Η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα εξωτερικά της σύνορα αποτελούν εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, οι θαλάσσιες πολιτικές της συνδέονται με ενωσιακές αρμοδιότητες και η άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έχει ευρωπαϊκή θεσμική διάσταση. Η τουρκική προσπάθεια νομοθετικής κατοχύρωσης μονομερών θαλάσσιων αξιώσεων πρέπει, συνεπώς, να αναλυθεί και ως πρόκληση προς την ευρωπαϊκή έννομη τάξη, στον βαθμό που επιχειρεί να επηρεάσει χώρο στον οποίο εφαρμόζονται δικαιώματα, πολιτικές και αρμοδιότητες κράτους-μέλους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι κράτος με ενιαία θαλάσσια κυριαρχία, όμως η έννομη τάξη της στηρίζεται στον σεβασμό των συνόρων και των δικαιωμάτων των κρατών-μελών. Όταν τρίτο κράτος επιχειρεί να αμφισβητήσει θαλάσσιες αρμοδιότητες κράτους-μέλους, η αμφισβήτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς περιφερειακή διένεξη. Επηρεάζει την εφαρμογή ενωσιακών πολιτικών στους τομείς της θαλάσσιας χωροταξίας, της περιβαλλοντικής προστασίας, της ενέργειας, της αλιείας, της ασφάλειας θαλάσσιων μεταφορών και της προστασίας εξωτερικών συνόρων. Η Ελλάδα πρέπει να αναδείξει ότι η τουρκική νομοθέτηση, εφόσον περιλαμβάνει περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, αποκτά ευρωπαϊκή νομικοπολιτική σημασία.
Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος, έχει υποχρεώσεις και αρμοδιότητες για την οργάνωση χρήσεων στον θαλάσσιο χώρο της. Η Τουρκική αντίδραση σε ελληνικές χωροταξικές αποτυπώσεις δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως διμερής αντίρρηση. Στην πραγματικότητα, αφορά την ικανότητα κράτους-μέλους να εφαρμόζει ενωσιακές πολιτικές στον χώρο όπου διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιοδοτικές αρμοδιότητες. Εάν η Τουρκία, μέσω εσωτερικού νόμου, επιχειρεί να αμφισβητήσει ή να περιορίσει αυτή την ικανότητα, το ζήτημα αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας δικαίου.
Η περιβαλλοντική πολιτική προσφέρει ανάλογο παράδειγμα. Τα θαλάσσια πάρκα, οι προστατευόμενες περιοχές, οι περιορισμοί σε επιβλαβείς δραστηριότητες και η διαχείριση θαλάσσιας βιοποικιλότητας εντάσσονται σε ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η Ελλάδα έχει αρμοδιότητα και υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα προστασίας στις περιοχές όπου ασκεί δικαιοδοσία. Η τουρκική αμφισβήτηση τέτοιων μέτρων αποσκοπεί στη μείωση της ελληνικής διοικητικής παρουσίας στον θαλάσσιο χώρο. Η ελληνική απάντηση πρέπει να επισημαίνει ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να τελεί υπό την αίρεση αναθεωρητικών αξιώσεων τρίτου κράτους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσμικό συμφέρον να προστατεύσει την εφαρμογή των περιβαλλοντικών της πολιτικών.
Η ενεργειακή διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί περιοχή αυξανόμενης σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια, τις υποδομές, τις έρευνες υδρογονανθράκων και τις θαλάσσιες διασυνδέσεις. Οι ελληνικές αδειοδοτήσεις νοτίως της Κρήτης και σε άλλες περιοχές αποτελούν άσκηση κρατικής πολιτικής με ευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Η Τουρκική προσπάθεια να προβάλει αξιώσεις σε περιοχές που σχετίζονται με ελληνικές ενεργειακές δραστηριότητες δεν πλήττει μόνο την Ελλάδα. Δημιουργεί αβεβαιότητα για επενδύσεις, για ενεργειακούς σχεδιασμούς και για την προβλεψιμότητα του ευρωπαϊκού θαλάσσιου χώρου. Η Ελλάδα πρέπει να εντάξει την επιχειρηματολογία της στο πλαίσιο της ενεργειακής ασφάλειας της Ένωσης.
Η σχέση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει τη βαρύτητα του ζητήματος. Η Τουρκία δεν είναι απομονωμένο τρίτο κράτος χωρίς θεσμικούς δεσμούς με την Ευρώπη. Διατηρεί σύνθετο πλέγμα σχέσεων με την Ένωση, από την τελωνειακή ένωση έως τη μεταναστευτική συνεργασία και τις πολιτικές σχέσεις. Η Ελλάδα πρέπει να επιμένει ότι η προνομιακή ή λειτουργική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση προϋποθέτει σεβασμό των δικαιωμάτων των κρατών-μελών και αποχή από μονομερείς αναθεωρητικές πρακτικές. Η τουρκική νομοθέτηση θαλάσσιων αξιώσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένα από το ευρύτερο πλαίσιο ευρωτουρκικών σχέσεων.
