Η συζήτηση για την ελληνική οικονομία παραμένει συχνά εγκλωβισμένη στην επιφάνεια των μακροοικονομικών δεικτών. Η ελληνική οικονομία έχει αποκαταστήσει μέρος της διεθνούς αξιοπιστίας της και αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η οικονομία κινείται. Είναι αν αλλάζει η εσωτερική της παραγωγική μηχανή. Εκεί βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα: η Ελλάδα παράγει εκ νέου δραστηριότητα, απασχόληση και εισόδημα, χωρίς όμως να έχει επιτύχει ανάλογη αύξηση της αξίας που παράγει κάθε ώρα εργασίας, κάθε μονάδα κεφαλαίου και κάθε επιχείρηση.
Η παραγωγικότητα είναι ο πιο αυστηρός δείκτης αλήθειας μιας οικονομίας. Αποκαλύπτει αν η ανάπτυξη στηρίζεται σε βαθύτερη παραγωγική αναβάθμιση ή αν προκύπτει κυρίως από την κινητοποίηση περισσότερης εργασίας, περισσότερης κατανάλωσης και περισσότερης βραχυχρόνιας ζήτησης. Στην ελληνική περίπτωση, η πρόσφατη μεγέθυνση συνοδεύεται από ένα επίμονο παραγωγικό κενό. Το ΙΟΒΕ έχει καταγράψει ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και λιγότερο στη βελτίωση της παραγωγικότητας, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης αύξησης εισοδημάτων και μακροχρόνιας σύγκλισης με την Ευρώπη. Η ίδια ανάλυση σημειώνει ότι η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει χαμηλή και ότι η ενίσχυσή της αποτελεί προϋπόθεση για βιώσιμη αύξηση μισθών.
Αυτή η διαπίστωση εξηγεί γιατί η κοινωνική εμπειρία της ανάπτυξης είναι πιο αδύναμη από τη στατιστική της αποτύπωση. Όταν η οικονομία αυξάνει το προϊόν της κυρίως επειδή εργάζονται περισσότεροι άνθρωποι ή επειδή αυξάνεται η ζήτηση, η βελτίωση έχει πραγματική αξία, αλλά περιορισμένο βάθος. Η απασχόληση μειώνει την ανεργία, ενισχύει τα εισοδήματα και στηρίζει τη ζήτηση. Δεν δημιουργεί όμως από μόνη της υψηλότερους πραγματικούς μισθούς, διεθνώς ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, ισχυρότερη φορολογική βάση και σταθερή σύγκλιση με τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτά προϋποθέτουν αύξηση της αξίας που παράγεται μέσα στον ίδιο χρόνο εργασίας. Προϋποθέτουν οικονομία που μαθαίνει, οργανώνεται, επενδύει, αυτοματοποιεί, εξάγει, καινοτομεί και διοικείται με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Η Ελλάδα εισήλθε στη φάση της ανάκαμψης με βαριά παραγωγική κληρονομιά. Η δεκαετία της κρίσης δεν άφησε μόνο δημοσιονομικές πληγές και κοινωνική εξάντληση. Άφησε υποβαθμισμένο κεφαλαιακό απόθεμα, επιχειρήσεις αποδυναμωμένες, επενδύσεις που επί χρόνια δεν επαρκούσαν ούτε για την αναπλήρωση της φθοράς, τεχνολογικές καθυστερήσεις, φυγή ανθρώπινου δυναμικού και ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που εκπαιδεύτηκε περισσότερο στην επιβίωση παρά στη μεγέθυνση. Η διαΝΕΟσις έχει επισημάνει ότι η πολύ μεγάλη μείωση των επενδύσεων περιόρισε το φυσικό κεφάλαιο της οικονομίας και ότι η αύξηση της παραγωγικότητας προϋποθέτει ταχύτερη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της αποδοτικότητας όλων των παραγωγικών πόρων.
