Η παραγωγικότητα είναι το σημείο στο οποίο η οικονομική μεγέθυνση αποκαλύπτει την πραγματική της ποιότητα. Η Ελλάδα έχει αποκτήσει δημοσιονομική σταθερότητα, όμως το ερώτημα που καθορίζει την αναπτυξιακή της προοπτική δεν εξαντλείται στο αν το ΑΕΠ αυξάνεται. Το ουσιώδες είναι αν η οικονομία παράγει περισσότερη αξία μέσα στον ίδιο χρόνο εργασίας, με καλύτερη χρήση κεφαλαίου, γνώσης, τεχνολογίας και θεσμών. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το όριο του ελληνικού υποδείγματος. Η χώρα έχει απομακρυνθεί από την εικόνα της κρίσης, αλλά δεν έχει ακόμη συγκροτήσει παραγωγική βάση ικανή να στηρίξει μακροχρόνια σύγκλιση με τις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Η ελληνική ανάπτυξη έχει στηριχθεί σε σημαντικό βαθμό στην επανενεργοποίηση της απασχόλησης, στην ιδιωτική κατανάλωση, στη δυναμική των υπηρεσιών, στις κατασκευές, στον τουρισμό και στην αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων. Αυτές οι πηγές μεγέθυνσης έχουν πραγματική σημασία, διότι μειώνουν την ανεργία, ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα, βελτιώνουν τη δημοσιονομική θέση και αποκαθιστούν μέρος της οικονομικής αυτοπεποίθησης. Ωστόσο, η παραγωγικότητα απαιτεί κάτι περισσότερο από την αύξηση της δραστηριότητας. Απαιτεί μεταβολή της εσωτερικής λειτουργίας της οικονομίας. Απαιτεί επενδύσεις που δεν προσθέτουν απλώς κεφάλαιο, αλλά αναβαθμίζουν τον τρόπο παραγωγής. Απαιτεί επιχειρήσεις που δεν επιβιώνουν μόνο μέσω ευελιξίας και προσωπικής εργασίας, αλλά οργανώνονται, μεγαλώνουν, εξάγουν, καινοτομούν και απορροφούν τεχνολογία. Απαιτεί θεσμούς που μειώνουν την αβεβαιότητα και όχι θεσμούς που καταναλώνουν παραγωγικό χρόνο. Η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει μια οικονομία που συνέχισε το 2025 να αναπτύσσεται με ρυθμό υψηλότερο από τη ζώνη του ευρώ και να παραμένει σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης εισοδημάτων, αλλά αυτή η σύγκλιση δεν μπορεί να εδραιωθεί χωρίς άνοδο παραγωγικότητας.

Το ελληνικό παραγωγικό πρόβλημα έχει ιστορικό βάθος. Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας δεν αφαίρεσε μόνο εισόδημα από την οικονομία. Αφαίρεσε κεφάλαιο, τεχνολογική συνέχεια, επενδυτική αυτοπεποίθηση και οργανωτική δυναμική. Για πολλά χρόνια οι επενδύσεις δεν αρκούσαν για να αναπληρώσουν τη φθορά του παραγωγικού αποθέματος. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δεν έχασε απλώς ρυθμό· έχασε παραγωγική μνήμη, τεχνική ανανέωση και επιχειρησιακή ικανότητα. Η μείωση των επενδύσεων οδήγησε σε υποχώρηση του φυσικού κεφαλαίου και ότι η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει επενδύσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια. Η παραγωγικότητα της εργασίας, επομένως, δεν μπορεί να βελτιωθεί μόνο με την αύξηση της απασχόλησης. 

