Η εσωτερική νομοθέτηση των θαλάσσιων αξιώσεων που συνδέονται με τη «Γαλάζια Πατρίδα» αποκτά ιδιαίτερη νομική σημασία όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της διεθνούς ευθύνης του κράτους. Η απλή ψήφιση ενός νόμου μπορεί, σε πρώτη φάση, να έχει κυρίως πολιτικό και θεσμικό χαρακτήρα. Η εφαρμογή του όμως από κρατικά όργανα σε βάρος ελληνικής κυριαρχίας ή ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει διεθνώς παράνομη συμπεριφορά. Το γεγονός ότι μια τέτοια συμπεριφορά θα καλύπτεται εσωτερικά από τουρκικό νόμο δεν μειώνει, αλλά ενδέχεται να ενισχύει, την απόδοσή της στο τουρκικό κράτος.
Η αρχή της διεθνούς ευθύνης είναι σαφής: πράξη κρατικού οργάνου που παραβιάζει διεθνή υποχρέωση αποδίδεται στο κράτος. Η εσωτερική νομοθετική εξουσιοδότηση δεν λειτουργεί ως ασπίδα έναντι της διεθνούς παρανομίας. Εάν τουρκική ακτοφυλακή, πολεμικό ναυτικό, ερευνητικό σκάφος, διοικητική αρχή ή κρατικά εποπτευόμενος φορέας ενεργήσει σε θαλάσσια περιοχή όπου η Ελλάδα έχει κυριαρχία, κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιοδοτικές αρμοδιότητες, η Τουρκία δεν θα μπορεί να επικαλεστεί τον εθνικό της νόμο ως λόγο δικαιολόγησης. Η διεθνής έννομη τάξη κρίνει την πράξη με βάση το διεθνές δίκαιο, όχι με βάση την εσωτερική της νομιμοποίηση.
Η σημασία αυτής της αρχής είναι πρακτική. Η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει έναν νόμο περί θαλασσίων ζωνών ως βάση για αδειοδοτήσεις, έρευνες, ναυτικές οδηγίες, ασκήσεις, παρενοχλήσεις ή διοικητικές πράξεις σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος. Κάθε τέτοια ενέργεια πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς ως πιθανή διεθνώς παράνομη πράξη. Η Ελλάδα οφείλει να μην περιοριστεί στην κριτική του γενικού νομοθετικού πλαισίου, αλλά να καταγράφει κάθε εφαρμοστική πράξη, τον φορέα που την εκδίδει, την περιοχή που αφορά, τη σχέση της με ελληνικά δικαιώματα και την παραβίαση που συνεπάγεται. Η τεκμηριωμένη καταγραφή είναι προϋπόθεση για τη συγκρότηση φακέλου διεθνούς ευθύνης.
Η εφαρμογή της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα μπορούσε να προσβάλει διαφορετικές κατηγορίες ελληνικών δικαιωμάτων. Στην αιγιαλίτιδα ζώνη, η παραβίαση θα αφορούσε άμεσα την ελληνική κυριαρχία. Στην υφαλοκρηπίδα, θα αφορούσε κυριαρχικά δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, τα οποία υφίστανται αυτοδικαίως. Στην ΑΟΖ, όπου έχει ανακηρυχθεί ή οριοθετηθεί κατά περίπτωση, θα μπορούσε να αφορά λειτουργικές αρμοδιότητες οικονομικής εκμετάλλευσης, περιβαλλοντικής προστασίας ή επιστημονικής έρευνας. Σε περιοχές όπου υπάρχει ανάγκη οριοθέτησης, η Τουρκία οφείλει να απέχει από μονομερείς πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο την τελική συμφωνία ή επιβάλλουν τετελεσμένα. Το διεθνές δίκαιο απαιτεί αυτοσυγκράτηση σε εκκρεμείς οριοθετήσεις, ιδίως όταν οι ενέργειες έχουν μόνιμο ή μη αναστρέψιμο χαρακτήρα.
Η ευθύνη της Τουρκίας θα μπορούσε επίσης να συνδεθεί με την απαγόρευση απειλής ή χρήσης βίας. Η χρήση νομοθετικής πράξης ως υποβάθρου στρατιωτικής πίεσης ή απειλής προς την Ελλάδα θα εντασσόταν σε πλαίσιο διεθνούς παρανομίας. Η απόφαση περί casus belli του 1995 έχει ήδη δημιουργήσει βαρύ προηγούμενο. Αν μια νέα νομοθετική κωδικοποίηση χρησιμοποιηθεί για να αποτρέψει την Ελλάδα από την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, η τουρκική συμπεριφορά θα επιβεβαιώνει μοτίβο καταναγκαστικής διπλωματίας. Η Ελλάδα πρέπει να συνδέει νομικά την τουρκική απειλή με το ζήτημα της κρατικής ευθύνης, ώστε η συζήτηση να μη μένει στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η αρχή της καλής πίστης έχει επίσης σημασία. Τα κράτη που έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές και εκκρεμή ζητήματα οριοθέτησης οφείλουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που δεν επιδεινώνει τη διαφορά. Η μονομερής νομοθετική κωδικοποίηση μέγιστων αξιώσεων, όταν συνδυάζεται με εφαρμοστικές πράξεις, αντιβαίνει στο πνεύμα καλόπιστης διαπραγμάτευσης. Η Τουρκία δεν μπορεί να επικαλείται την ανάγκη διαλόγου ενώ παράλληλα επιχειρεί να δημιουργήσει εσωτερικό καθεστώς που προκαταλαμβάνει το αποτέλεσμα κάθε οριοθέτησης. Η Ελλάδα πρέπει να αναδείξει αυτή την αντίφαση σε διεθνές επίπεδο, διότι η καλή πίστη αποτελεί βασικό κριτήριο αξιολόγησης κρατικής συμπεριφοράς.
