Η συζήτηση για το μέλλον της ουκρανικής ασφάλειας επανέρχεται σήμερα στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής, καθώς το ζήτημα της αξιοπιστίας των εγγυήσεων που προσφέρονται σε ένα κυρίαρχο κράτος έχει μετατραπεί σε κρίσιμο παράγοντα για τη σταθερότητα της Ευρώπης και του παγκόσμιου συστήματος ασφάλειας. Η Ουκρανία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους που, παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις για την κυριαρχία και την εδαφική του ακεραιότητα, βρέθηκε εκτεθειμένο απέναντι σε επιθετική στρατιωτική ενέργεια, γεγονός που οδήγησε σε μια γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους υφιστάμενους διεθνείς μηχανισμούς. Η ανεπάρκεια των προηγούμενων συστημάτων, και ιδιαίτερα η συλλογική διάψευση που προκάλεσε το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, δεν αποτελεί απλώς ένα ουκρανικό τραύμα· συνιστά πλήγμα στην ίδια τη λογική της διεθνούς ασφάλειας.

Το Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994 είχε παρουσιαστεί ως μοντέλο για έναν νέο τύπο διεθνούς ασφάλειας, στον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις εγγυώνται την ασφάλεια ενός κράτους με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη πυρηνικών όπλων. Η Ουκρανία, επιλέγοντας να παραδώσει το τρίτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, το έκανε με τη βεβαιότητα ότι οι παρεχόμενες διαβεβαιώσεις από την Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και τη Μόσχα θα εξασφάλιζαν το μέλλον της. Αντί όμως να αποτελέσει παράδειγμα ενίσχυσης της διεθνούς εμπιστοσύνης, το Μνημόνιο αποδείχθηκε κενό περιεχομένου όταν, το 2014 και ξανά το 2022, η Ρωσία παραβίασε κατάφωρα τις δεσμεύσεις που η ίδια είχε αναλάβει. Η διεθνής αντίδραση, αν και πολιτικά καταδικαστική, δεν συνοδεύτηκε από μηχανισμούς άμεσης επιβολής, αποκαλύπτοντας ότι οι δηλωτικές εγγυήσεις δεν διαθέτουν αποτρεπτική ισχύ.

Αυτό το προηγούμενο έχει επιφέρει μια βαθύτατη κρίση αξιοπιστίας στις αρχιτεκτονικές διεθνούς ασφάλειας. Εάν ένα κράτος που συμμορφώθηκε πλήρως με τις διεθνείς απαιτήσεις αφοπλισμού και μη διάδοσης βρεθεί απροστάτευτο απέναντι σε στρατιωτική επίθεση, τότε αποδυναμώνεται η ίδια η λογική της συλλογικής ασφάλειας. Η αδυναμία προστασίας της Ουκρανίας δεν αφορά μόνο την ίδια· επηρεάζει όλα τα κράτη που αξιολογούν κατά πόσο οι διεθνείς δεσμεύσεις αξίζουν περισσότερο από την ανάπτυξη ανεξάρτητων αποτρεπτικών μηχανισμών. Η αποτυχία των εγγυήσεων της Βουδαπέστης αποτελεί, συνεπώς, σοβαρή απειλή για το καθεστώς μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, καθώς μεταδίδει το μήνυμα ότι τα κράτη που αποπυρηνικοποιούνται κινδυνεύουν να καταστούν ευάλωτα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα ενός νέου συστήματος ασφάλειας για την Ουκρανία. Όποια ειρηνευτική διευθέτηση και αν διαμορφωθεί, δεν μπορεί να βασιστεί σε μια ανανεωμένη εκδοχή ασαφών διαβεβαιώσεων. Ένα αξιόπιστο πλαίσιο ασφάλειας πρέπει να θεμελιώνεται σε νομικά δεσμευτικές ρήτρες, προβλέψιμες διαδικασίες αντίδρασης και αυτόματους μηχανισμούς ενεργοποίησης. Η αποτροπή δεν επιτυγχάνεται με δηλώσεις εμπιστοσύνης, αλλά με σαφή καθορισμό συνεπειών σε περίπτωση παραβίασης. Η στρατηγική πραγματικότητα έχει καταδείξει ότι ένας αναθεωρητικός δρώντας δεν αναχαιτίζεται από διπλωματική αποδοκιμασία, αλλά από απτά κόστη, στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά.

