Η ΕΛ.Α.Σ. εγγράφεται σε μια μακρά ιστορική ακολουθία αναζητήσεων, διασπάσεων, μετεξελίξεων, συμμαχικών σχημάτων, ιδεολογικών αναθεωρήσεων και οργανωτικών αδυναμιών που χαρακτηρίζει την ελληνική  Αριστερά. Είναι νέο κόμμα, αλλά δεν γεννιέται σε ιστορικό κενό. Φέρει μέσα της ένα παλαιό και ανεπίλυτο ερώτημα: μπορεί ο χώρος της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς να αποκτήσει σταθερή κοινωνική γείωση, μαζική οργανωτική υπόσταση και κυβερνητική αξιοπιστία, χωρίς να χάνει την εσωτερική του πολυφωνία, τη θεσμική του ευαισθησία και την κριτική του σχέση με την εξουσία;

Η αφετηρία αυτής της διαδρομής βρίσκεται στη διάσπαση του 1968, σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ελληνικής και ευρωπαϊκής κομμουνιστικής ιστορίας. Το ΚΚΕ Εσωτερικού δεν υπήρξε απλώς οργανωτικό αποτέλεσμα μιας εσωκομματικής ρήξης. Υπήρξε φορέας μιας διαφορετικής αντίληψης για την Αριστερά, τη δημοκρατία, την κομματική πειθαρχία, τον σοσιαλισμό, την Ευρώπη και τη σχέση με τη σοβιετική ορθοδοξία. Η διάσπαση δεν αφορούσε μόνο πρόσωπα ή οργανωτικό έλεγχο. Αφορούσε το ερώτημα αν η ελληνική Αριστερά θα παρέμενε εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο συγκεντρωτικού κομμουνισμού, αυστηρής ιεραρχίας και μονολιθικής ιδεολογικής νομιμοφροσύνης ή αν θα άνοιγε δρόμο σε μια Αριστερά περισσότερο πλουραλιστική, δημοκρατική, κριτική προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό και ευαίσθητη απέναντι στα νέα κοινωνικά και πολιτισμικά ρεύματα της εποχής. Το ΚΚΕ Εσωτερικού συνδέθηκε με τον ευρωκομμουνισμό, με την ιδέα ότι ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες δεν μπορούσε να νοηθεί ως απλή μεταφορά του σοβιετικού προτύπου, αλλά όφειλε να περάσει μέσα από τον κοινοβουλευτισμό, τα δικαιώματα, τον πολιτικό πλουραλισμό, την αυτονομία των κοινωνικών κινημάτων και τη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Αυτή η ιδρυτική διαφοροποίηση είχε τεράστια σημασία για την ποιότητα της πολιτικής σκέψης του χώρου. Το ΚΚΕ Εσωτερικού διαμόρφωσε μια κουλτούρα  που το διαφοροποιούσε τόσο από το παραδοσιακό ΚΚΕ όσο και από τη πρακτική του ΠΑΣΟΚ. Στον πυρήνα του βρισκόταν η ιδέα ότι η Αριστερά δεν μπορεί να θυσιάζει τη δημοκρατία στο όνομα της κοινωνικής αλλαγής, ούτε να εκχωρεί το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής στο όνομα μιας άχρωμης κοινοβουλευτικής κανονικότητας. Το ΚΚΕ Εσωτερικού παρήγαγε υψηλή πολιτική κουλτούρα και κριτικό λόγο, δεν κατόρθωσε, όμως, να μετατραπεί σε μαζική λαϊκή παράταξη. Η επιρροή του υπερέβαινε συχνά το εκλογικό του μέγεθος, το οποίο παρέμενε περιορισμένο. 

