Το κομματικό σύστημα της Τουρκίας παρουσιάζει μια σταθερή ιστορική ιδιομορφία: τη διαρκή κυριαρχία ισχυρών ηγετών και αδύναμων θεσμών. Η δομή και η λειτουργία των τουρκικών κομμάτων καταδεικνύουν ότι η χώρα δεν ανέπτυξε ποτέ εκείνον τον βαθμό εσωκομματικής δημοκρατίας, θεσμικής σταθερότητας και ιδεολογικής συνέχειας που χαρακτηρίζουν τα δυτικά κομματικά συστήματα. Οι πολιτικές οργανώσεις στην Τουρκία δεν λειτουργούν ως φορείς κοινωνικής εκπροσώπησης αλλά ως προσωποπαγή σχήματα που περιστρέφονται γύρω από ηγεσίες και όχι γύρω από θεσμικές διαδικασίες.

Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα, η τουρκική πολιτική ιστορία καθορίζεται από κόμματα που δημιουργούνται, διασπώνται ή εξαφανίζονται ανάλογα με τις ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας, συχνά σε συνδυασμό με δικαστικές απαγορεύσεις, στρατιωτικές παρεμβάσεις και θεσμικές μεταβολές. Η ευκολία με την οποία το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να απαγορεύσει πολιτικά κόμματα αποτελεί μια μοναδική θεσμική πρακτική που συναντάται σε ελάχιστα πολιτικά συστήματα. Η ύπαρξη ενός τέτοιου μηχανισμού δεν είναι συμβατή με το δυτικό δημοκρατικό παράδειγμα, όπου η απαγόρευση κομμάτων αποτελεί ακραία εξαίρεση και όχι επαναλαμβανόμενο εργαλείο.

Η λειτουργία των κομμάτων στην Τουρκία είναι στενά συνδεδεμένη με ισχυρές ηγεσίες που συγκεντρώνουν τον πλήρη έλεγχο της οργάνωσης, των υποψηφιοτήτων και της πολιτικής στρατηγικής. Η έλλειψη εσωτερικής θεσμοποίησης δεν επέτρεψε ποτέ την ανάπτυξη μιας πραγματικά πλουραλιστικής κομματικής δομής. Οι αποφάσεις δεν προκύπτουν από συλλογικά όργανα αλλά από στενούς κύκλους εξουσίας, διαμορφώνοντας πολιτικές κουλτούρες προσωπολατρίας και όχι θεσμικής λογοδοσίας. Η κατάσταση αυτή επεκτείνεται στο σύνολο του πολιτικού φάσματος: από το CHP μέχρι το AKP, από τα εθνικιστικά κόμματα μέχρι τις ισλαμικές οργανώσεις.

Μετά το 2017, το προεδρικό σύστημα ενίσχυσε περαιτέρω αυτή την τάση. Η εκτελεστική εξουσία συγκεντρώνει τον πολιτικό έλεγχο, ενώ το κομματικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός υποστήριξης της προεδρικής κυριαρχίας. Δεν αναπτύσσεται θεσμικός ανταγωνισμός, αλλά ένα μοντέλο όπου τα κόμματα αντιμετωπίζονται ως οργανωτικά εργαλεία και όχι ως ανεξάρτητοι δρώντες. Το αποτέλεσμα είναι η αποδυνάμωση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, η περιορισμένη θεσμική λογοδοσία και η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας εις βάρος του κοινοβουλευτισμού.

Το τουρκικό κομματικό σύστημα δεν ακολούθησε ποτέ την εξέλιξη των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, στις οποίες τα κόμματα λειτουργούν ως θεσμοί εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων με σταθερή εσωτερική λειτουργία και θεσμική συνέχεια. Στην Τουρκία, η πολιτική οργάνωση παραμένει εργαλειακή, προσωποκεντρική και επιρρεπής σε θεσμικές εκτροπές, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα ουδέποτε ταυτίστηκε με το δυτικό πρότυπο πλουραλιστικής δημοκρατίας.