Σημαντικό ρόλο έχει και η έννοια της κατάχρησης δικαιώματος. Η Τουρκία έχει, όπως κάθε κράτος, δικαίωμα εσωτερικής νομοθέτησης. Η άσκηση όμως ενός δικαιώματος εσωτερικής οργάνωσης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την υπονόμευση δικαιωμάτων τρίτου κράτους. Όταν η εσωτερική νομοθεσία αποκτά εξωτερική αναθεωρητική στόχευση, η άσκηση της νομοθετικής αρμοδιότητας παύει να είναι ουδέτερη. Η Ελλάδα μπορεί να υποστηρίξει ότι η Τουρκία επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον τύπο του εσωτερικού νόμου για σκοπό ασύμβατο με τη διεθνή νομιμότητα: την κατασκευή τετελεσμένων και την άσκηση πίεσης σε νόμιμα ελληνικά δικαιώματα.
Η πρακτική διάσταση της ελληνικής αντίδρασης είναι κρίσιμη. Για κάθε τουρκική πράξη εφαρμογής του νόμου πρέπει να υπάρχει άμεση ελληνική απάντηση. Η απάντηση πρέπει να περιλαμβάνει νομική διαμαρτυρία, καταγραφή παραβίασης, επιφύλαξη δικαιωμάτων και ενημέρωση αρμόδιων διεθνών φορέων. Σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων ενεργειών, η Ελλάδα πρέπει να συγκροτεί αθροιστική τεκμηρίωση, ώστε να αποδεικνύεται συστηματικότητα και όχι μεμονωμένο περιστατικό. Η συστηματικότητα έχει βαρύτητα, διότι μπορεί να δείξει οργανωμένη κρατική πολιτική και όχι απλή διοικητική παρεκτροπή.
Η Ελλάδα πρέπει επίσης να αποφεύγει διατυπώσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αποδοχή αμφισβητούμενου πλαισίου. Η γλώσσα της αντίδρασης πρέπει να παραμένει νομικά ακριβής: παραβίαση κυριαρχίας όπου πρόκειται για χωρικά ύδατα ή έδαφος, παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων όπου πρόκειται για υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ, μη αντιταξιμότητα τουρκικών πράξεων, επιφύλαξη δικαιωμάτων, ευθύνη του τουρκικού κράτους, υποχρέωση αποχής από μονομερείς ενέργειες. Η ακρίβεια της ορολογίας αποτρέπει τη σύγχυση που συχνά επιδιώκει η τουρκική πλευρά.
Η διεθνής ευθύνη έχει και αποτρεπτική λειτουργία. Εάν η Τουρκία γνωρίζει ότι κάθε εφαρμογή της νομοθετικής της αξίωσης θα καταγράφεται ως πιθανή παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης, αυξάνεται το πολιτικό και νομικό κόστος των ενεργειών της. Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει τη νομική της αντίδραση σε μηχανισμό αποτροπής. Αυτό δεν σημαίνει δικαστικοποίηση κάθε επεισοδίου. Σημαίνει συγκρότηση σοβαρού θεσμικού πλαισίου, το οποίο καθιστά την τουρκική δράση λιγότερο ανώδυνη και περισσότερο εκτεθειμένη.
Η ευρωπαϊκή και διεθνής διάσταση ενισχύει αυτή την αποτροπή. Η Ελλάδα πρέπει να ενημερώνει εγκαίρως την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Ηνωμένα Έθνη και τους κρίσιμους διεθνείς εταίρους ότι η τουρκική νομοθετική πρωτοβουλία μπορεί να αποτελέσει βάση διεθνώς παράνομων ενεργειών. Η επισήμανση αυτή πρέπει να γίνει πριν από την πλήρη εφαρμογή του νόμου, ώστε να υπάρχει προληπτική πολιτική πίεση. Η Τουρκία πρέπει να γνωρίζει ότι η εφαρμογή του δόγματος δεν θα αντιμετωπιστεί ως διμερής τεχνική διαφορά, αλλά ως ζήτημα διεθνούς ευθύνης.
Το συμπέρασμα είναι ότι η νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν πρέπει να αναλυθεί μόνο ως νομικά ανίσχυρη έναντι της Ελλάδας. Πρέπει να αναλυθεί και ως πιθανή αφετηρία διεθνώς παράνομων πράξεων, εφόσον χρησιμοποιηθεί για δράση εις βάρος ελληνικών δικαιωμάτων. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να μεταφέρει το βάρος από την αφηρημένη διαφωνία στο συγκεκριμένο πλαίσιο ευθύνης. Κάθε παράνομη εφαρμογή πρέπει να αποδίδεται στο τουρκικό κράτος. Κάθε εσωτερική νομοθετική επίκληση πρέπει να απορρίπτεται ως λόγος δικαιολόγησης. Κάθε ελληνικό δικαίωμα πρέπει να συνοδεύεται από νομική επιφύλαξη και έμπρακτη προστασία. Μόνο έτσι η ελληνική θέση αποκτά πλήρη θεσμική θωράκιση.
Πρόσφατα σχόλια