Η διάλυση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς, μετά την αποχώρηση επτά βουλευτών και δεκάδων στελεχών, αποτελεί ασφαλώς οριακό γεγονός· όμως το γεγονός αυτό δεν γεννά το πρόβλημα, το αποκαλύπτει. Το πρόβλημα προϋπήρχε τόσο στη Νέα Αριστερά όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ: η αδυναμία μετατροπής μιας πολιτικής στιγμής σε κοινωνική οργάνωση, μιας στελεχιακής διάταξης σε παράταξη, μιας κοινοβουλευτικής παρουσίας σε κοινωνικό δεσμό.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Νέα Αριστερά δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά αυτόνομη κοινωνική απάντηση. Υπήρξε, στην αρχική της μορφή, απάντηση σε μια εσωκομματική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό της έδωσε λόγο γέννησης, όχι όμως επαρκή λόγο διάρκειας. Άλλο πράγμα η έξοδος από έναν φορέα που καταρρέει και άλλο η ίδρυση νέου φορέα που εκφράζει ευδιάκριτη κοινωνική ανάγκη. Η Νέα Αριστερά διέθετε στελέχη με κοινοβουλευτική εμπειρία, κυβερνητική μνήμη, θεσμική επάρκεια και σοβαρότερο ύφος από το αποσυντιθέμενο περιβάλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν διέθετε, όμως, καθαρή κοινωνική αντιστοίχιση. Δεν κατόρθωσε να απαντήσει πειστικά στο απλό αλλά αμείλικτο ερώτημα: ποιοι πολίτες, ποια κοινωνικά στρώματα, ποιες παραγωγικές ομάδες, ποιες γενιές, ποιοι χώροι εργασίας, ποια τοπικά και κινηματικά πεδία είχαν ανάγκη τη Νέα Αριστερά ως δικό τους κόμμα και όχι απλώς ως αξιοπρεπέστερη εκδοχή ενός παλαιού συριζαϊκού θραύσματος;
Αυτό είναι και το κοινό πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και μετά γνώρισε μια εκρηκτική εκλογική άνοδο, η οποία όμως δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη κοινωνική και οργανωτική ενσωμάτωση. Έγινε κόμμα εξουσίας πριν γίνει κόμμα κοινωνικής διάρκειας. Κέρδισε ψηφοφόρους χωρίς να αποκτήσει αναλογική κομματική κοινωνία. Απέκτησε αρχηγική νομιμοποίηση, κοινοβουλευτική ισχύ, κυβερνητική εμπειρία, αλλά δεν συγκρότησε βαθιά παραταξιακή υποδομή. Μετά την παραίτηση Τσίπρα από την ηγεσία, το κόμμα δεν έδειξε ανθεκτικότητα μεγάλης παράταξης, αλλά ευθραυστότητα φορέα που είχε εξαρτηθεί υπερβολικά από το πρόσωπο που το οδήγησε στην εξουσία. Η φυλλορροή του 2023, με αποχωρήσεις βουλευτών, ευρωβουλευτή και δεκάδων στελεχών της Κεντρικής Επιτροπής, έδειξε ότι η κρίση δεν ήταν μόνο ηγετική· ήταν οργανωτική και ταυτοτική.
Η Νέα Αριστερά δημιουργήθηκε για να διορθώσει αυτό το πρόβλημα, αλλά το αναπαρήγαγε σε μικρότερη κλίμακα. Ήθελε να είναι πιο συλλογική, αλλά παρέμεινε στελεχιακά κεντροβαρής. Ήθελε να είναι πιο προγραμματική, αλλά δεν απέκτησε κοινωνικό ακροατήριο αρκετά ευρύ ώστε το πρόγραμμά της να γίνει υλική δύναμη. Ήθελε να είναι πιο θεσμική, αλλά εξαρτήθηκε εξαρχής από την κοινοβουλευτική της συγκρότηση. Ήθελε να υπερβεί την προσωποκεντρική λογική, αλλά η δημόσια εικόνα της παρέμεινε δεμένη με λίγα αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Ήθελε να εκφράσει μια σοβαρή Αριστερά μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι υπάρχει επαρκής κοινωνικός χώρος για μια τέτοια εκδοχή ως αυτόνομο κόμμα. Η σημερινή της αποδιάρθρωση δεν είναι αντίφαση προς την ιδρυτική της υπόσχεση· είναι αποκάλυψη των ανεπαρκειών της.
