Η μονομερής δράση είναι φυσικό στοιχείο της κρατικής λειτουργίας. Το ερώτημα δεν είναι αν το κράτος μπορεί να ενεργεί μονομερώς, αλλά πότε μια μονομερής πράξη παράγει διεθνή έννομα αποτελέσματα και πότε παραμένει εσωτερικά ισχυρή αλλά διεθνώς μη αντιτάξιμη έναντι τρίτων.
Η διεθνής έννομη τάξη δεν απορρίπτει εκ προοιμίου τις μονομερείς πράξεις. Ορισμένες μπορούν να έχουν έννομη σημασία, ιδίως όταν εκφράζουν σαφή βούληση δέσμευσης, όταν απευθύνονται στη διεθνή κοινότητα, όταν δεν παραβιάζουν δικαιώματα τρίτων και όταν συνάδουν με υφιστάμενους κανόνες. Διαφορετική είναι η περίπτωση μονομερούς πράξης που αποσκοπεί στην επέκταση αρμοδιοτήτων, στην παραγωγή δικαιωμάτων εις βάρος άλλου κράτους ή στην ανατροπή υφιστάμενης διεθνούς κατάστασης. Εκεί η μονομερής βούληση προσκρούει στο θεμελιώδες όριο της διεθνούς έννομης τάξης: κανένα κράτος δεν μπορεί μόνο του να δημιουργήσει δικαιώματα πάνω στα δικαιώματα άλλου κράτους.
Η εσωτερική νομοθεσία έχει ιδιαίτερη θέση μέσα σε αυτή τη συζήτηση. Ο νόμος είναι κορυφαία πράξη της εσωτερικής έννομης τάξης. Δεσμεύει τη διοίκηση, τα δικαστήρια, τα κρατικά όργανα και τους πολίτες. Η διεθνής του διάσταση, όμως, δεν κρίνεται από την τυπική του ιεραρχία στο εσωτερικό δίκαιο. Κρίνεται από τη συμβατότητά του με το διεθνές δίκαιο. Ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί το εσωτερικό του δίκαιο για να αποφύγει διεθνή υποχρέωση. Ούτε μπορεί να επικαλεστεί εσωτερικό νόμο για να περιορίσει δικαίωμα τρίτου κράτους. Η διεθνής έννομη τάξη θα καθίστατο ασταθής εάν κάθε κράτος μπορούσε να μετατρέπει την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία σε πηγή διεθνών τίτλων.
Η διάκριση μεταξύ εσωτερικής ισχύος και διεθνούς αντιταξιμότητας είναι θεμελιώδης. Μια πράξη μπορεί να είναι απολύτως ισχυρή εντός του κράτους που την εκδίδει και ταυτόχρονα ανίσχυρη έναντι τρίτων κρατών. Αυτή η διάκριση δεν υποβαθμίζει την κρατική κυριαρχία. Την εντάσσει σε διεθνές πλαίσιο. Η κυριαρχία κάθε κράτους συνυπάρχει με την κυριαρχία των άλλων. Η μονομερής πράξη είναι νόμιμη στο μέτρο που δεν υπερβαίνει τα όρια αυτής της συνύπαρξης. Όταν τα υπερβαίνει, δεν μετατρέπεται σε διεθνές δικαίωμα· μετατρέπεται σε αξίωση.
Η έννοια της μη αντιταξιμότητας αποτυπώνει ακριβώς αυτή την κατάσταση. Ένα κράτος μπορεί να δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζει έννομα αποτελέσματα μονομερούς πράξης άλλου κράτους που θίγει δικαιώματά του. Η μη αντιταξιμότητα δεν είναι απλή πολιτική διαφωνία. Είναι νομική θέση που αρνείται τη δυνατότητα της πράξης να προβληθεί έναντι του θιγόμενου κράτους. Έχει ιδιαίτερη σημασία σε ζητήματα χαρτών, θαλασσίων ζωνών, εδαφικών αμφισβητήσεων, διοικητικών πράξεων και μονομερών δηλώσεων δικαιοδοσίας. Όσο σαφέστερα και εγκαίρως διατυπώνεται η αντίρρηση, τόσο δυσκολότερα μπορεί το κράτος που εξέδωσε την πράξη να την επικαλεστεί ως στοιχείο παγιωμένης κατάστασης.
