει την τάξη· η άλλη θεωρεί ότι η Αμερική πρέπει να προστατεύει πρώτα την εσωτερική της αντοχή από το κόστος της εξωτερικής υπερέκτασης.
Η μνήμη του Ιράκ και του Αφγανιστάν διαπερνά αυτή τη σύγκρουση. Για τη δεξιά παλαιότερης κοπής, τα τραύματα αυτών των πολέμων μπορούν να ερμηνευθούν ως λάθη εκτέλεσης, όχι ως απόρριψη της αμερικανικής στρατηγικής πρωτοκαθεδρίας. Για το λαϊκότερο τμήμα της νέας δεξιάς, όμως, αποτελούν τεκμήριο ότι οι ελίτ της Ουάσιγκτον μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα σε πολέμους χωρίς καθαρό αποτέλεσμα, χωρίς ειλικρινή απολογισμό και χωρίς ανάληψη προσωπικού κόστους. Η Μέση Ανατολή δεν είναι ουδέτερο θέατρο στη συνείδηση αυτών των ψηφοφόρων. Είναι φορτισμένος χώρος στρατηγικής δυσπιστίας.
Γι’ αυτό η κρίση του Ορμούζ μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής εσωτερικής ιδεολογικής αναδιάταξης. Αν η επιχείρηση παραμείνει περιορισμένη, οδηγήσει σε συμφωνία και συγκρατήσει τις τιμές, οι υπέρμαχοι της σκληρής πίεσης θα υποστηρίξουν ότι ο Τραμπ απέδειξε τη χρησιμότητα της αποφασιστικής ισχύος. Αν όμως η κρίση παραταθεί, αν υπάρξουν απώλειες, αν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές ή αν οι σύμμαχοι εμφανιστούν απρόθυμοι να μοιραστούν το βάρος, οι αντιπαρεμβατικές φωνές της δεξιάς θα αποκτήσουν ισχυρότερο επιχείρημα. Θα πουν ότι η Ουάσιγκτον επαναλαμβάνει το παλαιό μοτίβο: αναλαμβάνει κόστος για διεθνείς ροές που άλλοι χρειάζονται εξίσου, ενώ οι Αμερικανοί πολίτες πληρώνουν πρώτοι το τίμημα.
Η συμμαχική διάσταση είναι κρίσιμη για το εσωτερικό αφήγημα της δεξιάς. Το America First δεν επιτίθεται απλώς στους αντιπάλους των ΗΠΑ. Επιτίθεται και σε συμμάχους που θεωρούνται ότι επωφελούνται από την αμερικανική ασφάλεια χωρίς επαρκή ανταπόδοση. Σε μια κρίση ναυσιπλοΐας, αυτό το επιχείρημα γίνεται ιδιαίτερα ισχυρό. Η ελευθερία διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ ωφελεί ευρωπαϊκές και ασιατικές οικονομίες, μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες και ενεργειακούς εισαγωγείς. Αν η αμερικανική κοινή γνώμη αισθανθεί ότι οι ΗΠΑ καλούνται ξανά να αναλάβουν το επιχειρησιακό και πολιτικό βάρος, η δυσαρέσκεια δεν θα στραφεί μόνο προς την Τεχεράνη. Θα στραφεί και προς την αρχιτεκτονική της ίδιας της αμερικανικής ηγεσίας.
Η αμερικανική δεξιά βρίσκεται συνεπώς μπροστά σε ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με σύνθημα. Η προστασία των διεθνών ροών είναι πραγματικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών, διότι επηρεάζει ενέργεια, τιμές, συμμαχίες και αξιοπιστία. Η αδιαφορία απέναντι σε μια κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία θα είχε επίσης κόστος. Το ζήτημα είναι ποιος πληρώνει, για πόσο, υπό ποια εντολή και με ποια στρατηγική έξοδο. Εκεί το America First πιέζεται να γίνει πολιτική και όχι μόνο ένστικτο. Η διακυβέρνηση απαιτεί ιεράρχηση, όχι απλή απόρριψη της παλιάς συναίνεσης.
Η επιρροή του προέδρου Τραμπ επιτρέπει σε ετερόκλητους ψηφοφόρους να συνυπάρχουν κάτω από κοινή κομματική ομπρέλα. Η κρίση του Ορμούζ όμως μετατρέπει τη συνύπαρξη σε δοκιμασία. Όσο η κρίση είναι ρητορική ή περιορισμένη, η συνοχή διατηρείται. Όσο το κόστος αυξάνεται, οι εσωτερικές διαφορές γίνονται πιο πραγματικές. Η εξωτερική πολιτική λειτουργεί τότε ως μηχανισμός αποκάλυψης των ρηγμάτων που η κομματική ταύτιση προσωρινά καλύπτει.
Μια γρήγορη αποκλιμάκωση με εμφανές αμερικανικό πλεονέκτημα θα ενισχύσει τη θέση ότι η περιορισμένη αλλά έντονη πίεση είναι αποτελεσματικό εργαλείο. Μια παρατεταμένη κρίση θα ενισχύσει τη θέση ότι η αμερικανική ηγεσία έχει γίνει μηχανισμός μεταφοράς κόστους από τον υπόλοιπο κόσμο προς τον Αμερικανό φορολογούμενο και καταναλωτή. Μια ατελής συμφωνία θα τροφοδοτήσει κατηγορίες υποχώρησης από τα γεράκια και κατηγορίες περιττού ρίσκου από τους αντιπαρεμβατικούς. Η ίδια εξέλιξη μπορεί να διαβαστεί διαφορετικά από κάθε πτέρυγα, γεγονός που δείχνει την απουσία ενιαίου στρατηγικού κέντρου.
Η κρίση φέρνει στην επιφάνεια την ανεπίλυτη ένταση ανάμεσα στη βούληση ισχύος και στην κόπωση από την υπερέκταση, ανάμεσα στην αποτροπή και στην αποφυγή νέας Μέσης Ανατολής, ανάμεσα στην παγκόσμια ηγεσία και στη λαϊκή απαίτηση εσωτερικής προτεραιότητας. Το America First μπορεί να επιβιώσει ως σύνθημα μέσα σε αυτή την ένταση. Ως δόγμα διακυβέρνησης, όμως, θα κριθεί από το αν μπορεί να απαντήσει πειστικά στο πρακτικότερο ερώτημα της κρίσης: πότε η χρήση αμερικανικής ισχύος προστατεύει την Αμερική και πότε αρχίζει να μεταφέρει ξανά στην αμερικανική κοινωνία το κόστος μιας τάξης που δεν θέλει πλέον να πληρώνει μόνη της.
Πρόσφατα σχόλια