Η σημασία αυτού του σημείου είναι θεμελιώδης. Η παραγωγικότητα της εργασίας δεν εξαρτάται μόνο από τον εργαζόμενο. Εξαρτάται από τα μέσα παραγωγής, την τεχνολογία, την οργάνωση, τη διοίκηση, τις υποδομές, το κεφάλαιο, τις δεξιότητες, τη χρηματοδότηση και το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο εργαζόμενος δρα. Ένας ικανός άνθρωπος, όταν εργάζεται με παλαιό εξοπλισμό, ανεπαρκή ψηφιακά συστήματα, κακή διοικητική οργάνωση, αργές διαδικασίες, χαμηλή εξειδίκευση της επιχείρησης και περιορισμένη πρόσβαση σε αγορές υψηλής αξίας, δεν μπορεί να αποδώσει στο επίπεδο που θα απέδιδε σε ένα πιο ώριμο παραγωγικό σύστημα. Το ελληνικό πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι έλλειψη προσπάθειας. Είναι αδυναμία μετατροπής της προσπάθειας σε υψηλή αξία.
Το επενδυτικό ζήτημα παραμένει στην καρδιά του προβλήματος. Η αύξηση των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια είναι θετική, όμως η πραγματική της σημασία κρίνεται από τη σύνθεση και την παραγωγική της επίδραση. Επενδύσεις σε ακίνητα, συμβατικές κατασκευές ή τομείς βραχυχρόνιας απόδοσης μπορούν να αυξήσουν το ΑΕΠ, να κινητοποιήσουν κεφάλαια και να δημιουργήσουν απασχόληση. Δεν παράγουν όμως απαραίτητα τεχνολογικό βάθος, εξαγωγική ικανότητα, αυτοματοποίηση, οργανωτική αναβάθμιση και μόνιμη αύξηση της αξίας ανά εργαζόμενο. Οι επενδύσεις που αλλάζουν την παραγωγικότητα είναι εκείνες που αναβαθμίζουν τον τρόπο παραγωγής: μηχανολογικός εξοπλισμός, λογισμικό, ενεργειακή αποδοτικότητα, βιομηχανική τεχνογνωσία, πιστοποιήσεις, έρευνα, συστήματα διοίκησης, logistics, εξαγωγικά δίκτυα και άυλο κεφάλαιο. Το Ελληνικό Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας, στην ετήσια έκθεσή του, εκτιμά αύξηση της παραγωγικότητας για το 2025, αλλά η ίδια η ύπαρξη ειδικής έκθεσης παραγωγικότητας δείχνει ότι το ζήτημα παραμένει διαρθρωτικό και απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, όχι συγκυριακή αισιοδοξία.
Η επιχειρηματική δομή της χώρας επιβαρύνει συστηματικά αυτή την εικόνα. Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό πολύ μικρών επιχειρήσεων, συχνά οικογενειακών, προσωποπαγών, υποκεφαλαιοποιημένων και διοικητικά περιορισμένων. Αυτές οι επιχειρήσεις έχουν ιστορικά αποδείξει αξιοσημείωτη αντοχή. Κράτησαν απασχόληση, απορρόφησαν κραδασμούς, διατήρησαν τοπικές οικονομίες και λειτούργησαν ως μηχανισμοί κοινωνικής επιβίωσης. Η ίδια όμως δομή που παράγει ανθεκτικότητα σε περιόδους κρίσης περιορίζει την παραγωγικότητα σε περιόδους αναβάθμισης. Η πολύ μικρή επιχείρηση δυσκολεύεται να χρηματοδοτήσει τεχνολογία, να προσλάβει εξειδικευμένα στελέχη, να οργανώσει εξαγωγική στρατηγική, να επενδύσει σε έρευνα, να αξιοποιήσει δεδομένα, να πιστοποιηθεί, να αποκτήσει εταιρική διακυβέρνηση και να περάσει από την τοπική αγορά στη διεθνή.
Ο ΟΟΣΑ περιγράφει με ακρίβεια αυτόν τον μηχανισμό για την Ελλάδα: τα επίμονα παραγωγικά κενά συνδέονται με αργή διάχυση ψηφιακών τεχνολογιών, ιδίως στις μικρότερες επιχειρήσεις, ενώ εμπόδια αποτελούν οι περιορισμένες διοικητικές ικανότητες, η ατελής πρόσβαση σε καινοτόμα χρηματοδότηση και οι υστερήσεις σε υποδομές υψηλής ταχύτητας. Η παρατήρηση αυτή είναι κρίσιμη, διότι η παραγωγικότητα μιας οικονομίας δεν διαμορφώνεται μόνο από τις καλύτερες επιχειρήσεις της. Διαμορφώνεται από τη μέση ποιότητα του επιχειρηματικού της κορμού. Η Ελλάδα έχει επιχειρήσεις εξωστρεφείς, καινοτόμες, τεχνολογικά ώριμες και διεθνώς ανταγωνιστικές. Δεν έχει ακόμη καταφέρει να μετατρέψει αυτές τις νησίδες σε καθολικό παραγωγικό πρότυπο.
