Οι εκλογές του 2027 δεν θα διαμορφωθούν μόνο από τους κομματικούς συσχετισμούς, τις δημοσκοπήσεις, τις ηγετικές αντιπαραθέσεις ή τις ανακατατάξεις στην αντιπολίτευση. Θα διαμορφωθούν, σε μεγάλο βαθμό, από κάτι λιγότερο θεαματικό αλλά πολιτικά βαθύτερο: την κοινωνική κόπωση. Η κόπωση αυτή δεν ταυτίζεται με την οργή της μνημονιακής περιόδου ούτε με την έντονη κινηματική φόρτιση προηγούμενων ετών. Είναι πιο σιωπηλή, πιο διάχυτη, πιο καθημερινή. Δεν εκφράζεται πάντοτε με μεγάλες διαδηλώσεις ή θεαματικές πολιτικές μετατοπίσεις. Εκφράζεται στην αίσθηση ότι η ζωή δεν βελτιώνεται αναλογικά με τις θυσίες, ότι η εργασία δεν αρκεί για αξιοπρεπή διαβίωση, ότι το ενοίκιο ακυρώνει τον σχεδιασμό, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες δεν προσφέρουν την ασφάλεια που υπόσχονται, ότι οι θεσμοί δεν πείθουν πάντα πως λειτουργούν ισότιμα για όλους. Αυτή η κόπωση μπορεί να αποδειχθεί το πιο καθοριστικό πολιτικό μέγεθος της επόμενης περιόδου.

Η κοινωνική κόπωση δεν πρέπει να συγχέεται με απλή δυσαρέσκεια. Προκύπτει όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι έχουν περάσει από πολλές διαδοχικές κρίσεις χωρίς να επιστρέφουν ποτέ σε μια κατάσταση πραγματικής ασφάλειας. Οικονομική κρίση, πανδημία, ενεργειακή πίεση, πληθωρισμός, στεγαστική δυσκολία, διεθνής αβεβαιότητα, θεσμικές εντάσεις, όλα αυτά διαμορφώνουν ένα υπόστρωμα εξάντλησης.  

Η ακρίβεια είναι το πιο άμεσο και καθολικό βίωμα αυτής της κόπωσης. Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό δείκτη. Πρόκειται για καθημερινή εμπειρία απώλειας ελέγχου. Όταν το νοικοκυριό βλέπει ότι το εισόδημα εξαντλείται γρηγορότερα, όταν οι αυξήσεις στους μισθούς δεν ακολουθούν πραγματικά το κόστος ζωής, όταν η κατανάλωση βασικών αγαθών γίνεται διαρκής άσκηση περιορισμού, τότε δημιουργείται πολιτική φθορά που δεν αποτυπώνεται πάντοτε άμεσα σε κομματική μετακίνηση. Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται μακροοικονομικά μεγέθη, επενδύσεις ή ανάπτυξη. Αν όμως η καθημερινή εμπειρία του πολίτη δεν επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα, δημιουργείται χάσμα ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και στο βίωμα. Αυτό το χάσμα είναι πολιτικά επικίνδυνο για κάθε κυβέρνηση.

Το στεγαστικό λειτουργεί ακόμη βαθύτερα, γιατί δεν αφορά μόνο το παρόν εισόδημα αλλά τον ορίζοντα ζωής. Για έναν νέο άνθρωπο, η αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία σημαίνει καθυστέρηση αυτονομίας, αναβολή οικογενειακών σχεδίων, εξάρτηση από την οικογένεια, περιορισμό επιλογών εργασίας, ψυχική πίεση. Για μια μεσαία οικογένεια, σημαίνει αγωνία για τα παιδιά. Για έναν εργαζόμενο σε τουριστική περιοχή ή μεγάλο αστικό κέντρο, σημαίνει ότι η εργασία μπορεί να υπάρχει, αλλά η ζωή γύρω από αυτήν γίνεται δυσβάσταχτη. Το στεγαστικό μετατρέπει την κοινωνική ανισότητα σε χωρική ανισότητα: ποιος μπορεί να ζει πού, ποιος εκτοπίζεται, ποιος έχει οικογενειακό απόθεμα, ποιος ξεκινά από το μηδέν. Όποιος υποτιμά το στεγαστικό ως ειδικό ζήτημα κοινωνικής πολιτικής δεν καταλαβαίνει ότι αποτελεί πλέον κεντρική διαιρετική τομή.

Η κόπωση αφορά επίσης τη σχέση με το κράτος. Ο πολίτης δεν αξιολογεί το κράτος μόνο ιδεολογικά. Το αξιολογεί όταν χρειάζεται γιατρό, σχολείο, δικαστική προστασία, συγκοινωνία, ασφάλεια, διοικητική εξυπηρέτηση, κοινωνική φροντίδα. Αν το κράτος εμφανίζεται επιλεκτικά αποτελεσματικό —γρήγορο σε ορισμένους τομείς, αργό ή απρόσωπο σε άλλους— τότε η εμπιστοσύνη μειώνεται. Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς δεν είναι αφηρημένη θεσμολογική συζήτηση. Συνδέεται με την καθημερινή εμπειρία του πολίτη ότι δεν έχει πάντα ίση, έγκαιρη και αξιοπρεπή πρόσβαση σε όσα δικαιούται. Η αντιπολίτευση συχνά μιλά για θεσμούς με όρους καταγγελίας. Η κυβέρνηση συχνά απαντά με όρους διαχείρισης. Η κοινωνία, όμως, ζητά κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο: να λειτουργούν οι θεσμοί χωρίς να χρειάζεται προσωπικό μέσο, γνωριμία, επιμονή ή τύχη.

