Η εσωτερική επίπτωση των επιχειρήσεων στον Περσικό Κόλπο δεν εξαντλείται στην προεδρική αρμοδιότητα, στο ενεργειακό κόστος ή στις ενδοπαραταξιακές εντάσεις της αμερικανικής δεξιάς. Στο βαθύτερο επίπεδο, η κρίση ενεργοποιεί ένα ευρύτερο κοινωνικό υπόστρωμα κόπωσης απέναντι στην ίδια την αμερικανική υπερέκταση. Το ερώτημα που αναδύεται δεν είναι μόνο αν μια συγκεκριμένη επιχείρηση είναι αναγκαία, νόμιμη ή αποτελεσματική. Είναι αν η αμερικανική κοινωνία εξακολουθεί να αποδέχεται τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως βασικού εγγυητή μιας διεθνούς τάξης της οποίας τα οφέλη εμφανίζονται διάχυτα, ενώ τα κόστη γίνονται άμεσα, εθνικά και κοινωνικά ορατά.

Η φράση «γιατί πάλι εμείς;» συνοψίζει αυτή τη μετατόπιση καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρητική διατύπωση. Δεν εκφράζει απλώς απομονωτισμό, ούτε απλή άρνηση διεθνούς ευθύνης. Εκφράζει την αίσθηση ότι η αμερικανική κοινωνία καλείται επανειλημμένα να επωμίζεται το βάρος μιας παγκόσμιας λειτουργίας χωρίς επαρκή εσωτερική ανταπόδοση, χωρίς ισότιμο επιμερισμό από συμμάχους και χωρίς πειστική εξήγηση για το πώς η μακρινή στρατιωτική κινητοποίηση συνδέεται με τη δική της οικονομική και κοινωνική ασφάλεια. Η κοινωνική κόπωση δεν γεννιέται από ένα επεισόδιο. Συσσωρεύεται μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες στρατιωτικής δέσμευσης, δημοσιονομικού κόστους, ασαφών στρατηγικών στόχων και εσωτερικών προτεραιοτήτων που μένουν ανεπαρκώς καλυμμένες.

Η κρίση του Ορμούζ καθιστά αυτή την κόπωση πολιτικά ενεργή επειδή συνδέει τρεις μνήμες και εμπειρίες που στην αμερικανική κοινωνία παραμένουν ισχυρές. Πρώτον, τη μνήμη των πολέμων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, όπου περιορισμένες αρχικές αιτιολογήσεις εξελίχθηκαν σε μακροχρόνιες δεσμεύσεις με υψηλό κόστος και αμφισβητούμενο αποτέλεσμα. Δεύτερον, την εμπειρία της οικονομικής ανασφάλειας, όπου κάθε διεθνές σοκ μεταφράζεται σε τιμές καυσίμων, πληθωρισμό και πίεση στα νοικοκυριά. Τρίτον, την καχυποψία απέναντι στις πολιτικές και στρατηγικές ελίτ, οι οποίες θεωρούνται από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας ότι αποφασίζουν πολέμους και επιχειρήσεις χωρίς να υφίστανται άμεσα το κόστος τους. Αυτές οι τρεις διαστάσεις συγκροτούν το εσωτερικό ψυχολογικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αξιολογείται κάθε νέα επιχείρηση.

Η κοινωνική κόπωση δεν σημαίνει ότι οι Αμερικανοί απορρίπτουν εξ ορισμού κάθε χρήση ισχύος. Η αμερικανική πολιτική κουλτούρα εξακολουθεί να περιέχει ισχυρά στοιχεία πατριωτισμού, στρατιωτικής εμπιστοσύνης και αντίληψης περί ιδιαίτερου διεθνούς ρόλου. Η μεταβολή βρίσκεται αλλού: η ανοχή δεν είναι πλέον αυτόματη. Η στρατιωτική ισχύς πρέπει να αιτιολογείται αυστηρότερα, να οριοθετείται καθαρότερα και να συνδέεται πειστικότερα με εσωτερικό όφελος. Μια κοινωνία που κουράστηκε από ανοιχτές δεσμεύσεις δεν πείθεται από γενικές αναφορές στη διεθνή τάξη. Απαιτεί απάντηση σε πρακτικά ερωτήματα: ποιος είναι ο σκοπός, ποιος πληρώνει, ποιοι άλλοι συμμετέχουν, ποια είναι η έξοδος και γιατί η αποφυγή δράσης θα κόστιζε περισσότερο από τη δράση.