Η ευρωπαϊκή γλώσσα πρέπει να είναι συγκεκριμένη. Γενικές εκκλήσεις για αποκλιμάκωση έχουν περιορισμένη αξία όταν δεν διακρίνουν τον φορέα της αναθεωρητικής αξίωσης από το κράτος που ασκεί νόμιμα δικαιώματα. Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει διατυπώσεις που αναγνωρίζουν ρητά ότι οι μονομερείς πράξεις τρίτου κράτους δεν μπορούν να θίξουν δικαιώματα κράτους-μέλους, ότι οι θαλάσσιες διαφορές πρέπει να επιλύονται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ότι η απειλή χρήσης βίας είναι απαράδεκτη και ότι η εφαρμογή ενωσιακών πολιτικών δεν μπορεί να παρεμποδίζεται από εξωγενείς αμφισβητήσεις. Η ασάφεια εξυπηρετεί τον αναθεωρητικό δρώντα. Η ακρίβεια ενισχύει τη νομιμότητα.
Η Ελλάδα οφείλει επίσης να χρησιμοποιήσει την ευρωπαϊκή διάσταση χωρίς να υποκαταστήσει την εθνική ευθύνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προσφέρει πολιτική, θεσμική και διπλωματική στήριξη. Η άσκηση όμως ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων παραμένει πρωτίστως ευθύνη του ελληνικού κράτους. Η ευρωπαϊκή οδός δεν πρέπει να λειτουργεί ως πρόσχημα αδράνειας. Πρέπει να ενταχθεί σε συνολική εθνική στρατηγική που περιλαμβάνει νομική τεκμηρίωση, ενεργητική διπλωματία, αποτροπή και πρακτική άσκηση δικαιωμάτων. Η ευρωπαϊκή στήριξη έχει αξία όταν συναντά ελληνική αποφασιστικότητα.
Η τουρκική νομοθετική κωδικοποίηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την Ελλάδα ως αφορμή για θεσμική αναβάθμιση της ευρωπαϊκής συζήτησης. Η Αθήνα πρέπει να ζητήσει από την Ένωση να αντιμετωπίζει τις τουρκικές θαλάσσιες αξιώσεις όχι ως περιστασιακές εντάσεις, αλλά ως συστηματικό μοτίβο αμφισβήτησης χώρου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Αυτό απαιτεί ενημερωτικά υπομνήματα, νομικές γνωμοδοτήσεις, χαρτογραφική τεκμηρίωση, σύνδεση με ενωσιακές πολιτικές και ανάδειξη των συνεπειών για την περιφερειακή σταθερότητα. Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει το ζήτημα από ελληνοτουρκικό επεισόδιο σε ευρωπαϊκή υπόθεση ασφάλειας δικαίου.
Στο πεδίο του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, η ευρωπαϊκή διάσταση δεν καταργεί την αυτοτέλεια των ελληνικών επιχειρημάτων. Τα ενισχύει. Η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται στους τίτλους κυριαρχίας, στο Δίκαιο της Θάλασσας, στη θέση των νησιών, στην απαγόρευση απειλής βίας και στη μη αντιταξιμότητα μονομερών πράξεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσθέτει θεσμικό βάρος, πολιτική πίεση και πλαίσιο ευρύτερης νομιμότητας. Η ελληνική στρατηγική πρέπει να συνθέσει τα δύο επίπεδα: διεθνές δίκαιο ως νομική βάση, ευρωπαϊκή έννομη τάξη ως θεσμικό πεδίο υποστήριξης.
Η τελική αποτίμηση είναι ότι η τουρκική «Γαλάζια Πατρίδα», εφόσον επιχειρεί να αποκτήσει νομοθετική μορφή με εξωτερική στόχευση, αφορά ευθέως και την Ευρώπη. Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει τη διπλωματική συρρίκνωση του ζητήματος σε έναν ακόμη κύκλο ελληνοτουρκικής έντασης. Η ουσία είναι ευρύτερη: τρίτο κράτος επιχειρεί να θεσμοποιήσει θαλάσσιες αξιώσεις που επηρεάζουν κράτος-μέλος, ευρωπαϊκές πολιτικές, ενεργειακά συμφέροντα, περιβαλλοντικές αρμοδιότητες και την ασφάλεια δικαίου σε κρίσιμη περιοχή.
Πρόσφατα σχόλια