Η μετεξέλιξη του ΚΚΕ Εσωτερικού στην Ελληνική Αριστερά, την ΕΑΡ, το 1987 υπό τον Λεωνίδα Κύρκο, υπήρξε προσπάθεια να δοθεί νέα πολιτική μορφή σε αυτό το ιστορικό ρεύμα. Η ΕΑΡ ήταν απόπειρα αποδέσμευσης από το βάρος της παλαιάς κομμουνιστικής ορολογίας. Επεδίωκε να είναι αριστερή χωρίς να είναι δογματική, ευρωπαϊκή χωρίς να είναι νεοφιλελεύθερη, θεσμική χωρίς να είναι συντηρητική, μεταρρυθμιστική χωρίς να απορροφηθεί από το ΠΑΣΟΚ. Αυτό το πολιτικό σημείο ήταν λεπτό, σχεδόν οριακό. Από τη μία πλευρά, η ΕΑΡ μπορούσε να μιλήσει με μεγαλύτερη διαύγεια για τον εκδημοκρατισμό, τα δικαιώματα, την οικολογία, την Ευρώπη, την ανάγκη ανανέωσης των κομματικών μορφών και την υπέρβαση των παλαιών διχασμών της Αριστεράς. Από την άλλη, δυσκολευόταν να απαντήσει στο ερώτημα της κοινωνικής της βάσης. Ποιον εκπροσωπούσε με μαζικό τρόπο; Τους απογοητευμένους κομμουνιστές; Την αριστερή διανόηση; Τα μορφωμένα μεσαία στρώματα; Τους δημοκρατικούς πολίτες που δεν χωρούσαν ούτε στο ΚΚΕ ούτε στο ΠΑΣΟΚ; Όλα αυτά ήταν υπαρκτά ακροατήρια, αλλά δεν συγκροτούσαν από μόνα τους παράταξη.

Το πείραμα του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου στα τέλη της δεκαετίας του 1980 υπήρξε ίσως η πιο φιλόδοξη προσπάθεια υπέρβασης αυτού του κατακερματισμού. Η συνάντηση του ΚΚΕ, της ΕΑΡ και άλλων δυνάμεων σε ένα κοινό σχήμα ήταν προσπάθεια να κλείσει, έστω προσωρινά, το ιστορικό ρήγμα του 1968, να διαμορφωθεί ένας ευρύτερος αριστερός πόλος, να δημιουργηθεί μια δύναμη που θα μπορούσε να εκφράσει έναν αριστερό εκσυγχρονισμό και μια πολιτική ηθική σε μια περίοδο βαριάς κρίσης του πολιτικού συστήματος. Όμως ο Συνασπισμός, από την αρχή, έφερε μέσα του το πρόβλημα όλων των μεγάλων συνθέσεων: τα μέρη που τον συγκροτούσαν δεν είχαν την ίδια ιστορική μνήμη, την ίδια οργανωτική κουλτούρα, την ίδια αντίληψη για το κράτος, την Ευρώπη, τη διακυβέρνηση, την Αριστερά και τη σχέση με το ΠΑΣΟΚ. Η σύνθεση δεν ήταν οργανική· ήταν ιστορικά αναγκαία αλλά εσωτερικά εύθραυστη.

Η αποχώρηση του ΚΚΕ από τον Συνασπισμό και η μετατροπή του Συνασπισμού σε ενιαίο κόμμα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έδωσαν στον χώρο νέα μορφή. Ο Συνασπισμός αποτέλεσε για χρόνια τον κύριο θεσμικό φορέα μιας Αριστεράς που δεν ήθελε να ταυτιστεί ούτε με τον κομμουνιστικό απομονωτισμό ούτε με τη σοσιαλδημοκρατική κυβερνητική φθορά. Ωστόσο, παρέμεινε κόμμα μικρού έως μεσαίου μεγέθους, με συχνά δυσανάλογη πνευματική επιρροή αλλά περιορισμένη λαϊκή κοινωνική γείωση

