Η κρατική κυριαρχία παραμένει η κεντρική οργανωτική αρχή του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, παρά τις βαθιές μεταβολές που έχει υποστεί το διεθνές σύστημα από τη μεταπολεμική περίοδο έως σήμερα. Η ανάπτυξη διεθνών οργανισμών, η ενίσχυση του διεθνούς δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η θεσμοποίηση της περιβαλλοντικής προστασίας, η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών σχέσεων και η αυξημένη αλληλεξάρτηση των κρατών δεν έχουν καταργήσει την κυριαρχία. Έχουν μεταβάλει το περιβάλλον άσκησής της, έχουν προσθέσει υποχρεώσεις, έχουν περιορίσει την αυθαιρεσία και έχουν εισαγάγει κανόνες συνεργασίας, χωρίς όμως να αναιρούν τη βασική αρχή ότι το κράτος αποτελεί πρωτογενές υποκείμενο της διεθνούς έννομης τάξης. Η κυριαρχία δεν είναι απλώς πολιτική εξουσία. Είναι νομική ιδιότητα, θεσμικός τίτλος, διεθνώς αναγνωρισμένη αρμοδιότητα και ταυτόχρονα βάση ευθύνης.

Στον πυρήνα της κυριαρχίας βρίσκεται η εξουσία του κράτους επί της επικράτειάς του. Η επικράτεια περιλαμβάνει χερσαίο έδαφος, νησιωτικά εδάφη, εσωτερικά ύδατα, αιγιαλίτιδα ζώνη και εναέριο χώρο, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν κάθε επιμέρους πεδίο. Η κυριαρχία έχει εσωτερική και εξωτερική διάσταση. Εσωτερικά, σημαίνει την ανώτατη εξουσία του κράτους επί προσώπων, πραγμάτων και δραστηριοτήτων εντός της επικράτειάς του. Εξωτερικά, σημαίνει την ανεξαρτησία έναντι άλλων κρατών και την απαγόρευση επέμβασης στις υποθέσεις του. Η κυριαρχία, όμως, δεν είναι απεριόριστη. Το σύγχρονο διεθνές δίκαιο την εντάσσει σε σύστημα υποχρεώσεων: απαγόρευση χρήσης βίας, σεβασμός συνθηκών, προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποχή από επέμβαση, καλόπιστη συνεργασία και ειρηνική επίλυση διαφορών.

Η κυριαρχική ισότητα των κρατών αποτελεί τη θεμελιώδη νομική μορφή της διεθνούς συνύπαρξης. Κράτη με διαφορετικό μέγεθος, πληθυσμό, στρατιωτική ισχύ, οικονομική επιρροή ή γεωπολιτική σημασία έχουν ίση νομική προσωπικότητα. Η αρχή αυτή δεν καταργεί τις πραγματικές ανισότητες ισχύος. Τις υποβάλλει, όμως, σε κανονιστικό περιορισμό. Το ισχυρότερο κράτος δεν αποκτά περισσότερα δικαιώματα επειδή είναι ισχυρότερο. Το ασθενέστερο κράτος δεν χάνει τίτλους, κυριαρχία ή δικαιώματα επειδή είναι λιγότερο ισχυρό. Η κυριαρχική ισότητα λειτουργεί ως θεσμική άμυνα του διεθνούς δικαίου απέναντι στη μετατροπή της ισχύος σε αυτοτελή πηγή δικαιώματος. Χωρίς αυτή την αρχή, η διεθνής τάξη θα διολίσθαινε σε καθεστώς διαρκούς αναθεώρησης υπέρ των κρατών που διαθέτουν μεγαλύτερη υλική ισχύ.