Η ελληνική Αριστερά μετά το 2015 ζει μια παρατεταμένη κρίση μορφής. Δεν της λείπουν απλώς ιδέες, στελέχη ή ιστορικές αναφορές. Της λείπει σταθερή αντιστοίχιση ανάμεσα σε κοινωνικά συμφέροντα και κομματικές μορφές. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε την κοινωνική οργή της κρίσης αλλά δεν μετέτρεψε αυτή την οργή σε οργανωμένη παράταξη. Η Νέα Αριστερά εξέφρασε την ανάγκη θεσμικής και ηθικής διόρθωσης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά δεν τη μετέτρεψε σε κοινωνικό κίνημα. Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί τώρα να συγκεντρώσει εκ νέου το διάσπαρτο υλικό, αλλά το ίδιο ερώτημα θα τεθεί και σε αυτήν: θα δημιουργήσει κοινωνική οργάνωση ή θα στηριχθεί πάλι στην αρχηγική κεντρικότητα; Αν δεν απαντηθεί αυτό, η Αριστερά θα συνεχίσει να παράγει νέους φορείς επειδή αδυνατεί να σταθεροποιήσει τους προηγούμενους.
Η φυλλορροή του ΣΥΡΙΖΑ και η αποσύνθεση της Νέας Αριστεράς έχουν κοινό υπόστρωμα: την αδυναμία θεσμοποίησης. Στην πολιτική επιστήμη, τα κόμματα δεν κρίνονται μόνο από την εκλογική τους δύναμη, αλλά από την ικανότητά τους να αποκτούν διάρκεια, κανόνες, εσωτερική αναπαραγωγή, κοινωνική εκπροσώπηση, οργανωτική μνήμη και μηχανισμούς διαχείρισης σύγκρουσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να διαχειριστεί τη μετάβαση από τον χαρισματικό ηγετικό κύκλο στην αυτόνομη κομματική λειτουργία. Η Νέα Αριστερά απέτυχε να διαχειριστεί τη μετάβαση από την κοινοβουλευτική απόσχιση στην κοινωνική εγκατάσταση. Και στις δύο περιπτώσεις, η διαφωνία δεν θεσμοποιήθηκε δημιουργικά· μετατράπηκε σε αποχώρηση. Και στις δύο περιπτώσεις, η εσωτερική κρίση δεν παρήγαγε ανασύνθεση· παρήγαγε νέο θραύσμα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι έγιναν διασπάσεις. Η Αριστερά ιστορικά ζει μέσα από διασπάσεις, αναθεωρήσεις και επανατοποθετήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι οι διασπάσεις δεν παράγουν πια νέα κοινωνική δυναμική. Παράγουν κυρίως ανακύκλωση στελεχών. Η διάσπαση έχει νόημα όταν ανοίγει νέα κοινωνική σχέση, όταν εκφράζει πραγματικό μπλοκ συμφερόντων, όταν φέρνει νέες γενιές, νέες οργανώσεις, νέα γλώσσα, νέες μορφές συμμετοχής. Όταν περιορίζεται σε μετακινήσεις βουλευτών, ανακοινώσεις στελεχών και κοινοβουλευτική αριθμητική, η διάσπαση δεν είναι πολιτική γέννηση· είναι οργανωτική απομείωση. Αυτό ακριβώς συνέβη στη Νέα Αριστερά. Η αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν μεταφράστηκε σε νέο κοινωνικό σώμα. Και γι’ αυτό η επόμενη αποχώρηση ήταν σχεδόν εγγεγραμμένη στην αδυναμία της.