Η σημερινή εμπειρική εικόνα δείχνει ότι η ανησυχία της κοινής γνώμης δεν είναι αφηρημένη. Το Pew Research Center κατέγραψε ότι, σχεδόν έξι εβδομάδες μετά την έναρξη της αμερικανικής στρατιωτικής εκστρατείας κατά του Ιράν, η υψηλότερη τιμή της βενζίνης ήταν η κορυφαία ανησυχία των Αμερικανών, με 69% να δηλώνει ότι ανησυχεί για το ενδεχόμενο αυτό. Η ίδια έρευνα έδειξε και σημαντικές κομματικές διαφοροποιήσεις γύρω από την ανθρωπιστική διάσταση της σύγκρουσης, με τους Δημοκρατικούς πολύ πιθανότερο από τους Ρεπουμπλικανούς να θεωρούν ότι οι ΗΠΑ δεν κάνουν αρκετά για την αποφυγή απωλειών αμάχων. Η σημασία αυτών των δεδομένων δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς. Βρίσκεται στο ότι η εξωτερική επιχείρηση δεν παράγει ένα ενιαίο εσωτερικό ακροατήριο, αλλά διαφορετικές μορφές ανησυχίας: οικονομική, ανθρωπιστική, θεσμική, στρατηγική.

Η κοινωνική κόπωση ενισχύεται όταν η κρίση αποκτά καθημερινή οικονομική μετάφραση. Το Associated Press περιέγραψε την κρίση των Στενών του Ορμούζ ως διαταραχή που έχει κλονίσει την παγκόσμια οικονομία, αυξάνοντας τις τιμές καυσίμων και αφήνοντας δεκάδες χιλιάδες ναυτικούς και εκατοντάδες πλοία εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο. Για την αμερικανική κοινωνία, η σημασία αυτής της διαταραχής δεν περιορίζεται στον ανθρωπιστικό ή ναυτιλιακό της χαρακτήρα. Η κρίση αποκτά πολιτικό περιεχόμενο όταν το μακρινό θαλάσσιο πέρασμα εμφανίζεται να επηρεάζει την εγχώρια οικονομική σταθερότητα, την κατανάλωση, το κόστος μεταφοράς και την αίσθηση καθημερινής ασφάλειας. Η κοινωνία δεν απορρίπτει κατ’ ανάγκην την ανάγκη προστασίας της ναυσιπλοΐας· αμφισβητεί όμως την προθυμία να επωμιστεί αόριστο κόστος χωρίς σαφή απόδοση.

Το κεντρικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι τα οφέλη της αμερικανικής ηγεμονικής λειτουργίας είναι συχνά αόρατα όταν αυτή επιτυγχάνει, ενώ τα κόστη της γίνονται αμέσως ορατά όταν η κρίση παρατείνεται. Όταν οι θαλάσσιες οδοί λειτουργούν κανονικά, η κοινωνία σπάνια αποδίδει την καθημερινή οικονομική ομαλότητα στην αμερικανική ναυτική ισχύ. Όταν όμως μια κρίση ανεβάζει τις τιμές, απαιτεί στρατιωτική ανάπτυξη ή δημιουργεί φόβο εμπλοκής, το κόστος προσωποποιείται πολιτικά. Αυτή η ασυμμετρία είναι θεμελιώδης για την κρίση νομιμοποίησης της αμερικανικής ισχύος. Η ηγεμονία παράγει τάξη ως υπόβαθρο· η κοινωνία όμως αντιλαμβάνεται κυρίως το κόστος της διατήρησης αυτού του υποβάθρου.

Η κοινωνική κόπωση λειτουργεί επίσης ως περιορισμός στρατηγικού χρόνου. Μια κυβέρνηση μπορεί να ξεκινήσει επιχείρηση γρήγορα, αλλά δεν μπορεί να διατηρήσει πολιτική υποστήριξη επ’ αόριστον χωρίς απτό αποτέλεσμα. Η ανοχή μειώνεται όσο η επιχείρηση παρατείνεται, όσο οι τιμές πιέζουν την καθημερινότητα, όσο οι στόχοι παραμένουν ασαφείς και όσο η διοίκηση φαίνεται να μετακινείται ανάμεσα σε στρατιωτική πίεση, διπλωματική αναμονή και απειλή επανεκκίνησης επιχειρήσεων. Η κοινωνία μπορεί να αποδεχθεί προσωρινή ένταση όταν πιστεύει ότι υπάρχει σαφής πορεία. Δυσκολεύεται να αποδεχθεί παρατεταμένη αβεβαιότητα, ιδίως σε μια περιοχή που στη συλλογική μνήμη συνδέεται με προηγούμενες αμερικανικές στρατηγικές αποτυχίες.