Η αποεπένδυση δημιούργησε μια οικονομία όπου η εργασία συχνά υπερκαταναλώνεται για να αντισταθμίσει ελλείψεις κεφαλαίου, τεχνολογίας και οργάνωσης. Αυτό εξηγεί γιατί η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει υψηλή εργασιακή ένταση, αλλά χαμηλή αξία ανά ώρα εργασίας. Το πρόβλημα δεν είναι η ατομική εργατικότητα. Το πρόβλημα είναι το σύστημα μέσα στο οποίο αυτή η εργατικότητα εντάσσεται. Σε μια οικονομία όπου πολλές επιχειρήσεις παραμένουν μικρές, υποκεφαλαιοποιημένες και διοικητικά προσωποπαγείς, η προσπάθεια των ανθρώπων δεν πολλαπλασιάζεται από θεσμούς και τεχνολογία. Περιορίζεται από αυτά που λείπουν: κεφάλαιο, κλίμακα, ψηφιακή ωριμότητα, τεχνική κατάρτιση, επιχειρησιακή οργάνωση, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και σταθερό θεσμικό περιβάλλον.

Η μικρή επιχειρηματική κλίμακα είναι καθοριστική. Η Ελλάδα διαθέτει επιχειρηματικότητα ανθεκτική, ευέλικτη και κοινωνικά εκτεταμένη, αλλά μεγάλο μέρος της παραμένει εγκλωβισμένο σε μονάδες που δυσκολεύονται να επενδύσουν, να προσλάβουν εξειδικευμένα στελέχη, να δημιουργήσουν εσωτερικά συστήματα διοίκησης, να εξάγουν ή να αξιοποιήσουν τεχνολογία. Ο ΟΟΣΑ συνδέει τα παραγωγικά κενά της Ελλάδας με την ανάγκη καλύτερης πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, με τη βελτίωση της κατάρτισης, με την αύξηση συμμετοχής στην αγορά εργασίας και με την άρση ρυθμιστικών βαρών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και τη δυναμική των επιχειρήσεων. Η διάγνωση αυτή είναι κρίσιμη: η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται όταν η οικονομία έχει λίγες νησίδες αριστείας και έναν ευρύ κορμό επιχειρήσεων χαμηλής οργάνωσης. Αυξάνεται όταν ανεβαίνει το μέσο επίπεδο παραγωγικής ικανότητας.

Η θεσμική διάσταση λειτουργεί ως αόρατος φόρος πάνω στην παραγωγή. Η καθυστέρηση στη δικαιοσύνη, η πολυνομία, η αβεβαιότητα αδειοδοτήσεων, η χωροταξική ασάφεια, οι διοικητικές επικαλύψεις και η μεταβλητότητα εφαρμογής των κανόνων δεν είναι απλώς προβλήματα διακυβέρνησης. Είναι παράγοντες χαμηλής παραγωγικότητας. Κάθε ώρα που μια επιχείρηση αφιερώνει στη διαχείριση θεσμικής αβεβαιότητας είναι ώρα που δεν αφιερώνεται στην παραγωγή, στην καινοτομία, στην εξαγωγική επέκταση ή στη βελτίωση της οργάνωσης. Η ψηφιοποίηση του κράτους έχει βελτιώσει πολλές συναλλαγές, αλλά η παραγωγικότητα δεν απαιτεί μόνο ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Απαιτεί απλούστευση, προβλεψιμότητα, ταχύτητα, λογοδοσία και μείωση του κόστους συμμόρφωσης. Ένα κράτος μπορεί να είναι ψηφιακό και ταυτόχρονα περίπλοκο. Το ζητούμενο είναι να γίνει παραγωγικά ελαφρύτερο.

Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει επίσης το πρόβλημα της ανεπαρκούς τεχνολογικής διάχυσης. Υπάρχουν επιχειρήσεις που επενδύουν σε ψηφιακά εργαλεία, αυτοματοποίηση, δεδομένα και τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η μέση επιχείρηση εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την τεχνολογία περισσότερο ως εργαλείο διεκπεραίωσης παρά ως μηχανισμό παραγωγικής αναδιοργάνωσης. Η τεχνολογία δεν αποδίδει όταν απλώς προστίθεται πάνω σε παλιές διαδικασίες. Αποδίδει όταν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση οργανώνει την εργασία, μετρά το κόστος, προβλέπει τη ζήτηση, διαχειρίζεται αποθέματα, ελέγχει ποιότητα και εξυπηρετεί πελάτες. Η ψηφιοποίηση μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα και την καινοτομία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά οι μικρότερες επιχειρήσεις συχνά υστερούν λόγω ελλείψεων δεξιοτήτων, περιορισμένων πόρων και χρηματοδοτικών εμποδίων.