Η πολυτασικότητα του Συνασπισμού δεν ήταν απλώς εσωκομματική ιδιορρυθμία. Ήταν έκφραση της ίδιας της ιστορικής φύσης του χώρου.  Περιελάμβανε ευρωκομμουνιστές, δημοκρατικούς σοσιαλιστές, αριστερούς ευρωπαϊστές, ριζοσπαστικές τάσεις, κινηματικές ευαισθησίες, οικολογικά ρεύματα, στελέχη με ισχυρό θεσμικό προσανατολισμό και άλλους με μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνική σύγκρουση. Αυτή η πολυφωνία επέτρεπε στον χώρο να συνομιλεί με πολλές πλευρές της κοινωνίας και της διανόησης, αλλά δυσκόλευε την παραγωγή καθαρής στρατηγικής γραμμής. Ο Συνασπισμός υπήρξε, με αυτή την έννοια, κόμμα περισσότερο διαλογικό παρά ηγεμονικό. Μπορούσε να παράγει ερωτήματα, να διορθώνει βεβαιότητες, να ανοίγει θεματικές, να εισάγει νέα ζητήματα στον δημόσιο διάλογο. Δυσκολευόταν όμως να παράγει πλειοψηφική πολιτική ταυτότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αρχικά ως συμμαχικό σχήμα των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς και αργότερα ως ενιαίο κόμμα, φάνηκε να αλλάζει τους όρους αυτού του ιστορικού προβλήματος. Η ίδρυσή του ως εκλογικού συνασπισμού στις αρχές της δεκαετίας του 2000 επέτρεψε τη συνάντηση του Συνασπισμού με μικρότερες αριστερές, κινηματικές, οικολογικές και ριζοσπαστικές δυνάμεις. Ο πολυτασικός χαρακτήρας του δεν ήταν ατύχημα αλλά ιδρυτική του προϋπόθεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε χώρος όπου συναντήθηκαν η ανανεωτική παράδοση, η ριζοσπαστική κινηματική Αριστερά, οι μετακομμουνιστικές αναζητήσεις, οι αντιπαγκοσμιοποιητικές ευαισθησίες, τα δικαιωματικά κινήματα, η οικολογία, η νεολαιίστικη διαμαρτυρία και οι κοινωνικές αντιστάσεις της περιόδου πριν και μετά την οικονομική κρίση. Αυτό το σχήμα, που για χρόνια φαινόταν πολιτικά μικρό αλλά ιδεολογικά ευρύ, απέκτησε ξαφνικά ιστορική κλίμακα όταν η μνημονιακή κρίση αποδιοργάνωσε τον παλαιό δικομματισμό.

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-2015 έμοιαζε, πράγματι, με ιστορική υπέρβαση της παλαιάς αδυναμίας μαζικοποίησης. Ένας χώρος που επί δεκαετίες λειτουργούσε ως εργαστήριο ιδεών και φορέας πολιτικής κουλτούρας βρέθηκε να γίνεται κεντρικός εκφραστής της κοινωνικής δυσαρέσκειας και, τελικά, κυβέρνηση. Όμως αυτή η μετάβαση από την περιφέρεια στο κέντρο του πολιτικού συστήματος δεν πραγματοποιήθηκε επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ είχε προηγουμένως ολοκληρώσει τη μετατροπή του σε μαζικό κόμμα. Πραγματοποιήθηκε επειδή η κρίση δημιούργησε μια έκτακτη κοινωνική ανάθεση. Οι πολίτες που τον στήριξαν δεν έγιναν κατ’ ανάγκην μέλη, οργανωμένοι υποστηρικτές ή φορείς νέας παραταξιακής ταυτότητας. Πολλοί είδαν στον ΣΥΡΙΖΑ το εργαλείο ανατροπής μιας πολιτικής λιτότητας και απονομιμοποιημένων κομματικών ελίτ. Αυτή η σχέση ήταν ισχυρή αλλά εύθραυστη, διότι στηριζόταν περισσότερο στην ιστορική συγκυρία και λιγότερο σε βαθιά οργανωτική ένταξη.

Η κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε τομή για ολόκληρη την ελληνική Αριστερά. Για πρώτη φορά ο χώρος της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν περιοριζόταν στην κριτική, στη διαμαρτυρία, στη θεωρητική επεξεργασία ή στη μικρή κοινοβουλευτική παρέμβαση. Έπρεπε να κυβερνήσει, να διαπραγματευθεί, να αποφασίσει, να διαχειριστεί περιορισμούς, να ασκήσει εξουσία, να συμβιβάσει αρχές και αναγκαιότητες. Αυτή η εμπειρία παρήγαγε ωρίμανση, αλλά παρήγαγε και βαθύ τραύμα. Η Αριστερά που είχε ανέλθει ως φορέας ριζικής αμφισβήτησης βρέθηκε να εφαρμόζει πολιτικές προσαρμογής. Η διάσταση ανάμεσα στην υπόσχεση και στη διακυβέρνηση δεν ήταν απλή επικοινωνιακή αστοχία. Ήταν σύγκρουση ανάμεσα στη λογική της κινηματικής προσδοκίας και στη λογική του κράτους, των ευρωπαϊκών συσχετισμών, των δημοσιονομικών περιορισμών και της διοικητικής πραγματικότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε κυβερνητική εμπειρία, αλλά δεν απέκτησε αναγκαστικά καθαρή μετακυβερνητική ταυτότητα.