Η κοινωνική κόπωση επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιμετωπίζουν την αντιπολίτευση. Δεν είναι δεδομένο ότι ένας κουρασμένος πολίτης γίνεται πιο ριζοσπαστικός. Μπορεί να γίνει πιο συντηρητικός από φόβο. Μπορεί να ζητήσει αλλαγή, αλλά μόνο εάν αυτή φαίνεται ασφαλής. Μπορεί να απορρίπτει την κυβέρνηση και ταυτόχρονα να μην εμπιστεύεται κανέναν αντίπαλό της. Αυτό εξηγεί γιατί η φθορά της εξουσίας δεν παράγει αυτομάτως κυβερνητική εναλλακτική. Η κοινωνική κόπωση χρειάζεται πολιτική μετάφραση. Αν η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατακερματισμένη, προσωποκεντρική, ασταθής ή υπερβολικά απασχολημένη με τις εσωτερικές της ανακατατάξεις, ο κουρασμένος πολίτης μπορεί να παραμείνει στην υπάρχουσα επιλογή όχι από ενθουσιασμό, αλλά από έλλειψη εμπιστοσύνης προς την αλλαγή.

Αυτό καθιστά τον ορίζοντα του 2027 εξαιρετικά απαιτητικό για όλους. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο επιχείρημα της σταθερότητας, εάν η σταθερότητα δεν συνοδεύεται από χειροπιαστή ανακούφιση. Η αντιπολίτευση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο επιχείρημα της φθοράς, εάν δεν προσφέρει πειστικό σχέδιο εφαρμογής. Τα νέα κόμματα δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο στη φρεσκάδα ή στη δημοσιότητα, εάν δεν αποδείξουν οργανωτική και προγραμματική σοβαρότητα. Τα παλαιότερα κόμματα δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο στην ιστορία τους, εάν δεν πείσουν ότι καταλαβαίνουν τη σημερινή κοινωνική ψυχολογία. 

Η ΕΛ.Α.Σ. εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το περιβάλλον. Η αρχική της δυναμική δείχνει ότι υπάρχει ανάγκη για νέο αντιπολιτευτικό κέντρο. Όμως η κοινωνική κόπωση δεν θα της χαριστεί. Ο Τσίπρας είναι γνωστό πρόσωπο, με εμπειρία αλλά και φορτίο. Η κοινωνία μπορεί να του δώσει προσοχή, ίσως και δεύτερη ευκαιρία σε τμήματά της, αλλά θα ζητήσει απαντήσεις πιο συγκεκριμένες από εκείνες της προηγούμενης δεκαετίας. Το ΠΑΣΟΚ, αντίστοιχα, μπορεί να εμφανίζεται ως θεσμικά ασφαλέστερη επιλογή, αλλά αν δεν αποκτήσει κοινωνική ένταση θα μοιάζει ανεπαρκές. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά δείχνουν τι συμβαίνει όταν ένας χώρος δεν μπορεί να κρατήσει ζωντανή την πίστη στην πολιτική του χρησιμότητα. Το πολιτικό σύστημα συνολικά βρίσκεται μπροστά σε πολίτες που δεν πείθονται εύκολα ούτε από το παλιό ούτε από το νέο, αν το νέο μοιάζει με ανασυσκευασία.

Η κοινωνική κόπωση έχει και μια λιγότερο προφανή συνέπεια: μειώνει την ανοχή στην πολιτική ρητορεία. Οι πολίτες έχουν ακούσει πολλές φορές για αλλαγές, μεταρρυθμίσεις, δικαιοσύνη, ανάπτυξη, κανονικότητα, αξιοπρέπεια, ανασυγκρότηση. Οι λέξεις αυτές δεν είναι άχρηστες, αλλά έχουν φθαρεί από την υπερβολική χρήση χωρίς αντίστοιχη εμπειρική επιβεβαίωση. Όποιος θέλει να μιλήσει πειστικά μέχρι το 2027 πρέπει να επαναφέρει τη γλώσσα στην πραγματικότητα. 

Όποιος καταφέρει να δώσει στην κόπωση μορφή ελπίδας χωρίς να υποτιμήσει τον φόβο, να υποσχεθεί αλλαγή χωρίς να παράγει αβεβαιότητα, να μιλήσει για δικαιοσύνη χωρίς να αγνοεί την εφαρμογή, θα αποκτήσει ουσιαστικό πλεονέκτημα. Οι εκλογές θα κριθούν από το ποιος θα πείσει ότι μπορεί να κάνει την καθημερινότητα λιγότερο βαριά. Όλα τα υπόλοιπα —δημοσκοπήσεις, μετακινήσεις, αρχηγοί, συμμαχίες— θα αποκτήσουν νόημα μόνο εάν συνδεθούν με αυτή τη βασική κοινωνική απαίτηση.