Η παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα με το είδος της ανάπτυξης που επιδιώκει μια χώρα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκεστεί σε ένα υπόδειγμα που στηρίζεται κυρίως σε κατανάλωση, τουρισμό, ακίνητα, κατασκευές και υπηρεσίες χαμηλής ή μεσαίας προστιθέμενης αξίας. Οι τομείς αυτοί είναι χρήσιμοι, συχνά αναγκαίοι, και σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να γίνουν πιο παραγωγικοί. Όμως η συνολική παραγωγική αναβάθμιση απαιτεί ισχυρότερη παρουσία σε δραστηριότητες όπου η γνώση, η τεχνολογία, η πιστοποίηση, η βιομηχανική οργάνωση, η εξαγωγική διαφοροποίηση και η ποιότητα δημιουργούν υψηλότερη αξία. Μεταποίηση, φάρμακο, αγροδιατροφή υψηλής τυποποίησης, logistics, ενεργειακά συστήματα, τεχνολογικές υπηρεσίες, λογισμικό, βιομηχανικά υλικά και εξειδικευμένες επαγγελματικές υπηρεσίες μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερο παραγωγικό βάθος, εφόσον συνδεθούν με χρηματοδότηση, έρευνα, εκπαίδευση και εξαγωγικά δίκτυα.

Το ανθρώπινο κεφάλαιο παραμένει εγκλωβισμένο σε αντιφάσεις. Η Ελλάδα έχει μορφωμένους ανθρώπους, πανεπιστημιακά προσόντα, τεχνικές δυνατότητες και επιστημονική διασπορά. Παράλληλα, εμφανίζει αναντιστοιχία δεξιοτήτων, ελλείψεις σε τεχνικά επαγγέλματα, υποαξιοποίηση πτυχιούχων και αδύναμη σύνδεση εκπαίδευσης με παραγωγή. Η γνώση δεν μετατρέπεται σε παραγωγικότητα επειδή υπάρχει. Μετατρέπεται όταν οργανώνεται μέσα σε επιχειρήσεις που έχουν τεχνολογία, διοικητική ικανότητα και πρόσβαση σε αγορές υψηλής αξίας. Γι’ αυτό η πολιτική δεξιοτήτων δεν μπορεί να εξαντλείται σε προγράμματα κατάρτισης. Πρέπει να συνδεθεί με κλαδικές ανάγκες, αξιολόγηση αποτελεσμάτων, τεχνική εκπαίδευση κύρους και επιχειρήσεις που επενδύουν πραγματικά στο προσωπικό τους.

Η δημοσιονομική σταθερότητα, όσο σημαντική και αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παραγωγική στρατηγική. Η σταθερότητα μειώνει κινδύνους, βελτιώνει την εμπιστοσύνη και επιτρέπει καλύτερους όρους χρηματοδότησης. Δεν δημιουργεί από μόνη της τεχνολογική ένταση, επιχειρηματική κλίμακα ή καινοτομία. Η παραγωγικότητα απαιτεί τη μετατροπή της σταθερότητας σε παραγωγικές επενδύσεις, της επενδυτικής εμπιστοσύνης σε αναβάθμιση επιχειρήσεων, και της θεσμικής αξιοπιστίας σε μείωση του κόστους παραγωγής. Αν η χώρα μείνει στη διαχείριση καλών δημοσιονομικών δεικτών, θα έχει επιτύχει ένα αναγκαίο αλλά ανεπαρκές στάδιο.

Συνεπώς, η ανάπτυξη υπάρχει, αλλά δεν έχει ακόμη αποκτήσει την ποιότητα που απαιτείται για υψηλούς μισθούς και ισχυρή ανταγωνιστικότητα  Το επόμενο αναπτυξιακό στάδιο θα κριθεί από το αν η χώρα θα δημιουργήσει οικονομία μεγαλύτερης αξίας: επιχειρήσεις που μεγαλώνουν, θεσμούς που επιταχύνουν, επενδύσεις που αναβαθμίζουν, εργαζόμενους που αξιοποιούνται, τεχνολογία που διαχέεται και παραγωγή που στέκεται διεθνώς.