Μετά το 2019, η προσπάθεια διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ προς την Προοδευτική Συμμαχία επιχείρησε να λύσει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Ο Τσίπρας αντιλήφθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούσε να παραμείνει κόμμα της στενής ριζοσπαστικής Αριστεράς αν ήθελε να διεκδικήσει ξανά την εξουσία. Έπρεπε να μετακινηθεί προς ευρύτερη προοδευτική παράταξη, να συναντήσει στελέχη και ακροατήρια της Κεντροαριστεράς, να αποκτήσει κοινωνική και οργανωτική πυκνότητα ανάλογη του εκλογικού του μεγέθους. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή παρέμεινε ημιτελής. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε μαζικό κόμμα με την έννοια που υπήρξε το ΠΑΣΟΚ της Μεταπολίτευσης. Δεν απέκτησε βαθιές τοπικές ρίζες, ισχυρή οργανωτική συμμετοχή, σταθερή κοινωνική ενσωμάτωση και μηχανισμούς παραγωγής νέας ηγεσίας. Παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό κόμμα στελεχών, κόμμα αρχηγικής κεντρικότητας, κόμμα εκλογικής επιρροής μεγαλύτερης από την οργανωτική του υπόσταση.

Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 αποκάλυψε ακριβώς αυτή την οργανωτική αδυναμία. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μετατραπεί σε ώριμη παράταξη, η αποχώρηση του ηγέτη θα ήταν σοβαρή αλλά όχι αποδιαρθρωτική. Θα υπήρχαν θεσμοί, συλλογικές διαδικασίες, ισχυρή κοινωνική βάση, μηχανισμοί ισορροπίας, πολιτική συνέχεια. Αντί γι’ αυτό, η μετά Τσίπρα περίοδος ανέδειξε κρίση ταυτότητας, συγκρούσεις, αποχωρήσεις και δυσκολία στρατηγικής αποσαφήνισης. 

Η πρόσφατη αποδυνάμωση της Νέας Αριστεράς και η διάλυση της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας επιβεβαιώνουν ότι το παλαιό πρόβλημα δεν είχε λυθεί. Η Νέα Αριστερά απέτυχε να πείσει ότι αποτελεί αναντικατάστατο κοινωνικό φορέα.  Αυτό φανερώνει κάτι ευρύτερο: η ανανεωτική Αριστερά μπορεί να παράγει συχνά ανώτερη πολιτική ανάλυση από την οργανωτική της δύναμη, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την ανάλυση σε κοινωνική πίστη. Και χωρίς κοινωνική πίστη, κανένα κόμμα δεν αποκτά διάρκεια.

Η ΕΛ.Α.Σ. έρχεται, λοιπόν, να συμπυκνώσει μια ολόκληρη ιστορική εκκρεμότητα. Από το ΚΚΕ Εσωτερικού έως την ΕΑΡ, από τον παλαιό Συνασπισμό έως τον πολυτασικό ΣΥΡΙΖΑ, και από τη Νέα Αριστερά έως το νέο κόμμα Τσίπρα, το ίδιο ερώτημα επιστρέφει με διαφορετικές μορφές. Πώς μπορεί να συγκροτηθεί μια Αριστερά που να είναι δημοκρατική χωρίς να είναι άχρωμη, ριζοσπαστική χωρίς να είναι ανεύθυνη, ευρωπαϊκή χωρίς να είναι προσαρμοστική, κυβερνητική χωρίς να χάνει την κοινωνική της αιχμή, πλουραλιστική χωρίς να διαλύεται, μαζική χωρίς να εκφυλίζεται σε μηχανισμό εξουσίας; Η ΕΛ.Α.Σ. δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το ερώτημα, διότι αποτελεί προϊόν της ίδιας ιστορίας. Δεν γεννιέται ως εξωτερική λύση στο πρόβλημα. Γεννιέται μέσα από το πρόβλημα.