Η εσωτερική πολιτική δυναμική γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή η κόπωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Οι στρατιωτικές οικογένειες βιώνουν την κρίση μέσα από την πιθανότητα ανάπτυξης, απώλειας ή παράτασης υπηρεσίας. Τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα τη βιώνουν μέσα από καύσιμα, τρόφιμα και μεταφορές. Οι αγροτικές και προαστιακές περιοχές τη βιώνουν εντονότερα λόγω εξάρτησης από το αυτοκίνητο και ενεργειακό κόστος. Οι επιχειρηματικοί κλάδοι τη βιώνουν μέσα από κόστος εφοδιασμού και αβεβαιότητα. Οι πολιτικά ενεργοί ψηφοφόροι τη βιώνουν μέσα από το φίλτρο της ιδεολογίας και της δυσπιστίας προς τις ελίτ. Η ίδια κρίση παράγει πολλά εσωτερικά ακροατήρια, και κάθε ακροατήριο απαιτεί διαφορετική μορφή πειθούς.

Η παλαιότερη συναίνεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να παρέχουν διεθνή δημόσια αγαθά έχει αποδυναμωθεί επειδή δεν συνοδεύεται πλέον από αυτονόητη κοινωνική εμπιστοσύνη. Η αμερικανική ηγεσία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στηρίχθηκε στην ιδέα ότι η προστασία της διεθνούς τάξης υπηρετεί τελικά την αμερικανική ευημερία. Η ιδέα αυτή δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά πρέπει πλέον να αποδεικνύεται σε κάθε μεγάλη κρίση. Η κοινωνία ζητά σύνδεση ανάμεσα στην εξωτερική δαπάνη και στο εσωτερικό όφελος. Η γενική επίκληση της παγκόσμιας σταθερότητας δεν αρκεί όταν η εσωτερική εμπειρία είναι ακρίβεια, ανασφάλεια και κόπωση από διαρκείς διεθνείς δεσμεύσεις.

Το ερώτημα «γιατί πάλι εμείς;» ενισχύεται και από την αίσθηση άνισης συμμαχικής κατανομής βαρών. Η προστασία των Στενών του Ορμούζ αφορά σαφώς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αφορά επίσης ευρωπαϊκές και ασιατικές οικονομίες, μεγάλους ενεργειακούς εισαγωγείς, ναυτιλιακές εταιρείες και παγκόσμιες αγορές. Όταν η αμερικανική κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι οι ΗΠΑ επωμίζονται το κύριο πολιτικό και στρατιωτικό βάρος μιας λειτουργίας από την οποία ωφελούνται πολλοί, η ηγεμονική ευθύνη αρχίζει να εμφανίζεται ως άδικη επιβάρυνση. Αυτό δεν οδηγεί αυτομάτως σε αποχώρηση από τον κόσμο, αλλά ενισχύει τη ζήτηση για αυστηρότερο επιμερισμό κόστους και πιο στενό ορισμό του εθνικού συμφέροντος.

Η κρίση στον Περσικό Κόλπο φωτίζει συνεπώς ένα βαθύτερο πρόβλημα αμερικανικής στρατηγικής κουλτούρας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ακόμη το υλικό δυναμικό μιας παγκόσμιας δύναμης, αλλά η κοινωνική βάση της παγκόσμιας λειτουργίας τους έχει γίνει πιο δύσπιστη. Η ισχύς δεν μπορεί να αναπαράγεται μόνο με μέσα, βάσεις, στόλους και συμμαχίες. Χρειάζεται εσωτερική πολιτική υπομονή. Χρειάζεται κοινωνική αίσθηση σκοπού. Χρειάζεται πεποίθηση ότι το κόστος δεν είναι απλώς βάρος που αναλαμβάνει η κοινωνία για λογαριασμό ενός απρόσωπου διεθνούς συστήματος. Όσο αυτά τα στοιχεία αποδυναμώνονται, τόσο περισσότερο κάθε εξωτερική επιχείρηση πρέπει να περνά από αυστηρότερη εσωτερική δοκιμασία.

Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει αυτή τη δυσκολία με ιδιόμορφο τρόπο, επειδή η ίδια η πολιτική του ταυτότητα στηρίζεται στην αμφισβήτηση του παλαιού ηγεμονικού αυτοματισμού. Το America First δεν γεννήθηκε ως πλήρες στρατηγικό δόγμα, αλλά ως πολιτική αντίδραση σε μια αίσθηση υπερέκτασης, άνισης επιβάρυνσης και εσωτερικής παραμέλησης. Μια κρίση στον Περσικό Κόλπο υποχρεώνει αυτή την αντίδραση να γίνει κυβερνητική επιλογή. Η διοίκηση πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύσει κρίσιμα συμφέροντα χωρίς να επαναλάβει τη λογική των ανοιχτών δεσμεύσεων που κατήγγειλε. Αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο από την προεκλογική καταγγελία του παλαιού κατεστημένου.

Η κοινωνική κόπωση δεν λειτουργεί ως απόλυτη απαγόρευση δράσης. Λειτουργεί ως απαίτηση αυξημένης απόδειξης. Η κυβέρνηση πρέπει να δείξει ότι ο σκοπός είναι περιορισμένος, ότι το κόστος είναι ελεγχόμενο, ότι οι σύμμαχοι συμβάλλουν, ότι η επιχείρηση δεν μετατρέπεται σε καθεστώς μόνιμης έντασης και ότι υπάρχει πολιτικά κατανοητή έξοδος. Αν αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν, η κοινωνική κόπωση γίνεται εσωτερικός μηχανισμός φθοράς. Δεν χρειάζεται μαζικό αντιπολεμικό κίνημα για να περιοριστεί η προεδρική δράση. Αρκεί η συσσώρευση δυσπιστίας, οικονομικής δυσαρέσκειας και χαμηλής ανοχής σε νέα αβεβαιότητα.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η εσωτερική αντοχή αποτελεί πλέον μέρος της ίδιας της στρατηγικής ισχύος. Οι αντίπαλοι των ΗΠΑ δεν αξιολογούν μόνο τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες. Αξιολογούν και τον πολιτικό χρόνο της Ουάσιγκτον, την κοινωνική κόπωση, την κομματική πόλωση και την ευαισθησία στις τιμές καυσίμων. Μια παρατεταμένη κρίση μπορεί να επιδιώκει ακριβώς αυτό: όχι στρατιωτική νίκη επί των ΗΠΑ, αλλά αύξηση του εσωτερικού κόστους της αμερικανικής δράσης. Η κοινωνική κόπωση γίνεται έτσι εξωτερικά αξιοποιήσιμη μεταβλητή. Όσο περισσότερο η αμερικανική κοινωνία αμφιβάλλει για το νόημα του κόστους, τόσο λιγότερο ελεύθερη είναι η αμερικανική κυβέρνηση στη χρήση ισχύος.

Η κρίση του Ορμούζ δείχνει, τελικά, ότι η αμερικανική ηγεμονία δεν δοκιμάζεται μόνο από ανταγωνιστές, συμμαχικές αμφιθυμίες ή επιχειρησιακούς κινδύνους. Δοκιμάζεται από την εσωτερική κοινωνική της νομιμοποίηση. Η ισχύς που δεν μπορεί να εξηγηθεί στο εσωτερικό καθίσταται πιο δύσκολη στη χρήση στο εξωτερικό. Η κοινωνία που αισθάνεται ότι πληρώνει χωρίς να πείθεται για το όφελος περιορίζει την πολιτική εμβέλεια ακόμη και της ισχυρότερης στρατιωτικής μηχανής. Το ερώτημα «γιατί πάλι εμείς;» δεν είναι ρητορική δυσαρέσκεια. Είναι ένδειξη ότι η παλαιά σχέση ανάμεσα στην παγκόσμια ηγεσία και στην εσωτερική συναίνεση έχει φθαρεί.

 Είναι σαφές ότι η μελλοντική βιωσιμότητα της αμερικανικής ισχύος θα εξαρτηθεί από την ικανότητα κάθε κυβέρνησης να μετατρέπει τη διεθνή ευθύνη σε εσωτερικά κατανοητό συμφέρον, να αποδεικνύει ότι το κόστος έχει σκοπό και να αποφεύγει τη διολίσθηση σε δεσμεύσεις που η κοινωνία αναγνωρίζει πλέον ως γνώριμο μοτίβο υπερέκτασης