Η σταθερότητα των εδαφικών τίτλων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της κυριαρχικής ισότητας. Η διεθνής έννομη τάξη δεν μπορεί να επιτρέπει τη διαρκή επαναδιαπραγμάτευση συνόρων, νησιωτικών καθεστώτων, συνθηκών μεταβίβασης κυριαρχίας ή διοικητικών πραγματικοτήτων που έχουν παγιωθεί μέσω διεθνών πράξεων. Η ασφάλεια των συνόρων δεν υπηρετεί μόνο το συμφέρον του κράτους που τα κατέχει. Υπηρετεί την ειρήνη συνολικά. Όπου τα εδαφικά καθεστώτα καθίστανται διαρκώς αμφισβητήσιμα, η διεθνής τάξη μετατρέπεται σε ασταθές πεδίο πίεσης, αναθεώρησης και ενδεχόμενης σύγκρουσης. Γι’ αυτό το διεθνές δίκαιο αντιμετωπίζει με αυστηρότητα τις μονομερείς αμφισβητήσεις παγιωμένων εδαφικών τίτλων, ιδίως όταν συνοδεύονται από απειλή, στρατιωτική πίεση ή αναθεωρητική ρητορική.

Η αρχή pacta sunt servanda, δηλαδή η υποχρέωση τήρησης των συνθηκών, συγκροτεί το νομικό υπόβαθρο αυτής της σταθερότητας. Οι διεθνείς συνθήκες δεν αποτελούν απλές πολιτικές δηλώσεις που μπορούν να αναθεωρούνται με μονομερή ερμηνεία. Συνιστούν δεσμευτικές νομικές πράξεις, οι οποίες οργανώνουν δικαιώματα, υποχρεώσεις, σύνορα, αρμοδιότητες και διεθνείς σχέσεις. Η επιλεκτική ανάγνωση συνθηκών, η αναδρομική αμφισβήτηση εδαφικών ρυθμίσεων και η κατασκευή τεχνητών ερμηνευτικών αμφιβολιών υπονομεύουν την εμπιστοσύνη πάνω στην οποία βασίζεται το διεθνές σύστημα. Ένα κράτος που επιχειρεί να αποδομήσει συνθήκες μέσω μονομερούς πολιτικής βούλησης δεν στρέφεται μόνο κατά συγκεκριμένου αντισυμβαλλομένου. Θίγει την κανονιστική αξιοπιστία της διεθνούς τάξης.

Η αναθεωρητική πολιτική συχνά δεν εμφανίζεται εξαρχής ως μετωπική άρνηση του διεθνούς δικαίου. Συνήθως υιοθετεί γλώσσα ερμηνείας, ασάφειας, ιστορικής αποκατάστασης, δήθεν δίκαιης ανακατανομής ή ανάγκης προσαρμογής σε νέες γεωπολιτικές συνθήκες. Η μέθοδος αυτή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, επειδή επιχειρεί να μετατρέψει το αυθαίρετο σε συζητήσιμο, το συζητήσιμο σε αμφισβητούμενο και το αμφισβητούμενο σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Το διεθνές δίκαιο οφείλει να αντιστέκεται σε αυτή τη σταδιακή αποδυνάμωση της νομιμότητας. Δεν κάθε πολιτική αξίωση παράγει νομική διαφορά. Δεν κάθε ρητορική αμφισβήτηση δημιουργεί αντικειμενική αβεβαιότητα. Δεν κάθε αναθεωρητικό αφήγημα αξιώνει ίση μεταχείριση με έναν διεθνή τίτλο.

Η κυριαρχία συνδέεται άμεσα με την απαγόρευση απειλής ή χρήσης βίας. Η μεταπολεμική διεθνής έννομη τάξη αποσκοπεί στην αποσύνδεση του εδαφικού καθεστώτος από τη στρατιωτική επιβολή. Η βία δεν μπορεί να είναι μέσο απόκτησης τίτλου, μεταβολής συνόρων ή εξαναγκασμού άλλου κράτους σε παραίτηση από δικαιώματα. Το ίδιο ισχύει και για την απειλή βίας. Η απειλή δεν αποτελεί απλώς επιθετική ρητορική· είναι νομικά κρίσιμη συμπεριφορά, διότι επιχειρεί να επηρεάσει την ελευθερία βούλησης του άλλου κράτους. Κράτος που ασκεί νόμιμο δικαίωμα υπό καθεστώς απειλής δεν λειτουργεί σε συνθήκες πραγματικής κυριαρχικής ισότητας. Επομένως, η απαγόρευση απειλής βίας προστατεύει όχι μόνο την ειρήνη, αλλά και την ουσία της κυριαρχίας.