Η τεχνολογία προσφέρει δυνατότητες, αλλά δεν παράγει αυτόματα παραγωγικότητα. Μια επιχείρηση δεν γίνεται παραγωγικότερη επειδή αποκτά ιστοσελίδα, ηλεκτρονική τιμολόγηση, λογισμικό ή πρόσβαση σε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Γίνεται παραγωγικότερη όταν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τη δουλειά της, παρακολουθεί τα αποθέματά της, προβλέπει τη ζήτηση, ελέγχει το κόστος, μειώνει τα σφάλματα, εκπαιδεύει το προσωπικό, διαχειρίζεται πελάτες και λαμβάνει αποφάσεις. Η τεχνολογία αποδίδει όταν εντάσσεται σε οργανωτική μεταρρύθμιση. Σε διαφορετική περίπτωση, λειτουργεί ως επιφανειακό πρόσθετο πάνω σε παλιές διαδικασίες. Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από βαθύτερη ψηφιακή ωριμότητα, όχι απλώς από περισσότερη ψηφιακή παρουσία.
Η διοικητική ποιότητα των επιχειρήσεων είναι ένας από τους πιο υποτιμημένους παράγοντες της παραγωγικότητας. Η δημόσια συζήτηση εστιάζει συχνά στους φόρους, στο ενεργειακό κόστος, στα επιτόκια, στις επιδοτήσεις και στους μισθούς. Όλα αυτά έχουν σημασία. Όμως η παραγωγικότητα κρίνεται καθημερινά μέσα στην επιχείρηση: στον τρόπο κατανομής αρμοδιοτήτων, στην ποιότητα της διοίκησης, στη χρήση δεδομένων, στη μέτρηση απόδοσης, στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, στον έλεγχο ποιότητας, στον σχεδιασμό προϊόντων, στη διαχείριση χρόνου και στη στρατηγική επέκτασης. Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις παραμένουν οργανωμένες γύρω από το πρόσωπο του ιδιοκτήτη, την εμπειρία, την προσωπική εποπτεία και τη βραχυχρόνια προσαρμογή. Αυτό το μοντέλο μπορεί να επιβιώνει σε αβέβαιες συνθήκες, αλλά σπάνια δημιουργεί υψηλή και κλιμακούμενη παραγωγικότητα.
Η σύνθεση της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας διατηρεί επίσης την παραγωγικότητα σε χαμηλότερη τροχιά. Μεγάλο μέρος της ανάπτυξης προέρχεται από υπηρεσίες, τουρισμό, εμπόριο, εστίαση, ακίνητα, κατασκευές και δραστηριότητες που συχνά έχουν περιορισμένη τεχνολογική ένταση ή έντονο εποχικό χαρακτήρα. Οι κλάδοι αυτοί είναι σημαντικοί για την απασχόληση, την περιφέρεια και τις εισπράξεις. Η συμβολή τους στην παραγωγικότητα όμως εξαρτάται από τον τρόπο οργάνωσής τους. Ο τουρισμός μπορεί να παράγει υψηλή αξία όταν συνδέεται με αγροδιατροφή, πολιτισμό, ψηφιακή διαχείριση, εκπαίδευση προσωπικού, πράσινες υποδομές, επιμήκυνση περιόδου και διαφοροποίηση του προϊόντος. Όταν στηρίζεται κυρίως στον όγκο, στην εποχικότητα και στη χωρική υπερσυγκέντρωση, αυξάνει το εισόδημα χωρίς να μετασχηματίζει επαρκώς την παραγωγική βάση. Οι κατασκευές μπορούν να λειτουργήσουν παραγωγικά όταν συνδέονται με ενεργειακή αναβάθμιση, τεχνική καινοτομία, σύγχρονα υλικά, χωροταξική οργάνωση και υποδομές που μειώνουν το κόστος της οικονομίας. Όταν λειτουργούν κυρίως ως κύκλος κεφαλαιακής απορρόφησης, η επίδρασή τους στην παραγωγικότητα είναι πιο περιορισμένη.
Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρότερη παρουσία σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Μεταποίηση, φάρμακο, εξειδικευμένα τρόφιμα, βιομηχανικά υλικά, ενέργεια, τεχνολογικές υπηρεσίες, λογισμικό, logistics υψηλής ακρίβειας, ναυτιλιακό οικοσύστημα, αγροδιατροφική τυποποίηση και σύνθετες επαγγελματικές υπηρεσίες μπορούν να δημιουργήσουν παραγωγικό βάθος. Το ζήτημα δεν είναι να αντικατασταθούν οι υφιστάμενοι ισχυροί κλάδοι, αλλά να συνδεθούν με πιο σύνθετες αλυσίδες αξίας. Η ελληνική οικονομία δεν έχει ανάγκη από νοσταλγία μιας παλαιάς βιομηχανικής πολιτικής. Χρειάζεται σύγχρονη παραγωγική στρατηγική που συνδέει χρηματοδότηση, έρευνα, εκπαίδευση, ενέργεια, υποδομές και εξαγωγικά δίκτυα γύρω από κλάδους με δυνατότητα διεθνούς μεγέθυνσης.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας παραμένει αντιφατικό. Η Ελλάδα διαθέτει μορφωμένους ανθρώπους, πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ξένες γλώσσες, τεχνικές δυνατότητες, επιστημονική διασπορά και νέους με ικανότητες. Ταυτόχρονα, η αγορά εργασίας εμφανίζει αναντιστοιχία δεξιοτήτων, ελλείψεις σε τεχνικά επαγγέλματα, υποαξιοποίηση πτυχιούχων και περιορισμένη σύνδεση εκπαίδευσης με παραγωγή. Η γνώση δεν μετατρέπεται σε παραγωγικότητα επειδή υπάρχει τυπικά. Μετατρέπεται σε παραγωγικότητα όταν βρίσκει οργανωμένο πεδίο εφαρμογής. Ένας εργαζόμενος με υψηλές δεξιότητες χρειάζεται επιχείρηση που μπορεί να τον αξιοποιήσει, τεχνολογία που πολλαπλασιάζει την απόδοσή του, διοίκηση που οργανώνει τη γνώση του και αγορές που αμείβουν την ποιότητα. Χωρίς αυτά, το ανθρώπινο κεφάλαιο μένει μερικώς αδρανές.
Η θεσμική διάσταση είναι εξίσου καθοριστική. Η παραγωγικότητα δεν δημιουργείται μόνο μέσα στην επιχείρηση. Δημιουργείται και γύρω από αυτήν. Ο χρόνος απονομής δικαιοσύνης, η ταχύτητα αδειοδοτήσεων, η χωροταξική σαφήνεια, η σταθερότητα της φορολογίας, η ποιότητα των δημόσιων συμβάσεων, η λειτουργία των ελέγχων, η ψηφιακή διαλειτουργικότητα και η προβλεψιμότητα των κανόνων επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής. Κάθε μήνας καθυστέρησης, κάθε ασαφής ρύθμιση, κάθε διοικητική επικάλυψη και κάθε θεσμική αβεβαιότητα αφαιρεί πόρους από την παραγωγή και τους μεταφέρει στη διαχείριση εμποδίων. Η ψηφιοποίηση του κράτους έχει βελτιώσει πολλές συναλλαγές, όμως η ηλεκτρονική μορφή μιας διαδικασίας δεν ισοδυναμεί πάντα με ουσιαστική απλούστευση. Η παραγωγικότητα απαιτεί κράτος που μειώνει χρόνο, κόστος και αβεβαιότητα.
Η χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμος κόμβος. Το τραπεζικό σύστημα είναι ισχυρότερο από ό,τι στην προηγούμενη δεκαετία, αλλά η πρόσβαση σε κεφάλαιο παραμένει άνιση. Οι μεγαλύτερες, διαφανείς και εξωστρεφείς επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται ευκολότερα. Πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ακόμη και όταν έχουν δυνατότητες, δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις μακράς απόδοσης. Η παραγωγικότητα απαιτεί υπομονετικό κεφάλαιο: κεφάλαιο για εξοπλισμό, λογισμικό, πιστοποιήσεις, αυτοματοποίηση, ενεργειακή αποδοτικότητα, έρευνα, εξαγωγική επέκταση και ανθρώπινο δυναμικό. Όταν η χρηματοδότηση κατευθύνεται κυρίως σε ασφαλέστερες ή βραχυπρόθεσμες αποδόσεις, η παραγωγική μετάβαση επιβραδύνεται.
Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί ως αναπτυξιακή στρατηγική. Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται το 2025 με ρυθμό υψηλότερο από τη ζώνη του ευρώ, επιδεικνύοντας ανθεκτικότητα και παραμένοντας σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης εισοδημάτων προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ανθεκτικότητα αυτή έχει μεγάλη σημασία για μια χώρα με το ιστορικό της Ελλάδας. Ωστόσο, η μακροοικονομική αξιοπιστία πρέπει να μετατραπεί σε παραγωγική αξιοπιστία. Μια οικονομία μπορεί να βελτιώνει τους δημοσιονομικούς της δείκτες και ταυτόχρονα να διατηρεί χαμηλή παραγωγική πολυπλοκότητα. Μπορεί να μειώνει κινδύνους χωρίς να αυξάνει αρκετά την αξία που παράγει. Η επόμενη φάση δεν θα κριθεί μόνο από τη διατήρηση της σταθερότητας, αλλά από τη χρήση της σταθερότητας ως βάσης παραγωγικού μετασχηματισμού.
Οι ευρωπαϊκοί πόροι ενισχύουν την παρούσα δυναμική, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν μόνιμο υποκατάστατο παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Ο ΟΟΣΑ έχει συνδέσει την ελληνική ανάπτυξη των επόμενων ετών με την αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων, την απασχόληση και τις επενδύσεις, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη μεταρρυθμίσεων για ανταγωνισμό, συμμετοχή στην αγορά εργασίας και διατήρηση επενδύσεων. Το πραγματικό κριτήριο επιτυχίας των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων δεν είναι η απορρόφηση. Είναι η κληρονομιά που θα αφήσουν: επιχειρήσεις τεχνολογικά ώριμες, υποδομές που μειώνουν μόνιμα κόστος, ανθρώπινο δυναμικό με εφαρμόσιμες δεξιότητες, ταχύτερη διοίκηση, ισχυρότερη μεταποίηση, πιο σύνθετες εξαγωγές και παραγωγικά οικοσυστήματα στην περιφέρεια.
Το δημογραφικό καθιστά την παραγωγικότητα ακόμη πιο επείγουσα. Η Ελλάδα γερνά, η γεννητικότητα παραμένει χαμηλή και η χώρα έχασε σημαντικό ανθρώπινο κεφάλαιο στα χρόνια της κρίσης. Μια οικονομία με περιορισμένο ή γηράσκον εργατικό δυναμικό δεν μπορεί να βασίζεται μακροπρόθεσμα μόνο στην αύξηση της απασχόλησης. Χρειάζεται κάθε εργαζόμενος να παράγει περισσότερη αξία. Η παραγωγικότητα γίνεται έτσι δημογραφική αναγκαιότητα, όχι απλώς οικονομικός στόχος. Χωρίς παραγωγική αναβάθμιση, οι πιέσεις στους μισθούς, στο ασφαλιστικό σύστημα, στις δημόσιες υπηρεσίες και στην κοινωνική συνοχή θα ενταθούν.
Η φορολογική και ασφαλιστική αρχιτεκτονική επηρεάζει επίσης τα κίνητρα μεγέθυνσης. Όταν η επιχείρηση αισθάνεται ότι η αύξηση μεγέθους συνεπάγεται δυσανάλογη διοικητική έκθεση, φορολογική πίεση και κόστος συμμόρφωσης, συχνά επιλέγει να παραμείνει μικρή. Όταν η επίσημη εργασία επιβαρύνεται υπερβολικά, ενισχύονται πρακτικές υποδήλωσης ή ατυπίας. Η παραοικονομία δεν είναι μόνο δημοσιονομικό ζήτημα. Είναι παραγωγική παθογένεια. Η αδιαφανής επιχείρηση δύσκολα δανείζεται, δύσκολα εξάγει, δύσκολα προσελκύει στελέχη, δύσκολα συγχωνεύεται και δύσκολα επενδύει με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η ατυπία κρατά την οικονομία μικρή, βραχυπρόθεσμη και χαμηλής παραγωγικότητας.