Η Ουκρανία, επομένως, χρειάζεται ένα σύστημα ασφάλειας που να κατοχυρώνει πλήρως το δικαίωμά της στην αυτοάμυνα, την ανάπτυξη στρατιωτικών μέσων και την ανεμπόδιστη συνεργασία με αμυντικούς θεσμούς της Δύσης. Η ιδέα ενός συστήματος το οποίο περιορίζει τον αμυντικό εκσυγχρονισμό της Ουκρανίας, απαγορεύει την ανάπτυξη συμμαχικών δυνάμεων στο έδαφός της ή επιβάλλει «ισορροπίες» υπέρ του επιτιθέμενου, θα αποτελούσε παγίωση γεωπολιτικής μειονεξίας και προοίμιο νέας επιθετικότητας. Η αποτροπή είναι αποτελεσματική μόνο όταν ο επιτιθέμενος γνωρίζει ότι δεν θα έχει την ευχέρεια να δράσει χωρίς κόστος.

Η συζήτηση για τον αποκλεισμό της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ συνδέεται άμεσα με αυτή τη διάσταση. Η παραμονή μιας χώρας σε μια «γκρίζα ζώνη» μεταξύ συστημάτων ασφαλείας δημιουργεί διαρκή κίνητρο για εξωτερική επιβολή. Όσο η Ουκρανία στερείται θεσμικής προστασίας, τόσο η Ρωσία θεωρεί ότι μπορεί να επηρεάζει τις αποφάσεις της και να διατηρεί δικαίωμα βέτο στην εξωτερική της πολιτική. Η ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται στη γεωπολιτική ουδετερότητα ενός κράτους που έχει ήδη δεχθεί εισβολή.

Η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει:

– ρητή δέσμευση υπεράσπισης της ουκρανικής εδαφικής ακεραιότητας
– ενισχυμένη στρατιωτική διαλειτουργικότητα με τη Δύση
– αδιάλειπτη πρόσβαση σε πληροφορίες, τεχνολογίες και μέσα άμυνας
– μηχανισμούς άμεσης ενεργοποίησης αντίδρασης
– οικονομικά και διπλωματικά αντίμετρα χωρίς καθυστερήσεις
– θεσμική ενσωμάτωση της αρχής της αποτροπής

Χωρίς αυτά, το καθεστώς ασφάλειας θα παραμείνει ευάλωτο, προσωρινό και επισφαλές.

Η ανάγκη ενός νέου συστήματος ασφάλειας συνδέεται επίσης με την ευρωπαϊκή διάσταση. Η Ευρώπη έχει άμεσο συμφέρον στη σταθερότητα της Ουκρανίας, καθώς η αποτυχία της θα αυξήσει το κόστος άμυνας των κρατών-μελών, θα ενθαρρύνει αναθεωρητικές πιέσεις σε ευαίσθητες περιοχές και θα επιβαρύνει την ενεργειακή και οικονομική ασφάλεια. Η ανασφάλεια στην Ουκρανία παράγει ανασφάλεια σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή συμμετοχή στη διαμόρφωση εγγυήσεων ασφάλειας δεν μπορεί να είναι παθητική· πρέπει να είναι ενεργή, θεσμική και λειτουργική.

Η ανασυγκρότηση του συστήματος ασφάλειας της Ουκρανίας αποτελεί επίσης το μοναδικό μέσο αποτροπής περαιτέρω επιθετικότητας στο μέλλον. Η ιστορία απέδειξε ότι όπου οι εγγυήσεις είναι αδύναμες, οι συγκρούσεις επανέρχονται. Η αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη. Πρέπει να συνοδευτεί από ένα σύστημα που καθιστά αδύνατη την επανάληψη της παραβίασης.

Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια καθοριστική στιγμή. Αν επιλέξει να αναπαράγει ένα μοντέλο δηλωτικών εγγυήσεων, θα συμβάλει στην αποδόμηση της διεθνούς εμπιστοσύνης. Αντίθετα, αν θεμελιώσει ένα νέο σύστημα με πραγματική ισχύ, θα ενισχύσει τη διεθνή νομιμότητα και θα αποκαταστήσει την αξιοπιστία των συλλογικών μηχανισμών ασφάλειας. Η Ουκρανία δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση· ζητά αυτά που οφείλει να προσφέρει το διεθνές σύστημα σε κάθε κυρίαρχο κράτος: προστασία, σταθερότητα και εγγύηση ότι η εδαφική ακεραιότητα δεν είναι διαπραγματεύσιμη