Η σιωπή ή η αδράνεια μπορεί σε ορισμένες περιστάσεις να αποκτήσει σημασία. Το διεθνές δίκαιο δεν αντιμετωπίζει κάθε σιωπή ως αποδοχή. Ωστόσο, όταν ένα κράτος γνωρίζει ότι άλλη κρατική πράξη θίγει τα δικαιώματά του και παραμένει για μεγάλο διάστημα αδρανές, μπορεί να δημιουργηθεί επιχειρηματολογία περί ανοχής, ιδίως εάν συντρέχουν και άλλα στοιχεία. Γι’ αυτό η άμεση και συνεπής διαμαρτυρία είναι κρίσιμο εργαλείο νομικής προστασίας. Η κρατική πρακτική δεν διαμορφώνεται μόνο με θετικές πράξεις. Διαμορφώνεται και με αντιδράσεις. Το κράτος που αντιδρά συστηματικά προστατεύει τη νομική του θέση.
Οι χάρτες και οι χαρτογραφικές αποτυπώσεις αποτελούν χαρακτηριστική μορφή μονομερούς πράξης με δυνητική πολιτική ισχύ αλλά περιορισμένη αυτοτελή νομική αξία. Ένας χάρτης μπορεί να συνοδεύει νομικό τίτλο, να εξειδικεύει συμφωνία ή να αποτυπώνει διοικητική αντίληψη. Δεν παράγει από μόνος του τίτλο κυριαρχίας ή οριοθέτηση. Όταν χρησιμοποιείται ως εργαλείο μέγιστης αξίωσης, πρέπει να αξιολογείται ως δήλωση θέσης και όχι ως διεθνώς δεσμευτική πραγματικότητα. Η ίδια λογική ισχύει για νόμους που περιλαμβάνουν γεωγραφικές αναφορές, συντεταγμένες ή ζώνες δικαιοδοσίας. Η νομική τους αξία εξαρτάται από το αν ανταποκρίνονται σε διεθνή τίτλο.
Ένα κράτος μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ανακηρύξει ΑΟΖ ή να καθορίσει αιγιαλίτιδα ζώνη εντός των ορίων του διεθνούς δικαίου. Όπου δεν υπάρχει επικάλυψη με δικαιώματα άλλων κρατών, η πράξη μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ιδιαίτερη διεθνή αντιπαράθεση. Όπου υπάρχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές και επικάλυψη αξιώσεων, η μονομερής πράξη δεν ολοκληρώνει την οριοθέτηση. Παράγει θέση, όχι τελική κατανομή. Το κράτος οφείλει να αναζητήσει συμφωνία ή ειρηνική επίλυση. Η μονομερής ανακήρυξη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο οριοθέτησης.
Η κατάχρηση μονομερών πράξεων αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα αναθεωρητικών πρακτικών. Ένα κράτος μπορεί να επιχειρήσει να συσσωρεύσει νόμους ώστε να δημιουργήσει εικόνα παγιωμένης θέσης. Αυτή η συσσώρευση μπορεί να έχει πολιτική αποτελεσματικότητα, ιδίως αν το θιγόμενο κράτος δεν αντιδρά. Δεν εξυγιαίνει όμως το αρχικό έλλειμμα τίτλου. Η επανάληψη μιας μονομερούς αξίωσης δεν την καθιστά νόμιμη. Η νομιμότητα απαιτεί κανόνα, τίτλο, συναίνεση ή δικαιοδοτική κρίση.
Η μονομερής κρατική πράξη πρέπει επίσης να αξιολογείται υπό το πρίσμα της καλής πίστης. Η καλή πίστη αποτελεί γενική αρχή που διαπερνά την ερμηνεία και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Κράτος που χρησιμοποιεί εσωτερικό νόμο ή μονομερή δήλωση για να πιέσει άλλο κράτος, να προκαταλάβει διαπραγμάτευση ή να δημιουργήσει τετελεσμένα δύσκολα μπορεί να επικαλεστεί καλόπιστη συμπεριφορά. Η καλή πίστη δεν απαιτεί παραίτηση από εθνικές θέσεις. Απαιτεί, όμως, να μην χρησιμοποιούνται νομικοί τύποι για σκοπούς ασύμβατους με τη διεθνή νομιμότητα.
H μονομερής βούληση δεν υποκαθιστά τη διεθνή συναίνεση όπου αυτή απαιτείται. Σε ζητήματα συνόρων, κυριαρχίας, θαλασσίων οριοθετήσεων και δικαιωμάτων τρίτων κρατών, η εσωτερική πράξη δεν αρκεί. Μπορεί να έχει αξία ως δήλωση θέσης. Δεν παράγει αυτοτελώς διεθνές δικαίωμα. Η διάκριση αυτή προστατεύει την ισορροπία της διεθνούς έννομης τάξης. Χωρίς αυτήν, κάθε κράτος θα μπορούσε να νομοθετεί τον κόσμο σύμφωνα με τις επιδιώξεις του.
Πρόσφατα σχόλια