Στο σύγχρονο περιβάλλον, η κυριαρχία δοκιμάζεται ιδίως σε περιοχές όπου η γεωγραφία, οι φυσικοί πόροι, η ενέργεια, η ασφάλεια και οι θαλάσσιες ζώνες τέμνονται. Τα κράτη επιχειρούν συχνά να διευρύνουν την επιρροή τους μέσω χαρτών, εσωτερικών νόμων, διοικητικών πράξεων, αδειοδοτήσεων, στρατιωτικών παρουσιών και διπλωματικών διαβημάτων. Η ύπαρξη τέτοιων πρακτικών δεν τις καθιστά αυτομάτως νόμιμες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν στηρίζονται σε αναγνωρισμένο διεθνές δικαίωμα ή εάν επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένο εις βάρος άλλου κράτους. Η κυριαρχία προστατεύεται όταν το διεθνές δίκαιο αξιολογεί την ουσία της πράξης και όχι μόνο τον τύπο της.

Η εσωτερική νομοθεσία ενός κράτους δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο εξωτερικής αναθεώρησης. Κάθε κράτος έχει δικαίωμα να οργανώνει την εσωτερική του έννομη τάξη. Η αρμοδιότητα αυτή, όμως, σταματά εκεί όπου αρχίζουν τα δικαιώματα άλλου κράτους και οι κανόνες της διεθνούς έννομης τάξης. Η ψήφιση εσωτερικού νόμου που αποβλέπει στην ενίσχυση αξιώσεων επί ξένων ή αμφισβητούμενων χώρων δεν παράγει διεθνή τίτλο. Μπορεί να παράγει πολιτική πίεση, διοικητική κινητοποίηση ή εσωτερική συμβολική νομιμοποίηση. Δεν μπορεί να δεσμεύσει τρίτο κράτος. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης για την προστασία της κυριαρχικής ισότητας.

Η κρατική κυριαρχία στον 21ο αιώνα δεν πρέπει να νοείται ως απομονωμένη αυτάρκεια, αλλά ως νομικά οργανωμένη ανεξαρτησία εντός πλέγματος κανόνων. Τα κράτη συνυπάρχουν επειδή αναγνωρίζουν αμοιβαίως όρια. Όταν ένα κράτος επιχειρεί να μεταβάλει τα όρια αυτά μονομερώς, η αντίδραση του θιγόμενου κράτους δεν αποτελεί άρνηση διαλόγου. Αποτελεί υπεράσπιση της ίδιας της προϋπόθεσης του νόμιμου διαλόγου. Διάλογος χωρίς σεβασμό κυριαρχίας μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης. Διαπραγμάτευση υπό απειλή μετατρέπεται σε καταναγκασμό. Ερμηνεία συνθηκών με σκοπό την ανατροπή τους μετατρέπεται σε αναθεώρηση.

Η τελική σημασία της κυριαρχίας βρίσκεται στο ότι παρέχει στο διεθνές δίκαιο σταθερό σημείο αναφοράς. Χωρίς κυριαρχία, δεν υπάρχει σαφές υποκείμενο ευθύνης, σαφές πεδίο αρμοδιότητας, σαφής προστασία συνόρων ή σαφής βάση διεθνούς συνεργασίας. Η κυριαρχία δεν είναι αναχρονισμός. Είναι ο θεσμικός όρος της διεθνούς νομιμότητας. Η προστασία της απέναντι στον αναθεωρητισμό δεν υπηρετεί μόνο το κράτος που τη διεκδικεί. Υπηρετεί το συμφέρον κάθε κράτους που επιθυμεί διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες και όχι σε επιβολή.