Η σημερινή κατάσταση στη Βουλή, όπου οι ανεξάρτητοι βουλευτές φτάνουν αριθμό-ρεκόρ και εμφανίζονται πλέον ως δεύτερη κοινοβουλευτική δύναμη αριθμητικά, είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική. Δεν δείχνει πολιτική ζωντάνια· δείχνει κρίση κομματικής ενσωμάτωσης. Οι βουλευτές αποσπώνται από τα κόμματα ταχύτερα από όσο τα κόμματα μπορούν να ανασυνθέσουν συλλογικές ταυτότητες. Το Κοινοβούλιο γεμίζει ανεξάρτητους επειδή τα κόμματα χάνουν την ικανότητα να συγκρατούν, να πειθαρχούν, να πείθουν και να εκπροσωπούν. Η διάλυση της ΚΟ της Νέας Αριστεράς είναι μέρος αυτής της ευρύτερης αποκομματικοποίησης του κοινοβουλευτικού πεδίου.
Η Νέα Αριστερά, επομένως, δεν πρέπει να αναλυθεί με όρους «προδοσίας» ή «αντοχής». Αυτό θα ήταν φτωχό και ψυχολογικό. Πρέπει να αναλυθεί ως περίπτωση κόμματος που δεν έλυσε το ερώτημα της κοινωνικής του αναγκαιότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την κοινωνική του δυναμική επειδή το αντιμνημονιακό μπλοκ που τον ανέδειξε διαλύθηκε, μετασχηματίστηκε ή απογοητεύθηκε. Η Νέα Αριστερά δεν απέκτησε ποτέ τέτοιο μπλοκ. Ξεκίνησε από πολιτική κριτική, όχι από κοινωνικό αίτημα. Ξεκίνησε από την ανάγκη κάποιων στελεχών να διασώσουν μια εκδοχή αριστερής σοβαρότητας, όχι από την απαίτηση συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων να συγκροτήσουν νέο φορέα. Αυτό δεν την καθιστά αχρείαστη διανοητικά· την καθιστά αδύναμη πολιτικά.
Αν υπάρχει μέλλον για τη Νέα Αριστερά, αυτό δεν βρίσκεται στην προσπάθεια να μιμηθεί τους μεγάλους παίκτες του χώρου. Δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την ΕΛ.Α.Σ. σε αναγνωρισιμότητα, ούτε το ΠΑΣΟΚ σε ιστορική συνέχεια, ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ σε εναπομένουσα μνήμη εξουσίας. Μπορεί μόνο να αναζητήσει έναν άλλο ρόλο: να γίνει μικρός αλλά ουσιαστικός φορέας αριστερής προγραμματικής παραγωγής, κοινωνικής παρέμβασης και θεσμικής συνέπειας. Αυτό όμως απαιτεί να εγκαταλείψει την κοινοβουλευτική αυταπάτη ότι η ύπαρξη βουλευτών αρκεί για την ύπαρξη κόμματος. Απαιτεί οργανώσεις, κοινωνική δουλειά, παρέμβαση στην εργασία, στη στέγη, στα δημόσια αγαθά, στην περιφέρεια, στους νέους, στα δικαιώματα. Απαιτεί να πάψει να είναι κόμμα των αποχωρησάντων και να γίνει κόμμα όσων δεν είχαν μέχρι τώρα λόγο να ενταχθούν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε ως μεγάλη παράταξη επειδή δεν θεσμοποίησε την κοινωνική έκρηξη που τον γέννησε. Η Νέα Αριστερά απέτυχε ως διορθωτική απόπειρα επειδή δεν κοινωνικοποίησε την πολιτική της κριτική. Και οι δύο δείχνουν ότι το πρόβλημα της ελληνικής Αριστεράς δεν είναι μόνο ηγετικό, ούτε μόνο ιδεολογικό, ούτε μόνο οργανωτικό. Είναι πρόβλημα αντιπροσώπευσης: ποιον εκπροσωπεί, πώς τον οργανώνει, με ποια διάρκεια, με ποιο κοινωνικό συμβόλαιο. Χωρίς απάντηση σε αυτό, κάθε νέο κόμμα θα μοιάζει αρχικά με λύση και σύντομα με ακόμη ένα επεισόδιο της ίδιας αποσύνθεσης.
Πρόσφατα σχόλια