Το νέο κόμμα Τσίπρα διαθέτει πλεονεκτήματα που προηγούμενες μορφές της ανανεωτικής Αριστεράς δεν είχαν στην εκκίνησή τους: έναν πρώην πρωθυπουργό με υψηλή αναγνωρισιμότητα, κυβερνητική εμπειρία, δυνατότητα άμεσης δημοσκοπικής καταγραφής, πρόσβαση σε ευρύτερα ακροατήρια και ικανότητα παραγωγής πολιτικού γεγονότος. Διαθέτει, όμως, και βάρη που οι προηγούμενες μορφές δεν είχαν στον ίδιο βαθμό: τη μνήμη της διακυβέρνησης, τη διάψευση προσδοκιών, την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να μετατραπεί σε μαζική παράταξη, την καχυποψία απέναντι σε προσωποκεντρικά εγχειρήματα, την κόπωση ενός εκλογικού σώματος που έχει δει πολλές επανεκκινήσεις χωρίς βαθιά αλλαγή μορφής. 

Το κρισιμότερο από αυτά τα μαθήματα είναι ότι η πολιτική κουλτούρα δεν αρκεί χωρίς κοινωνική ενσωμάτωση. Το ΚΚΕ Εσωτερικού είχε κουλτούρα αλλά όχι μαζικότητα. Η ΕΑΡ είχε ανανεωτικό λόγο αλλά περιορισμένη κοινωνική βάση. Ο Συνασπισμός είχε πλουραλισμό αλλά δυσκολία ηγεμονικής ταυτότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε μαζική ψήφο αλλά όχι αντίστοιχη οργανωτική θεσμοποίηση. Η Νέα Αριστερά είχε θεσμική αυτοσυνείδηση αλλά όχι επαρκή κοινωνικό χώρο. Η ΕΛ.Α.Σ. θα αποτύχει αν προσθέσει απλώς ένα νέο όνομα σε αυτή τη σειρά. Θα αποκτήσει ιστορικό νόημα μόνο αν μετατρέψει τη μνήμη σε οργάνωση, την ηγετική αναγνωρισιμότητα σε συλλογική λειτουργία, την κυβερνητική εμπειρία σε αυτοκριτική ωρίμανση, την κοινωνική δυσαρέσκεια σε σταθερή πολιτική αντιπροσώπευση.

Η σημερινή ελληνική κοινωνία δεν συγκροτείται γύρω από τις ίδιες ιδεολογικές βεβαιότητες, ούτε γύρω από τις ίδιες παραταξιακές μνήμες. Τα κρίσιμα πεδία είναι η ακρίβεια, η στέγη, η εργασία, η χαμηλή αγοραστική δύναμη, η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση, η θεσμική εμπιστοσύνη, η περιφερειακή ανισότητα, η πράσινη και τεχνολογική μετάβαση, η αδυναμία των νέων να αποκτήσουν αυτονομία. Μια Αριστερά που θέλει να είναι ιστορικά συνέχεια της ανανεωτικής παράδοσης δεν μπορεί να περιοριστεί σε αναφορές στην ιστορία της. Πρέπει να μεταφράσει την ιστορική της κληρονομιά σε σημερινές απαντήσεις. 

Η ΕΛ.Α.Σ. θα κριθεί, επομένως, όχι από το αν θα κατορθώσει να συγκινήσει όσους αναγνωρίζουν την ιστορική διαδρομή της Αριστεράς, αλλά από το αν θα δημιουργήσει νέες σχέσεις αντιπροσώπευσης με κοινωνικά στρώματα που δεν συγκινούνται πλέον από τις παλαιές μνήμες. Οι νεότερες γενιές δεν έχουν βιωματική σχέση με το ΚΚΕ Εσωτερικού ή την ΕΑΡ. Πολλοί ψηφοφόροι της μεσαίας τάξης διατηρούν επιφυλάξεις από την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ. Οι εργαζόμενοι της επισφάλειας δεν εντάσσονται αυτόματα σε αριστερά σχήματα. Οι πολίτες της περιφέρειας ζητούν συγκεκριμένες παραγωγικές και θεσμικές απαντήσεις. Αν το νέο κόμμα μείνει σε συμβολικές συνδέσεις, θα επαναλάβει το παλαιό πρόβλημα της ανανεωτικής Αριστεράς: πολύ βάθος μνήμης, περιορισμένη κοινωνική ένταξη. 

\