Η περιφερειακή διάσταση συμπληρώνει το πρόβλημα. Η παραγωγικότητα συγκεντρώνεται εκεί όπου υπάρχουν υποδομές, πανεπιστήμια, χρηματοδότηση, ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, μεταφορές, ψηφιακά δίκτυα και επιχειρηματικά οικοσυστήματα. Μεγάλο μέρος της ελληνικής περιφέρειας παραμένει εξαρτημένο από εποχικές δραστηριότητες, μικρές επιχειρήσεις, περιορισμένη μεταποίηση και ασθενή σύνδεση γνώσης και παραγωγής. Η περιφερειακή πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε επιδοτήσεις και έργα αποσπασματικού χαρακτήρα. Χρειάζεται τοπικά οικοσυστήματα αξίας: αγροδιατροφή με τυποποίηση και εξαγωγική ταυτότητα, πανεπιστήμια που συνεργάζονται με επιχειρήσεις, logistics, ενεργειακές υποδομές, τεχνική εκπαίδευση και διοίκηση που επιταχύνει την επένδυση.
Η ελληνική οικονομία χρειάζεται πλέον μια ώριμη πολιτική οικονομία της παραγωγικότητας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε δημόσια πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση την επίδρασή της στην αξία που παράγει η χώρα ανά ώρα εργασίας και ανά μονάδα κεφαλαίου. Μια φορολογική παρέμβαση πρέπει να κρίνεται από το αν ενθαρρύνει διαφάνεια, μεγέθυνση και επένδυση. Μια εκπαιδευτική αλλαγή από το αν δημιουργεί παραγωγικά αξιοποιήσιμες δεξιότητες. Μια διοικητική μεταρρύθμιση από το αν μειώνει πραγματικά τον χρόνο και την αβεβαιότητα. Μια επενδυτική πολιτική από το αν ενισχύει τεχνολογία, εξαγωγές και οργανωτική αναβάθμιση. Μια περιφερειακή στρατηγική από το αν δημιουργεί τοπικά παραγωγικά δίκτυα και όχι απλώς δαπάνη.
Το συμπέρασμα είναι αυστηρό αλλά αναγκαίο: η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας δεν αυξάνεται επαρκώς επειδή η χώρα δεν έχει ακόμη μετατρέψει τη σταθεροποίηση σε βαθύ παραγωγικό μετασχηματισμό. Η οικονομία αναπτύσσεται, όμως η ανάπτυξη εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε παράγοντες που κινητοποιούν πόρους χωρίς να αλλάζουν αρκετά τη δομή της παραγωγής. Η επενδυτική ανάκαμψη δεν έχει θεραπεύσει πλήρως την αποεπένδυση. Η επιχειρηματική κλίμακα παραμένει μικρή. Η τεχνολογία δεν έχει διαχυθεί αρκετά. Η εκπαίδευση δεν συνδέεται επαρκώς με την παραγωγή. Οι θεσμοί εξακολουθούν να δημιουργούν κόστος. Η χρηματοδότηση δεν κατευθύνεται πάντα σε δραστηριότητες υψηλής παραγωγικής απόδοσης. Η καινοτομία υπάρχει, αλλά δεν έχει γίνει καθημερινή πρακτική της μέσης επιχείρησης.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερη ανάπτυξη. Χρειάζεται ανάπτυξη άλλης ποιότητας. Χρειάζεται επιχειρήσεις μεγαλύτερης κλίμακας, παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική διάχυση, διοικητική ωρίμανση, εξαγωγική πολυπλοκότητα, ουσιαστική κατάρτιση, θεσμική ταχύτητα και κράτος που λειτουργεί ως υποδομή παραγωγής. Χρειάζεται να περάσει από την οικονομία της προσαρμογής στην οικονομία της συστηματικής δημιουργίας αξίας. Εκεί θα κριθεί αν η χώρα θα παραμείνει σε τροχιά περιορισμένης σύγκλισης ή αν θα αποκτήσει παραγωγική βάση αντάξια των κοινωνικών, οικονομικών και εθνικών της φιλοδοξιών.
Πρόσφατα σχόλια